Legislator Case Law & Legislation
234/2018 AI generated

234/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 234/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

234/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Χ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ι. Χ., κατοίκων ..., 80)Χ. Χ. του Ι., κατοίκου ... και 81)Θ. Δ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Ε. χήρας Σ. Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λουκά Αποστολίδη, που κατέθεσε προτάσεις.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 234 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 234/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1)A. Α. του Χ., κατοίκου ... 2)Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 3)Χ. Α. του Π., κατοίκου ..., 4)Κ. Α. του Β., κατοίκου ..., 5)Σ. -Ο. Β. του Β., κατοίκου ..., 6)Ι. Β. του Α., κατοίκου ..., 7)Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 8)Ε. Γ. του Β., κατοίκου ..., 9)Ι. Γ. του Α., κατοίκου ..., 10)Σ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 11)Ε. Γ. του Β., κατοίκου ..., 12)Ε.

Γ. του Ι., κατοίκου ..., 13)Θ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 14)Β. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 15)Μ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 16)Η. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 17)Ι. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., 18)Μ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 19)Α. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 20)Ι. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 21)Κ. Ι. του Α., κατοίκου ..., 22)Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 23)Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 24)Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 25)Σ.

Κ. του Ν., κατοίκου ..., 26)Ά. Κ. - Β. του Γ., κατοίκου ..., 27)Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 28)α)Χ. Κ., β)Ν. Κ. γ)Μ. Κ., ως κληρονόμων του Π. Κ. του Σ., κατοίκων ..., 29)Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 30)Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 31)Λ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 32)Ι. Λ. του Α., κατοίκου ..., 33)Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 34)Α. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 35)Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 36)Γ.

Μ. του Ι., κατοίκου ..., 37)Δ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 38)Θ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 39)Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 40)Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 41)Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 42)Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 43)Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 44)Ε. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 45)Α. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 46)Δ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 47)Χ. Ξ. του Θ., κατοίκου ..., 48)Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 49)Α.

Π. του Α., κατοίκου ..., 50)Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 51)Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 52)Ι. Π. του Α., κατοίκου ..., 53)Μ. Π. του χήρας Π. Ν., κατοίκου ..., 54)Κ., χήρας Λ. Π. του Η., κατοίκου ..., 55)Χ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 56)Κ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 57)Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 58)Ι. Π. του Γ., κατοίκου ..., 59)Ι. Π. του Τ., κατοίκου ..., 60)Η. Π. του Δ., κατοίκου ... 61)Ε.

Π. του Φ., κατοίκου ..., 62)Κ. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., 63)α)Κ. Ρ., β)Α. - Η. Ρ., γ)Χ. Ρ., και δ)Ξ. Ρ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Θ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., 64)Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 65)Α. Σ. του Β., κατοίκου ..., 66)Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 67)Ι. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 68)Γ. Τ. του Β., κατοίκου ..., 69)Ι. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 70)Χ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 71)Κ.

Τ. του Γ., κατοίκου ..., 72)Β. Φ. του Ν., κατοίκου ..., 73)Ι. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 74)Χ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 75)α)Β. Φ., β)Γ. Φ., γ)Κ. Φ. και δ)Μ. Φ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Π. Φ. του Κ., κατοίκων ..., 76)Β. Φ. του Ι., κατοίκου ..., 77)Ε. Φ. - Χ. του Φ., κατοίκου ..., 78)Ν. Φ. του Φ., κατοίκου Νέας Μηχανιώνας, 79)α)Δ., χήρας Ν. Χ., β)Γ. Χ., γ)Ε. Χ. και δ)Ι.

Χ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ι. Χ., κατοίκων ..., 80)Χ. Χ. του Ι., κατοίκου ... και 81)Θ. Δ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Ε. χήρας Σ. Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λουκά Αποστολίδη, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Προνοίας Εργαζομένων ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο - Αναστάσιο Φρώυντε, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και δικαιοπαρόχων των καλούντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3542/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25/5/2015 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 607/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 1/6/2017 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λουκάς Μόρφης ανέγνωσε την από 17/1/2017 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων - καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως κάποιος από τους διαδίκους, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο ποίος διάδικος έχει επισπεύσει την συζήτηση, εάν δε την συζήτηση έχει επισπεύσει ο απολειπόμενος ή μη μετέχων προσηκόντως της συζητήσεως διάδικος, ερευνάται εάν η επίσπευση από αυτόν της συζητήσεως έχει γίνει εγκύρως, σε αρνητική δε περίπτωση, εξετάζεται περαιτέρω εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.

Αφ' ετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 104 παρ. 1 ΚΠολΔ και την διάταξη του άρθρου 238 ΑΚ, αναλόγως εφαρμοζομένη, προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότης, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότης, ότι ο διάδικος, επ' ονόματι του οποίου παρέστη ως δικηγόρος πρόσωπο στερούμενο πληρεξουσιότητος, δικαιούται να εγκρίνει εκ των υστέρων τις διαδικαστικές πράξεις του τελευταίου και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητος, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υποθέσεως και την κήρυξη ως ακύρων όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και των κλήσεων, συνεπώς, εάν την συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων και ο παριστάμενος κατά την συζήτηση ως πληρεξούσιος αυτού δικηγόρος δεν αποδεικνύει την νόμιμη προς αυτόν χορήγηση πληρεξουσιότητος προς παράσταση, ο αναιρεσείων θεωρείται μη παριστάμενος, οπότε συμφώνως προς τα ανωτέρω ερευνάται εάν υπήρχε πληρεξουσιότης του υπογράφοντος την παραγγελία προς επίδοση της κλήσεως προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δικηγόρου, σε αρνητική δε περίπτωση, η κλήση κηρύσσεται άκυρη και, εάν δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω αναιρεσείων έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλον διάδικο, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 96 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, στην διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότης δίνεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου καταχωριζομένη στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η διάταξη του άρθρου 665 παρ. 2 εδ. γ, κατά την οποία, στις εργατικές διαφορές, κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότης δύναται να δοθεί με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή, έχει καταργηθεί με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι αντικαθίσταται το βιβλίο τέταρτο (Ειδικές Διαδικασίες, άρθρα 591 - 681Δ) του ΚΠολΔ και παρατίθενται ως νέες διατάξεις τα άρθρα 591 - 645, τα οποία δεν περιλαμβάνουν παρομοία ρύθμιση, ενώ με το άρθρο ένατο του άρθρου 1 του ιδίου Νόμου, παράγραφοι 2 και 4, ορίζεται ότι οι αφορώσες τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες διατάξεις των άρθρων 591 - 645 εφαρμόζονται ως προς τα κατατιθέμενα από την 1η Ιανουαρίου 2016 ένδικα μέσα και αγωγές και ότι, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως σε επί μέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αρχίζει από 1ης Ιανουαρίου 2016.

Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται ότι η πληρεξουσιότης, η οποία χορηγείται σε δικηγόρο μετά την 1η Ιανουαρίου 2016 προς εκπροσώπηση του διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου σε υποθέσεις εργατικών διαφορών, κατ' εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 24 παρ. 1 εδ. α ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, παρέχεται πλέον μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση καταχωριζομένη στα πρακτικά ή στην έκθεση και όχι και με ιδιωτικό έγγραφο.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εκτός της περιπτώσεως της συνδρομής αναγκαίας ομοδικίας, εάν κάποιος από τους ομοδίκους απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως της συζητήσεως και δεν έχει κλητευθεί νομίμως, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν και χωρεί νομίμως ως προς τους διαδίκους, οι οποίοι μετέχουν προσηκόντως της συζητήσεως ή έχουν κλητευθεί νομίμως.

Aναγκαία ομοδικία κατά την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ υπάρχει όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της αποφάσεως, η οποία θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνον από κοινού δύνανται να εναγάγουν ή να εναχθούν ή λόγω των συντρεχουσών περιστάσεων δεν δύνανται να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις έναντι αυτών.

Στην προκειμένη υπόθεση, με την ένδικη κλήση, την οποία υπογράφει ο παραστάς κατά την συζήτηση στο ακροατήριο κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης συνεδρίαση δικηγόρος Λουκάς Αποστολίδης, επαναφέρεται η από 25ης Μαΐου 2015 αίτηση αναιρέσεως κατά του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση, αφορώσα εργατική διαφορά, μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 607/2017 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 31ης Ιανουαρίου 2017, διότι δεν είχε αποδειχθεί η χορήγηση πληρεξουσιότητος κατά νόμιμο τρόπο προς τον παραστάντα και έχοντα επισπεύσει την συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο δικηγόρο των αναιρεσειόντων.

Ήδη ως προς τους 1ο, 2ο, 3ο, 5ο, 7ο, 8ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13ο, 14ο, 15η, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο, 20ό, 21ο, 22ο, 24ο, 25ο, 26η, 27ο, 28ους, 30ό, 31ο, 34ο, 35ο, 37ο, 38ο, 39η, 40ό, 41ο, 42ο, 44ο, 45ο, 46ο, 47ο, 48ο, 50ό, 51ο, 53η, 54η, 56ο, 57ο, 59ο, 60ό, 61η, 63ους (μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αρχικώς αναιρεσείοντος), 64ο, 65ο, 67ο, 68ο, 69ο, 70ό, 71ο, 72ο, 73ο, 74ο, 75ους, 76ο, 77η, 78ο, 80ό και 81ο των καλούντων προσκομίζονται ακριβή αντίγραφα των συμβολαιογραφικών πράξεων, με τις οποίες χορηγείται στον ως άνω δικηγόρο Λουκά Αποστολίδη πληρεξουσιότης εκπροσωπήσεως αυτών ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και εγκρίνονται όλες οι γενόμενες προηγουμένως σχετικές διαδικαστικές πράξεις.

Ως προς τον 43ο αναιρεσείοντα - καλούντα Δ. Μ. του Α. εκτίθεται με την προσθήκη των προτάσεων των αναιρεσειόντων ότι ο εν λόγω αναιρεσείων - καλών έχει αποβιώσει και ότι την δίκη συνεχίζουν οι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού Α. Μ. και Σ. Μ., προσκομίζονται δε αντίγραφα των συμβολαιογραφικών πράξεων, με τις οποίες χορηγείται από τους τελευταίους στον ως άνω δικηγόρο πληρεξουσιότης εκπροσωπήσεως αυτών στον Άρειο Πάγο και εγκρίνονται όλες οι γενόμενες προηγουμένως σχετικές διαδικαστικές πράξεις.

Ο θάνατος του ως άνω αναιρεσείοντος - καλούντος αποδεικνύεται από την από 10ης Φεβρουαρίου 2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου … και η ιδιότης των Α. Μ. και Σ. Μ. ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αποδεικνύεται από το από 20ής Ιουλίου 2017 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του ιδίου Δήμου, τα από 27ης Ιουλίου 2017 πιστοποιητικά μη δημοσιεύσεως διαθήκης και μη αποποιήσεως κληρονομίας του Ειρηνοδικείου … και τα από 30ής Ιουλίου 2017 πιστοποιητικά μη αποποιήσεως κληρονομίας και μη αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος του Πρωτοδικείου ….

Ως προς τους 9ο, 23ο, 29ο, 33ο, 36ο, 49ο, 52ο, 55ο, 58ο, 62α και 79ους των καλούντων προσκομίζονται ιδιωτικά έγγραφα, με επικύρωση του γνησίου της υπογραφής από διάφορες δημόσιες και δημοτικές υπηρεσίες μετά την 1η Ιανουαρίου 2016, με τα οποία παρέχεται προς τον ως άνω δικηγόρο πληρεξουσιότης, ακύρως όμως συμφώνως προς τα ανωτέρω, ενώ ως προς τους 4ο, 6ο, 32ο και 66ο των καλούντων ουδέν έγγραφο προσκομίζεται σχετικώς με την παροχή πληρεξουσιότητος.

Ουδείς των ως άνω 4ου, 6ου, 9ου, 23ου, 29ου, 32ου, 33ου, 36ου, 49ου, 52ου, 55ου, 58ου, 62ας, 66ου και 79ων των καλούντων έχει παράσχει με προφορική δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά ή στην έκθεση πληρεξουσιότητα στον προαναφερόμενο δικηγόρο, επομένως, συμφώνως προς τα ανωτέρω, εφ' όσον δεν αποδεικνύεται ότι οι εν λόγω καλούντες έχουν χορηγήσει κατά νόμιμο τρόπο πληρεξουσιότητα προς αυτόν προς παράσταση, θεωρούνται μη παριστάμενοι.

Περαιτέρω αφού δεν αποδεικνύεται ούτε ότι έχουν χορηγήσει πληρεξουσιότητα προς αυτόν προς επίσπευση της συζητήσεως, κηρύσσεται άκυρη ως προς αυτούς και η ένδικη κλήση, ενώ δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι οι ως άνω καλούντες έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλον διάδικο, συνεπώς, ως προς αυτούς η συζήτηση δεν είναι παραδεκτή.

Περαιτέρω, η προκειμένη διαφορά αντικείμενο έχει την καταβολή προς έκαστον των αναιρεσειόντων - καλούντων της οφειλομένης διαφοράς μεταξύ του καταβλητέου και του καταβληθέντος προς αυτόν ποσού ασφαλιστικής αποζημιώσεως, ως εκ τούτου η αξίωση εκάστου είναι αυτοτελής έναντι των αξιώσεων των άλλων και δεν υφίσταται μεταξύ αυτών δεσμός αναγκαίας ομοδικίας, συνεπώς συμφώνως προς τα ανωτέρω παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υποθέσεως ως προς τους 4ο, 6ο, 9ο, 23ο, 29ο, 32ο, 33ο, 36ο, 49ο, 52ο, 55ο, 58ο, 62α, 66ο και 79ους των καλούντων, Κ. Α. του Β., Ι. Β. του Α., Ι. Γ. του Α., Ι. Κ. του Ν., Ι. Κ. του Σ., Ι. Λ. του Α., Α. Μ. του Δ., Γ. Μ. του Ι., Α. Π. του Α., Ι. Π. του Α., Χ. Π. του Κ., Ι. Π. του Γ., Κ. Ρ. του Γ., Α. Σ. του Δ., Δ. χήρα Ν.

Χ., Γ. Χ. του Ν., Ε. Χ. του Ν. και Ι. Χ. του Ν., και να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση, να ερευνηθεί δε περαιτέρω η υπόθεση ως προς τους λοιπούς διαδίκους. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286, 287 και 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται εάν μέχρι του τέλους της συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους, ότι η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του θανάτου με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, ότι η εν λόγω γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο δικαιούμενο να επαναλάβει την δίκη ή από τον μέχρι τον χρόνο του θανάτου πληρεξούσιο δικηγόρο του θανόντος και ότι η επανάληψη της διακοπείσης δίκης δύναται να γίνει εκουσίως με ρητή δήλωση ή σιωπηρώς από τον διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Στην προκειμένη υπόθεση, οι 63οι των καλούντων επέσπευσαν με την ένδικη κλήση την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον 63ο αναιρεσείοντα Θ. Ρ. του Α., του οποίου εγνωστοποίησαν προς το αναιρεσίβλητο - καθ' ου η κλήση τον θάνατο, επισυμβάντα την 5η Σεπτεμβρίου 2016, μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, της οποίας η κατάθεση στην Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών έγινε την 28η Μαΐου 2015, και εδήλωσαν ότι συνεχίζουν ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού (χήρα - τέκνα) την συνεπεία της γνωστοποιήσεως του θανάτου του βιαίως διακοπείσα δίκη.

Τα θεμελιούντα την νομιμοποίηση των εν λόγω καλούντων πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται, ο θάνατος του ως άνω αναιρεσείοντος την προαναφερομένη ημερομηνία από την από 6ης Σεπτεμβρίου 2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου … και η ιδιότης αυτών ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος από το από 20ής Σεπτεμβρίου 2016 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου …, τα από 28ης Δεκεμβρίου 2016 και 24ης Ιανουαρίου 2017 πιστοποιητικά μη δημοσιεύσεως διαθήκης και μη αποποιήσεως κληρονομίας του Ειρηνοδικείου … αντιστοίχως και το από 25ης Ιανουαρίου 2017 πιστοποιητικό μη αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος του Πρωτοδικείου ….

Πρέπει, συνεπώς, συμφώνως προς τα ανωτέρω να κηρυχθεί η δίκη επαναληφθείσα επ' ονόματι των εν λόγω καλούντων, Κ. χήρας Θ. Ρ., Α. - Η. Ρ. του Θ., Χ. Ρ. του Θ. και Ξ. Ρ. του Θ., οι οποίοι υπεισέρχονται στην θέση του ως άνω αποβιώσαντος αναιρεσείοντος Θ. Ρ. του Α..

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 62 εδ. α, 73, 159 αρ. 2, 160 παρ. 1, 556 παρ. 1 ΚΠολΔ και 34, 35, 1710 ΑΚ προκύπτει ότι η ικανότης του φυσικού προσώπου να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και επομένως να είναι διάδικος, η οποία παύει με τον θάνατο αυτού, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατά πάσα στάση της δίκης, οπότε, αίτηση αναιρέσεως, έχουσα ασκηθεί επ' ονόματι προαποβιώσαντος προσώπου ως αναιρεσείοντος, πάσχει ακυρότητα λόγω ελλείψεως της προαναφερομένης διαδικαστικής προϋποθέσεως και απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, εκ τούτου δε αποκλείεται στην περίπτωση αυτή η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 286, 287 και 290 ΚΠολΔ περί βιαίας διακοπής και επαναλήψεως της δίκης, αφού οι εν λόγω διατάξεις προϋποθέτουν νομίμως αρξαμένη εκκρεμή δίκη.

Στην προκειμένη υπόθεση, οι 28οι (Χ. χήρα Π. Κ., Ν. Κ. του Π., Μ. Κ. του Π.), 53η (Μ. χήρα Ν. Π.), 75οι (Β. χήρα Π. Φ., Γ. Φ. του Π., Κ. Φ. του Π., Μ. Φ. του Π.) και 81ος (Θ. Δ.) των καλούντων επέσπευσαν με την ένδικη κλήση την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους 28ο, 53ο, 75ο και 81η των αναιρεσειόντων, Π. Κ. του Σ., Ε. Π.

του Ν., Π. Φ. του Κ. και Ε. χήρα Σ. Δ. αντιστοίχως, των οποίων εγνωστοποίησαν τον θάνατο προς το αναιρεσίβλητο, και εδήλωσαν ότι συνεχίζουν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτών την δίκη. Ο θάνατος των ως άνω αναιρεσειόντων αποδεικνύεται από τις από 26ης Νοεμβρίου 2010, 21ης Απριλίου 2015, 11ης Οκτωβρίου 2014 και 13ης Μαρτίου 2014 ληξιαρχικές πράξεις των Δήμων …, …, … και … αντιστοίχως.

Η ιδιότης των προαναφερομένων καλούντων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων των ως άνω αποβιωσάντων αναιρεσειόντων αποδεικνύεται, των 28ων των καλούντων από το από 29ης Νοεμβρίου 2010 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου …, το από 25ης Οκτωβρίου 2016 πιστοποιητικό μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Ειρηνοδικείου … και τα από 25ης Οκτωβρίου 2016 πιστοποιητικά μη αποποιήσεως κληρονομίας και μη αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος του Πρωτοδικείου …, της 53ης των καλούντων από το από 9ης Νοεμβρίου 2016 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου …, τα από 8ης Νοεμβρίου 2016 πιστοποιητικά μη δημοσιεύσεως διαθήκης και μη αποποιήσεως κληρονομίας του Ειρηνοδικείου … και το από 9ης Νοεμβρίου 2016 πιστοποιητικό μη αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος του Πρωτοδικείου …, των 75ων των καλούντων από το από 14ης Οκτωβρίου 2014 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου …, τα από 27ης Οκτωβρίου 2016 πιστοποιητικά μη δημοσιεύσεως διαθήκης και μη αποποιήσεως κληρονομίας του Ειρηνοδικείου … και το από 27ης Οκτωβρίου 2016 πιστοποιητικό μη αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος του Πρωτοδικείου … και του 81ου των καλούντων από το από 1ης Ιουλίου 2014 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου …, τα από 5ης Μαΐου 2014 και 9ης Οκτωβρίου 2015 πιστοποιητικά μη δημοσιεύσεως διαθήκης και μη αποποιήσεως κληρονομίας του Ειρηνοδικείου … αντιστοίχως και το από 19ης Οκτωβρίου 2016 πιστοποιητικό μη αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος του Πρωτοδικείου ….

Όπως όμως προκύπτει από τις ως άνω ληξιαρχικές πράξεις ως και την προαναφερθείσα από 10ης Φεβρουαρίου 2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου …, ο θάνατος εκάστου των εν λόγω αναιρεσειόντων ως και του ως άνω αναιρεσείοντος - καλούντος Δ. Μ. του Α. έχει συμβεί προ της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, του Π.

Κ. του Σ. την 25η Νοεμβρίου 2010, του Ε. Π. του Ν. την 21η Απριλίου 2015, του Π. Φ. του Κ. την 9η Οκτωβρίου 2014, της Ε. χήρας Σ. Δ. την 13η Μαρτίου 2014 και του Δ. Μ. του Α. την 10η Φεβρουαρίου 2013, συνεπώς, συμφώνως προς τα ανωτέρω, ως προς αυτούς η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πάσχει ακυρότητα, εκ τούτου δε και οι δηλώσεις των προαναφερομένων καλούντων και των ως άνω κληρονόμων του 43ου αναιρεσείοντος - καλούντος ότι επαναλαμβάνουν την βιαίως διακοπείσα δίκη στερούνται εννόμων συνεπειών.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους Π. Κ. του Σ., Δ. Μ. του Α., Ε. Π. του Ν., Π. Φ. του Κ. και Ε. χήρα Σ. Δ.. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά αποφάσεων, οι οποίες μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο εξ αιτίας καθ' ύλην αναρμοδιότητος ή έχουν εκδοθεί κατά παράβαση του άρθρου 46 ΚΠολΔ από το δικαστήριο της παραπομπής ή είναι οριστικές περατώνουσες την όλη δίκη ή μόνον την δίκη επί της αγωγής ή της ανταγωγής.

Αποφάσεις, με τις οποίες κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση, δεν είναι οριστικές, αφού με αυτές δεν περατώνεται η δίκη, συνεπώς, δεν επιτρέπεται αναίρεση κατ' αυτών και, εάν ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη υπόθεση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκείται από την 54η αναιρεσείουσα ως κληρονόμο του αρχικώς ενάγοντος Λ.

Π. του Γ., ως προς τον οποίον όμως με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η συζήτηση της υποθέσεως είχε κηρυχθεί απαράδεκτη, συνεπώς, ως προς την εν λόγω αναιρεσείουσα, Κ. χήρα Λ. Π., η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, αφ' ενός από τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, ως η παράγραφος 3 ίσχυε προ της 1ης Ιανουαρίου 2016, προκύπτει ότι, εάν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τριών ετών από της δημοσιεύσεως αυτής και ότι, εάν αποβιώσει ο δικαιούμενος σε αναίρεση, η προθεσμία αρχίζει από της επιδόσεως της αποφάσεως στους κληρονόμους και κληροδόχους αυτού, αφ' ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1 και 553 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εκτός της περιπτώσεως της συνδρομής αναγκαίας ομοδικίας, η οριστική απόφαση καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς τους ομοδίκους, ως προς τους οποίους έγινε τελεσίδικη, έστω και εάν δεν έχει γίνει τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, προβαίνει στην εξέταση του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της.

Στην υπό κρίση υπόθεση, με την από 30ής Ιουλίου 2008 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, εκτός των αναιρεσειουσών Κ. χήρας Λ. Π. και Δ. χήρας Ν. Χ., οι οποίες υπεισήλθαν κατά επόμενο δικονομικό στάδιο στην θέση των αποβιωσάντων αρχικώς εναγόντων Λ. Π. και Ν. Χ., εζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι το ήδη αναιρεσίβλητο και το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούνται να τους καταβάλουν τις αιτούμενες διαφορές ασφαλιστικής αποζημιώσεως.

Με την υπ' αριθμόν 211/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτή ως προς το αναιρεσίβλητο, επί της ασκηθείσης δε από το τελευταίο κατά της εν λόγω αποφάσεως από 29ης Απριλίου 2010 εφέσεως εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμόν 3542/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με ημερομηνία δημοσιεύσεως 17 Ιουνίου 2013, με την οποία εκηρύχθη απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους εφεσιβλήτους Λ.

Π. και Ν. Χ., ενώ ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους, δικαζομένους κατ' αντιμωλίαν, έγινε δεκτή η έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης απερρίφθη η αγωγή. Από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εν λόγω εφετειακής αποφάσεως και συνεπώς μέχρι της προαναφερθείσης ημερομηνίας καταθέσεως της αιτήσεως στην Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων δεν έχει διανυθεί διάστημα μείζον της τριετίας.

Περαιτέρω, η ως άνω εφετειακή απόφαση, παρ' ότι δεν είναι οριστική ως προς τους ως άνω Λ. Π. και Ν. Χ., υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους, ως προς τους οποίους είναι οριστική και ως μη υποκειμένη σε ανακοπή ερημοδικίας τελεσίδικη, αφού συμφώνως προς τα ανωτέρω δεν υφίσταται αναγκαία ομοδικία μεταξύ των εφεσιβλήτων.

Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καθ' ο μέρος αφορά τους 1ο, 2ο, 3ο, 5ο, 7ο, 8ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13ο, 14ο, 15η, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο, 20ό, 21ο, 22ο, 24ο, 25ο, 26η, 27ο, 30ό, 31ο, 34ο, 35ο, 37ο, 38ο, 39η, 40ό, 41ο, 42ο, 44ο, 45ο, 46ο, 47ο, 48ο, 50ό, 51ο, 56ο, 57ο, 59ο, 60ό, 61η, 63ο, 64ο, 65ο, 67ο, 68ο, 69ο, 70ό, 71ο, 72ο, 73ο, 74ο, 76ο, 77η, 78ο και 80ό των αναιρεσειόντων, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος προκύπτει ότι επιβάλλεται στον νομοθέτη η υποχρέωση όπως προβαίνει στην ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων κατά όμοιο τρόπο, χωρίς εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός εάν συντρέχουν γενικότεροι λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος δικαιολογούντες διαφορετική ρύθμιση, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, τα οποία κατά την διάταξη του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Η εν λόγω αρχή, εφαρμοζομένη και ως προς την από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος επιβαλλομένη αναφορικώς με την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων κρατική μέριμνα, επιτάσσει να γίνεται η συμμετοχή των ασφαλισμένων στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών αυτής επί ίσοις όροις, επομένως, η εισαγωγή με νόμο ανωτάτου ορίου ως προς το παρεχόμενο από φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως εφ' άπαξ βοήθημα αποζημιώσεως, του οποίου δικαιούνται εργαζόμενοι αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι το ασφαλιστικό κεφάλαιο, από το οποίο καταβάλλεται το βοήθημα, δεν σχηματίζεται βάσει της οικείας νομοθεσίας αποκλειστικώς ή κατά κύριον λόγο από εισφορές μόνον των ασφαλισμένων ή και των απασχολούντων αυτούς εργοδοτών, οι οποίες και αυτές αποτελούν τμήμα του μισθού των εργαζομένων, αλλά κατά σημαίνοντα λόγο και από άλλους πόρους, ιδίως κοινωνικούς και επιβαρύνσεις τρίτων, ενώ, εάν δεν συντρέχει η εν λόγω προϋπόθεση, οπότε το εφ' άπαξ βοήθημα αποζημιώσεως έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η προαναφερομένη εισαγωγή ανωτάτου ορίου, εάν δεν δικαιολογείται από γενικοτέρους λόγους κοινωνικούς ή δημοσίου συμφέροντος, ενέχουσα δυσμενή διάκριση εις βάρος εκείνων των εργαζομένων, οι οποίοι, παρ' ότι λόγω μακροτέρου χρόνου υπηρεσίας ή υψηλοτέρων αποδοχών έχουν υποβληθεί συνολικώς σε μεγαλύτερο ποσόν κρατήσεων, λαμβάνουν εν τούτοις το ίδιο ποσόν εφ' άπαξ βοηθήματος αποζημιώσεως με άλλους εργαζομένους, οι οποίοι λόγω μικροτέρου χρόνου υπηρεσίας ή χαμηλοτέρων αποδοχών έχουν υποβληθεί συνολικώς σε μικρότερο ποσόν κρατήσεων, παραβιάζει την ως άνω συνταγματική αρχή και εκ τούτου αποβαίνει ανίσχυρη (ΑΕΔ 3/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 παρ. 3 του Καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού ..., το οποίο έχει ανασυνταχθεί, τροποποιηθεί και συμπληρωθεί με την Απόφαση Υπουργού Υγείας, Προνοίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ....1987 (ΦΕΚ Β', …/1987), εκδοθείσα δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 5 Ν. 2868/1922, όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενεστέρως, πόροι του Κλάδου Προνοίας του Ταμείου, από τον οποίον χορηγούνται τα εφ' άπαξ βοηθήματα, είναι "α) εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην …., β) εισφορά του εργοδότη ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην ...., γ) ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών των εταιριών.

Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη, δ) ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της … σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν. 1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της …, ε) οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Προνοίας".

Κατά το άρθρο 34 του ιδίου Καταστατικού, "1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος υπό τις προϋποθέσεις: α) ... β) Εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της … λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τον Οργανισμό της ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην …, ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε (5) τουλάχιστον ετών. 2.

Το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επομένη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 1ου μέχρι και του 10ου, 8% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 11ου μέχρι και του 15ου, 10% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 16ου μέχρι και του 32ου. 3.

Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου ... ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων (14) μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού θέσεως, επιστημονικής απόδοσης, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής υπόψη το 90% του επιδόματος, μέσα στο δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%.

Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος", κατά δε τα άρθρα 37 και 57 Ν. 2084/1992 αντιστοίχως, "Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά αναπροσαρμογής (….). 4.

Αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών ως εξής: Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από τη διακοπή, λαμβάνεται τους ασφαλισμένους" και "1.

Η προβλεπομένη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των Υπαλλήλων των Τραπεζών: Εθνικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Αγροτικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής και Λαϊκής και Εμπορικής, του Ο.Τ.Ε. και του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρίας "Η Εθνική" που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, η εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά, αρχής γενομένης από 1.1.1993, κατά το 1/10 για κάθε έτος.

Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας πλην του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος. 2. ... 3.

Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών. Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1.1.1993 και μετά.

Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης. 4. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγουμένης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων".

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι το παρεχόμενο εφ' άπαξ βοήθημα από το ως άνω Ταμείο Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού ... έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού το οικείο ασφαλιστικό κεφάλαιο έχει σχηματισθεί κατά κύριον λόγο από ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και της …, η εισφορά της οποίας, μειουμένη από 1ης Ιανουαρίου 1993 κατά 1/10 ετησίως, έχει καταργηθεί από 1ης Ιανουαρίου 2002, ενώ οι προβλεπόμενοι άλλοι πόροι του Ταμείου, από τις ασφαλιστικές εργασίες της … ή θυγατρικών εταιριών αυτής, τόκοι και εν γένει πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου, ως αόριστοι και υποθετικοί, δεν δύνανται να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο χαρακτηρισμού του εν λόγω βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, αφού δεν προκύπτει ότι συνέβαλλαν κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο στον σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου.

Περαιτέρω, η εισαγωγή ανωτάτου ορίου του εφ' άπαξ βοηθήματος του ως άνω Ταμείου δεν δικαιολογείται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, εν όψει και της σταθμίσεως μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του ατομικού συμφέροντος των ασφαλισμένων προς απόληψη της ασφαλιστικής παροχής ως περιουσιακό δικαίωμα, όταν μάλιστα αυτή προέρχεται από τις ασφαλιστικές εισφορές των ιδίων ή και των εργοδοτών αυτών.

Συνεπώς, η θέσπιση με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 Ν. 2084/1992 ανωτάτου ορίου του παρεχομένου από το Ταμείο Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού ... εφ' άπαξ βοηθήματος αποζημιώσεως στους εξερχομένους από την ενεργό υπηρεσία εργαζομένους είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω αντισυνταγματική και εκ τούτου ανίσχυρη (ΑΕΔ 3/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 20 Ν. 3029/2002, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 22 παρ. 7 Ν. 3232/2004, "Υφιστάμενα Ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουργούν ως Ν.Π.Δ.Δ. ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας, κύριας και επικουρικής, ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ.

με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο εκάστου ταμείου. Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ. Το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μετατρεπόμενων φορέων περιέρχεται στα νέα Ταμεία τα οποία θεωρούνται καθολικοί διάδοχοι", κατ' εξουσιοδότηση δε της εν λόγω διατάξεως εξεδόθη η Κοινή Απόφαση Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Φ ...-12-2013 (ΦΕΚ Β' ...-1-2004), με την οποία μετετράπη ο Κλάδος Προνοίας του Ταμείου Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού ...

σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Προνοίας Εργαζομένων ...", σκοπός του οποίου κατά το άρθρο 2 του εγκριθέντος με την εν λόγω Κοινή Υπουργική Απόφαση οικείου καταστατικού είναι η χορήγηση εφ' άπαξ βοηθημάτων αποζημιώσεως στους υπαγομένους στην ασφάλιση αυτού, κατά δε το άρθρο 24 παρ. 1 του εν λόγω καταστατικού, "Οι υπάλληλοι της ....

οι οποίοι ήσαν ασφαλισμένοι στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού .... και κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 μέχρι την έγκριση του παρόντος καταστατικού έλαβαν από τον καταργούμενο κλάδο προνοίας εφάπαξ βοήθημα μικρότερο απ' αυτό που θα ελάμβαναν αν ίσχυαν οι διατάξεις του παλιού καταστατικού, δύνανται να λάβουν συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα μετά από απόφαση του Δ.Σ.

του Ταμείου ...". Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ προκύπτει ότι με την σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις έριδα ή αβεβαιότητα αυτών ως προς ωρισμένη έννομη σχέση. Εάν το αντικείμενο του συμβιβασμού έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, η σύμβαση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, ως αντικειμένη σε απαγορευτική διάταξη νόμου είναι άκυρη και λογίζεται ως μη γενομένη.

Ως προς τις εργατικές αξιώσεις είναι επιτρεπτός ο συμβιβασμός, έστω και εάν οι εν λόγω αξιώσεις πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται σοβαρή αμφιβολία και αμφισβήτηση σχετικώς με την συνδρομή των νομικών και πραγματικών προϋποθέσεων αυτών, η οποία επιλύεται με αμοιβαίες υποχωρήσεις, ενώ, εάν δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ο συμβιβασμός αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 ΝΔ 4020/1959 και 2, 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, αναλόγως εφαρμοζομένων, και είναι άκυρος.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή για την εφαρμογή του, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο η αποδιδομένη στο δικαστήριο της ουσίας νομική πλημμέλεια, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προβαλλομένη αιτίαση θεμελιώνει λόγον αναιρέσεως και ποίον συγκεκριμένως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στην διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφ' ετέρου, εάν πρόκειται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του εν λόγω άρθρου, παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη παραβιασθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εάν δε το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, υπό τα οποία συνετελέσθη η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ενώ, εάν ελλείπει κάποιο από τα εν λόγω στοιχεία, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος, η αοριστία δε δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005).

Εν τούτοις, εφ' όσον κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, κατ' εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, κατόπιν προτάσεως από τον εισηγητή αρεοπαγίτη, λόγο αναιρέσεως από τους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υφίσταται η δυνατότης παραδεκτής συμπληρώσεως από τον εισηγητή του εμπίπτοντος στις εν λόγω περιπτώσεις ελλιπούς αναιρετικού λόγου, ώστε να αποφευχθεί η απόρριψη του λόγου αυτού ως αορίστου (ΔΟλΑΠ 14/2010).

Περαιτέρω, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον επικαλείται ο αναιρεσείων ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχουν ή δεν έχουν γίνει δεκτά ωρισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την εν λόγω απόφαση προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, ενώ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα και εάν είναι αληθή δεν έχουν κατά νόμο ως συνέπεια την αναίρεση της αποφάσεως, απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Στην κρινομένη υπόθεση, με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τους εξής λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους επικαλούνται, με τον πρώτο λόγο, ότι η εισαγωγή με νόμο ανωτάτου ορίου ως προς το παρεχόμενο από τον φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, στον οποίον ήσαν ασφαλισμένοι, Ταμείο Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού ..., εφ' άπαξ βοήθημα αποζημιώσεως αντιβαίνει προς την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος και ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε αντιθέτως, παρεβίασε την εν λόγω συνταγματική αρχή, με τον δεύτερο λόγο, ότι ο γενόμενος από αυτούς συμβιβασμός με τον προαναφερόμενο ασφαλιστικό φορέα ως προς το ποσόν του εν λόγω εφ' άπαξ βοηθήματος αποζημιώσεως, του οποίου εδικαιούντο ως αποχωρήσαντες από την ενεργό υπηρεσία, είναι άκυρος ως αφορών δικαίωμα δημοσίας τάξεως, του οποίου η ιδιωτική βούληση δεν δύναται να αποκλείσει την εφαρμογή, και ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε αντιθέτως, παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920 και 8 παρ. 4 ΝΔ 4020/1959, με τον τρίτο λόγο, ότι το δικαίωμα στο ως άνω βοήθημα αποζημιώσεως είναι απαράγραπτο και ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε αντιθέτως, παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 31 Ν. 1027/1980, με τον τέταρτο λόγο, ότι το αναιρεσίβλητο συνιστά καθολικό διάδοχο του ως άνω Ταμείου Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού ...

και συνεπώς έχει αναλάβει και την υποχρέωση αυτού προς καταβολή του ως άνω βοηθήματος αποζημιώσεως και νομιμοποιείται παθητικώς στην άσκηση των σχετικών αγωγών και ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε αντιθέτως, παρεβίασε τις ως άνω διατάξεις, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο, ότι η απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία εκηρύχθη αντισυνταγματική η διάταξη περί εισαγωγής ανωτάτου ορίου στο εφ' άπαξ βοήθημα αποζημιώσεως, δεν εμποδίζει την δικαστική διεκδίκηση και προστασία των αξιώσεων των ασφαλισμένων περί καταβολής του βοηθήματος τούτου, εάν οι εν λόγω αξιώσεις έχουν γεννηθεί σε χρόνο πρότερο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του ΑΕΔ, εφ' όσον δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, και ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε αντιθέτως, παρεβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις.

Οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου, διατυπούμενοι ως ανωτέρω, είναι ελλιπείς, αφού, ενώ το Εφετείο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές αυτού, υπό τις οποίες φέρεται ότι συνετελέσθη η παραβίαση, ούτε με σαφήνεια τα αποδιδόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση νομικά σφάλματα, εν τούτοις παραδεκτώς συμφώνως προς τα ανωτέρω έχουν συμπληρωθεί από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη με την ως άνω αναγνωσθείσα κατά την συζήτηση της υποθέσεως έγγραφη εισήγησή του ως προς τις προαναφερόμενες ελλείψεις και συνεπώς πρέπει να εξετασθούν περαιτέρω.

Από τις συμπληρωθείσες κατά τα ανωτέρω χάριν του αναιρετικού ελέγχου παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο εδέχθη ανελέγκτως τα εξής: "Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος, 11ος, 12ος, 13ος, 14ος, 15η, 16ος, 17ος, 18ος, 19ος, 20ός, 21ος, 22ος, 23ος, 24ος, 25ος, 26η, 27ος, 28ος, 29ος, 30ός, 31ος, 32ος, 33ος, 34ος, 35ος, 36ος, 37ος, 38ος, 39η, 40ός, 41ος, 42ος, 43ος, 44ος, 45ος, 46ος, 47ος, 48ος, 49ος, 50ός, 51ος, 52ος, 53ος, 55ος, 56ος, 57ος, 58ος, 59ος, 60ός, 64ος, 65ος, 66ος, 67ος, 68ος, 69ος, 70ός, 71ος, 72ος, 73ος, 74ος, 75ος, 76ος, 77η, 78ος, 80ός ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, καθώς και οι σύζυγοι των 61ης, 62ης και 81ης των εναγόντων - εφεσιβλήτων, είναι πρώην υπάλληλοι της …, οι οποίοι είχαν προσληφθεί και απασχολήθηκαν στην … με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, εργάστηκαν δεν στην ανωτέρω … ...

και αποχώρησαν από την ενεργό υπηρεσία της εναγομένης. ... δικαιούντο να λάβουν σύμφωνα με τα άρθρα 34, 35 και 36 του καταστατικού του εναγομένου τα εξής ποσά, ως προς το ύψος των οποίων η εκκαλουμένη απόφαση δεν εφεσιβάλλεται (άλλωστε το ύψος τούτων δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από το εναγόμενο - εκκαλούν): ο πρώτος τούτων 51.778,33 ευρώ, ο δεύτερος 81.089,84 ευρώ, ο τρίτος 90.009,15 ευρώ, ο τέταρτος 60.807,74 ευρώ, ο πέμπτος 53.039,19 ευρώ, ο έκτος 51.121,05 ευρώ, ο έβδομος 58.108,11 ευρώ, ο όγδοος 77.172,22 ευρώ, ο ένατος 75.435,87 ευρώ, ο δέκατος 84.160,44 ευρώ, ο ενδέκατος 69.912,33 ευρώ, ο δωδέκατος 86.394,60 ευρώ, ο δέκατος τρίτος 56.053,52 ευρώ, ο δέκατος τέταρτος 80.103,68 ευρώ, ο δέκατος πέμπτος 41.196,25 ευρώ, ο δέκατος έκτος 60.541,03 ευρώ, ο δέκατος έβδομος 144.711,89 ευρώ, ο δέκατος όγδοος 82.500,71 ευρώ, ο δέκατος ένατος 75.472,88 ευρώ, ο εικοστός 64.050,56 ευρώ, ο εικοστός πρώτος 90.519,14 ευρώ, ο εικοστός δεύτερος 101.944,95 ευρώ, ο εικοστός τρίτος 47.342,42 ευρώ, ο εικοστός τέταρτος 52.725,86 ευρώ, ο εικοστός πέμπτος 99.188,18 ευρώ, ο εικοστός έκτος 36.381,24 ευρώ, ο εικοστός έβδομος 51.404,64 ευρώ, ο εικοστός όγδοος 63.262,50 ευρώ, ο εικοστός ένατος 41.277,71 ευρώ, ο τριακοστός 72.363,06 ευρώ, ο τριακοστός πρώτος 66.260,16 ευρώ, ο τριακοστός δεύτερος 57.372,49 ευρώ, ο τριακοστός τρίτος 73.439,21 ευρώ, ο τριακοστός τέταρτος 68.881,52 ευρώ, ο τριακοστός πέμπτος 58.804,90 ευρώ, ο τριακοστός έκτος 37.185,35 ευρώ, ο τριακοστός έβδομος 65.625,5 ευρώ, ο τριακοστός όγδοος 69.493,87 ευρώ, ο τριακοστός ένατος 32.061,23 ευρώ, ο τεσσαρακοστός 48.043,52 ευρώ, ο τεσσαρακοστός πρώτος 48.385,61 ευρώ, ο τεσσαρακοστός δεύτερος 49.831,47 ευρώ, ο τεσσαρακοστός τρίτος 53.189,58 ευρώ, ο τεσσαρακοστός τέταρτος 89.933,01 ευρώ, ο τεσσαρακοστός πέμπτος 39.889,25 ευρώ, ο τεσσαρακοστός έκτος 114.268,14 ευρώ, ο τεσσαρακοστός έβδομος 56.482,99 ευρώ, ο τεσσαρακοστός όγδοος 49.346,72 ευρώ, ο τεσσαρακοστός ένατος 20.078,45 δραχμές, ο πεντηκοστός 58.924,28 ευρώ, ο πεντηκοστός πρώτος 58.924,28 ευρώ, ο πεντηκοστός δεύτερος 70.314,39 ευρώ, ο πεντηκοστός τρίτος 53.546,56 ευρώ, ο πεντηκοστός πέμπτος 126.826,72 ευρώ, ο πεντηκοστός έκτος 105.847,96 ευρώ, ο πεντηκοστός έβδομος 75.662,67 ευρώ, ο πεντηκοστός όγδοος 46.842,84 ευρώ, ο πεντηκοστός ένατος 62.414,32 ευρώ, ο εξηκοστός 58.345,06 ευρώ, ο σύζυγος της εξηκοστής πρώτης ενάγουσας 39.908,19 ευρώ, ο σύζυγος της εξηκοστής δεύτερης ενάγουσας 108.153,44 ευρώ, ο εξηκοστός τρίτος 65.503,77 ευρώ, ο εξηκοστός τέταρτος 45.893,91 ευρώ, ο εξηκοστός πέμπτος 73.428,86 ευρώ, ο εξηκοστός έκτος 49.477,41 ευρώ, ο εξηκοστός έβδομος 63.784,49 ευρώ, ο εξηκοστός όγδοος 52.727,10 ευρώ, ο εξηκοστός ένατος 31.137,54 ευρώ, ο εβδομηκοστός 66.481,49 ευρώ, ο εβδομηκοστός πρώτος 75.592,36 ευρώ, ο εβδομηκοστός δεύτερος 118.896,59 ευρώ, ο εβδομηκοστός τρίτος 71.556,80 ευρώ, ο εβδομηκοστός τέταρτος 120.371,69 ευρώ, ο εβδομηκοστός πέμπτος 77.921,54 ευρώ, ο εβδομηκοστός έκτος 72.176,34 ευρώ, ο εβδομηκοστός έβδομος 79.524 ευρώ, ο εβδομηκοστός όγδοος 65.123,56 ευρώ, ο ογδοηκοστός 69.790,13 ευρώ, ο σύζυγος της ογδοηκοστής πρώτης ενάγουσας 80.965,568 ευρώ.

Όμως το προαναφερόμενο Ταμείο Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού .... (ΤΣΠΠ …) κατέβαλε στους ενάγοντες, λόγω της αποχώρησής τους εφάπαξ βοήθημα μειωμένο κατ' εφαρμογή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992, όπως ίσχυε κατά το χρόνο αποχώρησης του καθενός από αυτούς. Η εκκαλουμένη δεν εφεσιβάλλεται ως προς την προαναφερθείσα παραδοχή της άλλωστε τα ανωτέρω δεν αμφισβητήθηκαν ειδικά από το εναγόμενο - εκκαλούν.

Ακολούθως συστήθηκε το εναγόμενο και εκκαλούν ταμείο, που αποτελεί καθολικό διάδοχο του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού .... (ΤΣΠΠ …) (άρθρο 20 του Ν. 3029/2002) και με σκοπό μεταξύ άλλων, την χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους σε αυτό υπαλλήλους της ... Α.Ε. Ειδικότερα, ο Κλάδος Πρόνοιας του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Συντάξεων και Προσωπικού …", που ήταν ο αρμόδιος κλάδος για την χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους υπαλλήλους της …, μετατράπηκε σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στη διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002 και έλαβε την Επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Εργαζομένων ...", το καταστατικό του οποίου εγκρίθηκε με την ...

Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β' ....1.2004), που καταχωρήθηκε στο βιβλίο σωματείων Αθηνών με αύξοντα αριθμό …, στις ….2.2004, ημερομηνία από την οποία άρχισε η ισχύς τούτου. Στη συνέχεια πολλοί υπάλληλοι της εναγομένης, οι οποίοι είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία της λαμβάνοντας μειωμένο εφάπαξ βοήθημα, σύμφωνα με το προαναφερόμενο πλαφόν (διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992) άσκησαν αγωγές ενώπιον των πολιτικών και των διοικητικών δικαστηρίων, με τις οποίες επεδίωκαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο - εκκαλούν Ταμείο να τους καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του δικαιούμενου ποσού εφάπαξ βοηθήματος χωρίς τον περιορισμό του πλαφόν του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 και αυτού που τους καταβλήθηκε με την εφαρμογή του περιορισμού αυτού.

Ενόψει των δικαστικών αυτών διενέξεων, το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου - εκκαλούντος ΝΠΙΔ με την ....11.2004 απόφασή του αποφάσισε, να καταβληθεί στους υπαλλήλους της … που συνταξιοδοτήθηκαν από 1.1.1993 μέχρι 8.2.1004 (όπως οι τώρα ενάγοντες - εφεσίβλητοι και οι σύζυγοι των 61ης, 62ης και 81ης των εναγόντων - εφεσιβλήτων) μέρος της διαφοράς μεταξύ του εφάπαξ βοηθήματος που είχε καταβληθεί δυνάμει του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 και του καταβλητέου εφάπαξ βοηθήματος χωρίς την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.

Αυτό ορίσθηκε κλιμακούμενο για τους συνταξιοδοτηθέντες το 1993 σε 75%, το 1994 σε 72,75%, το 1995 σε 70,50%, το 1996 σε 68,25%, το 1997 σε 66%, το 1998 σε 63,75%, το 1999 σε 61,50%, το 2000 σε 59,25%, το 2001 σε 57% και τα έτη 2002, 2003 και 2004 σε 54,75% της διαφοράς, ενώ τέθηκε ως όρος της καταβολής η παραίτηση των ενδιαφερομένων από κάθε συναφή απαίτηση. Μετά την απόφαση αυτή το εκκαλούν, με την από 29.12.2004 ανακοίνωσή του, απευθύνθηκε στους ασφαλισμένους του, που είχαν συνταξιοδοτηθεί κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1993 έως το έτος 2004, προτείνοντάς τους τη συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς, υπό τους παραπάνω όρους και προϋποθέσεις.

Μεταξύ αυτών που ανταποκρίθηκαν συγκαταλέγονταν οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και οι σύζυγοι των 61ης, 62ης και 81ης εναγόντων, οι οποίοι αποδεχόμενοι την προς αυτούς πρόταση υπέγραψαν ο καθένας τους υπεύθυνη δήλωση, με την οποία δήλωναν ότι αποδέχονταν να λάβουν τη διαφορά, όπως είχε προσδιοριστεί με την παραπάνω απόφαση, ότι δεν θα προσέβαλαν για κανένα λόγο την απόφαση αυτή και ότι παραιτούνταν πάσης περαιτέρω απαιτήσεώς τους.

Η ως άνω υπογραφείσα από αυτούς υπεύθυνη δήλωση είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: "Δηλώνω ελευθέρως και αβιάστως και προς το συμφέρον μου, ότι αποδέχομαι πλήρως την υπ' αριθμ. ....11.2004 απόφαση του Δ.Σ του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Προνοίας Εργαζομένων …, δεχόμενος/η να λάβω το αναλογούν ποσόν, σύμφωνα με αυτήν την απόφαση.

Επίσης δηλώνω ότι ικανοποιούμαι πλήρως και δεν θα προσβάλω για κανένα λόγο την ως άνω απόφαση του Δ.Σ. παραιτούμενος/η από τώρα πάσης ενδεχόμενης, περαιτέρω απαιτήσεώς μου". Τα ανωτέρω δέχθηκε και η εκκαλούμενη, η οποία κατά τις παραδοχές της αυτές δεν εφεσιβάλλεται. Στη συνέχεια οι προαναφερόμενοι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και οι σύζυγοι των 61ης, 62ης και 81ης εναγόντων - εφεσιβλήτων έλαβαν ως συμπληρωματική εφάπαξ παροχή τα ακόλουθα ποσά, το ύψος των οποίων συνομολογείται από τους ενάγοντες - εφεσιβλήτους με την υπό κρίση αγωγή τους και δεν αμφισβητείται ειδικά από το εναγόμενο - εκκαλούν:

ο πρώτος ενάγων - εφεσίβλητος 10993,88 ευρώ, ο δεύτερος 23.073,01 ευρώ, ο τρίτος 28.357,70 ευρώ, ο τέταρτος 13.472,58 ευρώ, ο πέμπτος 12.585,70 ευρώ, ο έκτος 6.191,05 ευρώ, ο έβδομος 10.082,88 ευρώ, ο όγδοος 19.002,80 ευρώ, ο ένατος 26.077,56 ευρώ, ο δέκατος 20.598,18 ευρώ, ο ενδέκατος 15.920,77 ευρώ, ο δωδέκατος 20.908,70 ευρώ, ο δέκατος τρίτος 13.721,31 ευρώ, ο δέκατος τέταρτος 22.488,71 ευρώ, ο δέκατος πέμπτος 1.047,20 ευρώ, ο δέκατος έκτος 14.223,59 ευρώ, ο δέκατος έβδομος 51.321,13 ευρώ, ο δέκατος όγδοος 20.686,66 ευρώ, ο δέκατος ένατος 21.356,10 ευρώ, ο εικοστός 13.908,03 ευρώ, ο εικοστός πρώτος 28.659,87 ευρώ, ο εικοστός δεύτερος 31.511,30 ευρώ, ο εικοστός τρίτος 6.021,57 ευρώ, ο εικοστός τέταρτος 10.912,14 ευρώ, ο εικοστός πέμπτος 29.133,96 ευρώ, ο εικοστός έκτος 2.376,16 ευρώ, ο εικοστός έβδομος 6.614,52 ευρώ, ο εικοστός όγδοος 16.608,76, ο εικοστός ένατος 6.225,90 ευρώ, ο τριακοστός 17.067,56 ευρώ, ο τριακοστός πρώτος 14.345,17 ευρώ, ο τριακοστός δεύτερος 10.237,94 ευρώ, ο τριακοστός τρίτος 19.069,69 ευρώ, ο τριακοστός τέταρτος 15.839,58 ευρώ, ο τριακοστός πέμπτος 10.145,39 ευρώ, ο τριακοστός έκτος 3.265,20 ευρώ, ο τριακοστός έβδομος 13,608,53 ευρώ, ο τριακοστός όγδοος 14.626,14 ευρώ, ο τριακοστός ένατος 2.320,63 ευρώ, ο τεσσαρακοστός 5.106,22 ευρώ, ο τεσσαρακοστός πρώτος 6.663,42 ευρώ, ο τεσσαρακοστός δεύτερος 5.736,48 ευρώ, ο τεσσαρακοστός τρίτος 7.659,53 ευρώ, ο τεσσαρακοστός τέταρτος 29.118,16 ευρώ, ο τεσσαρακοστός πέμπτος 2.971,16 ευρώ, ο τεσσαρακοστός έκτος 42.627,07 ευρώ, ο τεσσαρακοστός έβδομος 7.002,75 ευρώ, ο τεσσαρακοστός όγδοος 5.560,21 ευρώ, ο τεσσαρακοστός ένατος 9.791,69 ευρώ, ο πεντηκοστός 7.877,13 ευρώ, ο πεντηκοστός πρώτος 13.861,65 ευρώ, ο πεντηκοστός δεύτερος 22.538,36 ευρώ, ο πεντηκοστός τρίτος 11.545,52 ευρώ, ο πεντηκοστός πέμπτος 42.469,99 ευρώ, ο πεντηκοστός έκτος 33.714,33 ευρώ, ο πεντηκοστός έβδομος 18.925,53 ευρώ, ο πεντηκοστός όγδοος 6.384,54 ευρώ, ο πεντηκοστός ένατος 12.813,34 ευρώ, ο εξηκοστός 7.224,84 ευρώ, ο σύζυγος της εξηκοστής πρώτης ενάγουσας 5.154,39 ευρώ, ο σύζυγος της εξηκοστής δεύτερης ενάγουσας 36.447,90 ευρώ, ο εξηκοστός τρίτος 13.447,28 ευρώ, ο εξηκοστός τέταρτος 6.247,28 ευρώ, ο εξηκοστός πέμπτος 16.117,17 ευρώ, ο εξηκοστός έκτος 5.611,67 ευρώ, ο εξηκοστός έβδομος 15.236,31 ευρώ, ο εξηκοστός όγδοος 9.490,37 ευρώ, ο εξηκοστός ένατος 2.738,89 ευρώ, ο εβδομηκοστός 21.155,31 ευρώ, ο εβδομηκοστός πρώτος 14.878,36 ευρώ, ο εβδομηκοστός δεύτερος 47.294,40 ευρώ, ο εβδομηκοστός τρίτος 17.424,68 ευρώ, ο εβδομηκοστός τέταρτος 39.596,60 ευρώ, ο εβδομηκοστός πέμπτος 19.537,75 ευρώ, ο εβδομηκοστός έκτος 16.155,15 ευρώ, ο εβδομηκοστός έβδομος 18.922,96 ευρώ, ο εβδομηκοστός όγδοος 14.553 ευρώ, ο ογδοηκοστός 16.429,47 ευρώ και ο σύζυγος της ογδοηκοστής πρώτης ενάγουσας 25.265,27 ευρώ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο που καταρτίστηκαν οι ως άνω συμβιβαστικές συμφωνίες, υπήρχε σοβαρή αμφισβήτηση και αβεβαιότητα σχετικά με τα ένδικα δικαιώματα των εναγόντων - εφεσιβλήτων και των συζύγων των 61ης, 62ης και 81ης εναγόντων - εφεσιβλήτων και συγκεκριμένα σχετικά με τη συνταγματικότητα ή μη της διάταξης του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992 και της περαιτέρω εφαρμογής της ή μη κατά την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης από το εκκαλούν, δεδομένου ότι είχαν εκδοθεί αντίθετες ως προς το ζήτημα αυτό αποφάσεις τόσο από τα διοικητικά όσο και τα πολιτικά Δικαστήρια.

Συγκεκριμένα κατά το χρόνο που είχε δημοσιευθεί η προαναφερόμενη απόφαση του Δ.Σ. του εκκαλούντος (…11.2004) είχαν ήδη δημοσιευθεί οι ΔΕφΑΘ 585/2000 (ΕΕργΔ 2000, 609 ) και ΔΕφΑΘ 3443/2000 (ΔΕΝ 2001, 154) αποφάσεις, που έκριναν ότι η ως άνω διάταξη αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας. Αντίθετα η ΑΠ 1159/2001 απόφαση (ΔΕΝ 2001, 1292) έκρινε ότι η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, ενώ η ΑΠ 521/2003 απόφαση (ΕΕργΔ 2003, 785) έκρινε ότι αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και συνεπώς είναι ανεφάρμοστη η ως άνω διάταξη, ταυτόχρονα όμως παρέπεμψε το ζήτημα στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος και για την ενότητα της νομολογίας.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η ΑΠ 8/2004 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας (ΕλλΔνη 2004, 707), η οποία έκρινε με πλειοψηφία μιας ψήφου, ότι το εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, και συνεπώς είναι αντισυνταγματική (αφού παραβιάζεται η αρχή της ισότητας) η επιβολή νομοθετικά ανωτάτου ορίου σ αυτό. Ενόψει του ότι υπήρχε ισχυρή μειοψηφία που υποστήριξε το αντίθετο, παραπέμφθηκε το ζήτημα στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, οπότε στις 10.3.2005 εκδόθηκε η ΟλΑΠ 17/2005 (ΕλλΔνη 2005, 703), απόφαση η οποία έκρινε αντισυνταγματική την ως άνω διάταξη.

Παράλληλα από το Συμβούλιο της Επικρατείας είχαν εκδοθεί αποφάσεις με αντίθετη άποψη. Συγκεκριμένα, οι με αριθμό 162, 163 και 164/24.1.2005 αποφάσεις, με τις οποίες κρίθηκε ότι το επίδικο εφάπαξ βοήθημα δεν είχε αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα και για το λόγο αυτό η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, ενόψει, όμως, του ότι το ζήτημα είχε παραπεμφθεί προς επίλυση στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, παρέπεμψαν την υπόθεση προς κρίση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικράτειας, που εν τέλει, με τις με αριθμό 1282, 1283 και 1284/2006 αποφάσεις της Ολομέλειάς του, έκρινε συνταγματική την ίδια διάταξη.

Ακολούθως το θέμα παραπέμφθηκε στο ΑΕΔ, το οποίο επιλύοντας την αντίθεση μεταξύ των αποφάσεων των παραπάνω ανωτάτων Δικαστηρίων, έκρινε με τις 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του, κατά πλειοψηφία, αντισυνταγματική τη διάταξη, για τους λόγους που εκτίθενται στην αρχική νομική σκέψη της παρούσας απόφασης. Μετά από αυτά, οι παραπάνω συμβιβασμοί μεταξύ των διαδίκων υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους είναι έγκυροι, διότι με τη συμφωνία που περιέχουν λύθηκε σοβαρή και όχι προσχηματική αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα σχετικά με το ύψος του εφάπαξ και με αμοιβαίες υποχωρήσεις αυτές επιλύθηκαν.

Η σοβαρή αβεβαιότητα αναφερόταν στη συνταγματικότητα ή μη του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992, ενώ οι αμοιβαίες υποχωρήσεις τους συνίστανται για μεν τους εφεσίβλητους στο ότι συμφώνησαν να λάβουν μέρος του όλου εφάπαξ, κατά πολύ όμως ανώτερο από το ποσό που είχε αρχικά υπολογιστεί με το πλαφόν της ως άνω διάταξης, το δε εκκαλούν κατέβαλε μέρος μόνον αυτού, το οποίο, ωστόσο, υπερέβαινε κατά πολύ το όριο που είχε τεθεί από το άρθρο 57 του Ν. 2084/1992, ενώ όλοι οι διάδικοι απέφυγαν με τους συμβιβασμούς αυτούς να αποδυθούν σε δικαστικό αγώνα, που κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν αβέβαιης διάρκειας και έκβασης.

Τα όσα δε αντίθετα επικαλούνται οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες με την αγωγή τους και επαναφέρουν με τις προτάσεις τους, ότι δηλ. με τις ως άνω συμβάσεις δεν έγιναν αμοιβαίες υποχωρήσεις, ότι εξαναγκάστηκαν κατά τρόπο εκβιαστικό στην υπογραφή της προαναφερθείσας υπεύθυνης δήλωσης και ότι πρόκειται για εκ μέρους τους παραίτηση από το δικαίωμα παροχής εφάπαξ αποζημίωσης που στηρίζεται σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και ως εκ τούτου είναι άκυρη, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμα, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν.

Συνεπώς, αφού οι ως άνω συμβιβασμοί μεταξύ αφ' ενός των προαναφερόμενων εναγόντων - εφεσιβλήτων, αφ' ετέρου του εναγόμενου - εκκαλούντος είναι έγκυροι, διότι με τη συμφωνία που περιέχουν λύθηκε σοβαρή και όχι προσχηματική αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα σχετικά με το ύψος του εφάπαξ και με αμοιβαίες υποχωρήσεις αυτές επιλύθηκαν, η υπό κρίση αγωγή, με την οποία ζητείται η αναγνώριση της εκ μέρους του εναγόμενου οφειλής προς τους ενάγοντες (υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους) της διαφοράς μεταξύ των καταβληθέντων σ' αυτούς ποσών για την εφάπαξ ασφαλιστική παροχή τους, στα οποία συμπεριλαμβάνουν τα ποσά που έλαβαν με τον προαναφερθέντα έγκυρο συμβιβασμό, και των ποσών που κατά τους ισχυρισμούς τους δικαιούντο για την ως άνω εφάπαξ ασφαλιστική παροχή, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά τα προαναφερθέντα, δεκτής γενομένης της ένστασης εξώδικου συμβιβασμού, τον οποίον το εναγόμενο - εκκαλούν πρότεινε παραδεκτά με τις προτάσεις του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον η ένσταση αυτή αποδεικνύεται από έγγραφο και δικαστική ομολογία των εναγόντων - εφεσιβλήτων".

Όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δεν έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 Ν. 2084/1992, με την οποία εθεσπίσθη ανώτατο όριο στο εφ' άπαξ βοήθημα αποζημιώσεως, του οποίου εδικαιούντο οι αναιρεσείοντες, είναι συμβατή με το Σύνταγμα, ούτε ότι οι σχετικές αξιώσεις αυτών έχουν παραγραφεί, ούτε ότι το αναιρεσίβλητο δεν νομιμοποιείται παθητικώς και δεν είναι υπόχρεω στην καταβολή συμπληρωματικού εφ' άπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους του Ταμείου Συντάξεων και Προνοίας της ..., του οποίου τυγχάνει καθολικός διάδοχος, ούτε ότι οι αναιρεσείοντες στερούνται της δυνατότητος να διεκδικήσουν δικαστικώς τις αξιώσεις τους προς καταβολή συμπληρωματικού εφ' άπαξ βοηθήματος, οι οποίες εγεννήθησαν προ της εκδόσεως της ως άνω αποφάσεως του ΑΕΔ.

Συνεπώς οι ως άνω πρώτος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι προαναφερόμενες αναιρετικές πλημμέλειες, ερείδονται επί αναληθών προϋποθέσεων και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον κατά τα ανωτέρω προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920 και 8 παρ. 4 ΝΔ 4020/1959, δεχόμενο ότι είναι επιτρεπτός ο συμβιβασμός ως προς τις αξιώσεις καταβολής του εφ' άπαξ βοηθήματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο υπό τα παρ' αυτού ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι κατά τον χρόνο καταρτίσεως των επιμάχων συμβάσεων υφίστατο σοβαρή, όχι προσχηματική αβεβαιότης και αμφισβήτηση σχετικώς με την συνταγματικότητα της ως άνω διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 3 Ν. 2084/1992 και συνακολούθως ως προς το ύψος του οφειλομένου εφ' άπαξ βοηθήματος εν όψει της εκδόσεως αντιθέτων δικαστικών αποφάσεων και της διακυμάνσεως της νομολογίας, επιλυθείσα με αμοιβαίες υποχωρήσεις, καθ' όσον οι ενάγοντες έλαβαν δυνάμει των εν λόγω συναφθεισών συμβάσεων ως συμπληρωματική εφ' άπαξ παροχή τα ως άνω αναφερόμενα ποσά και συνολικώς μέρος μεν του όλου εφ' άπαξ βοηθήματος αλλά κατά πολύ ανώτερο του οφειλομένου δυνάμει του ανωτάτου ορίου ποσού, απέφυγαν δε κατ' αυτόν τον τρόπο να εμπλακούν σε δικαστικούς αγώνες αβεβαίας κατά τον τότε χρόνο διαρκείας και εκβάσεως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των προαναφερομένων άρθρων, αναλόγως εφαρμοζομένων, οι οποίες κατά τα ανωτέρω επιτρέπουν τον συμβιβασμό και επί εργατικών αξιώσεων υπό τις προϋποθέσεις της υπάρξεως σοβαρής αβεβαιότητος και αμφισβητήσεως και της επιλύσεως αυτής με αμοιβαίες υποχωρήσεις.

Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και ως προς τους 1ο, 2ο, 3ο, 5ο, 7ο, 8ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13ο, 14ο, 15η, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο, 20ό, 21ο, 22ο, 24ο, 25ο, 26η, 27ο, 30ό, 31ο, 34ο, 35ο, 37ο, 38ο, 39η, 40ό, 41ο, 42ο, 44ο, 45ο, 46ο, 47ο, 48ο, 50ό, 51ο, 56ο, 57ο, 59ο, 60ό, 61η, 63ο, 64ο, 65ο, 67ο, 68ο, 69ο, 70ό, 71ο, 72ο, 73ο, 74ο, 76ο, 77η, 78ο και 80ό των αναιρεσειόντων, Α. Α. του Χ., Κ. Α. του Ι., Χ. Α. του Π., Σ. - Ο. του Β., Γ. Μ. του Ι., Ε. Γ. του Β., Σ. Γ. του Σ., Ε. Γ. του Β., Ε. Γ. του Ι., Θ. Γ. του Δ., Β. Γ. του Γ., Μ. Δ. του Κ., Η. Ε. του Δ., Ι. Ζ. του Ν., Μ. Ζ. του Γ., Α. Ζ. του Α., Ι. Ζ. του Γ., Κ. Ι. του Α., Κ. Κ. του Ι., Ν. Κ. του Ι., Σ. Κ. του Ν., Ά. Κ. - Β., Γ. Κ. του Ε., Δ. Κ. του Ι., Λ. Κ. του Κ., Α. Μ. του Χ., Γ. Μ. του Ι., Δ. Μ. του Δ., Θ. Μ. του Σ., Ε. Μ. του Ν., Α. Μ. του Δ., Δ. Μ. του Ι., Κ. Μ. του Ν., Ε. Ν. του Ι., Α. Ν. του Δ., Δ. Ν. του Ι., Χ. Ξ. του Θ., Χ. Π. του Γ., Γ. Π. του Δ., Γ. Π. του Κ., K. Π. του Σ., Κ. Π. του Ι., Ι. Π. του Τ., Η. Π. του Δ., Ε. Π. του Φ., Θ. Ρ. του Α., Ε. Σ. του Σ., Α. Σ. του Β., Ι. Τ. του Ν., Γ. Τ. του Β., Ι. Τ. του Χ., Χ. Τ. του Κ., Κ. Τ. του Γ., Β. Φ. του Ν., Ι. Φ. του Γ., Χ Φ. του Γ., Β. Φ. του Ι., Ε. Φ. - Χ. του Φ., Ν. Φ. του Φ. και Χ. Χ. του Ι.. Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους απορρίπτεται η αναίρεση, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της υποθέσεως ως προς τους Κ. Α. του Β., Ι. Β. του Α., Ι. Γ. του Α., Ι. Κ. του Ν., Ι. Κ. του Σ., Ι. Λ. του Α., Α. Μ. του Δ., Γ. Μ. του Ι., Α. Π. του Α., Ι. Π. του Α., Χ. Π. του Κ., Ι. Π. του Γ., Κ. Ρ. του Γ., Α. Σ. του Δ., Δ. χήρα Ν. Χ., Γ. Χ. του Ν., Ε. Χ. του Ν. και Ι. Χ. του Ν..

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους ως άνω διαδίκους.

Κηρύσσει επαναληφθείσα την δια της γνωστοποιήσεως του θανάτου του Θ. Ρ. του Α. βιαίως διακοπείσα προκειμένη δίκη επ' ονόματι των υπεισελθόντων στην θέση αυτού Κ. χήρας Θ. Ρ., Α. - Η. Ρ. του Θ., Χ. Ρ. του Θ. και Ξ. Ρ. του Θ.

Απορρίπτει την αναίρεση κατά της 3542/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τους Α. Α. του Χ., Κ. Α. του Ι., Χ. Α. του Π., Σ. - Ο. του Β., Γ. Μ. του Ι., Ε. Γ. του Β., Σ. Γ. του Σ., Ε. Γ. του Β., Ε. Γ. του Ι., Θ. Γ. του Δ., Β. Γ. του Γ., Μ. Δ. του Κ., Η. Ε. του Δ., Ι. Ζ. του Ν., Μ. Ζ. του Γ., Α. Ζ. του Α., Ι. Ζ. του Γ., Κ. Ι. του Α., Κ. Κ. του Ι., Ν. Κ. του Ι., Σ. Κ. του Ν., Ά. Κ. - Β., Γ. Κ. του Ε., Π. Κ. του Σ., Δ. Κ. του Ι., Λ. Κ. του Κ., Α. Μ. του Χ., Γ. Μ. του Ι., Δ. Μ. του Δ., Θ. Μ. του Σ., Ε. Μ. του Ν., Α. Μ. του Δ., Δ. Μ. του Ι., Κ. Μ. του Ν., Δ. Μ. του Α., Ε. Ν. του Ι., Α. Ν. του Δ., Δ. Ν. του Ι., Χ. Ξ. του Θ., Χ. Π. του Γ., Γ. Π. του Δ., Γ. Π. του Κ., Ε. Π. του Ν., Κ. χήρα Λ. Π., Κ. Π. του Σ., Κ. Π. του Ι., Ι. Π. του Τ., Η. Π. του Δ., Ε. Π. του Φ., Θ. Ρ. του Α., Ε. Σ. του Σ., Α. Σ. του Β., Ι. Τ. του Ν., Γ. Τ. του Β., Ι. Τ. του Χ., Χ. Τ. του Κ., Κ. Τ. του Γ., Β. Φ. του Ν., Ι. Φ. του Γ., Χ Φ. του Γ., Π. Φ. του Κ., Β. Φ. του Ι., Ε. Φ. - Χ. του Φ., Ν. Φ. του Φ., Χ. Χ. του Ι. και Ε. χήρα Σ. Δ.. Και Επιβάλλει εις βάρος των ως άνω αναιρεσειόντων, ως προς τους οποίους απορρίπτεται η αναίρεση, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ