234/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated234/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 234 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 234/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Χ. Ξ. του Κ. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ελευθέριο Περίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Των αναιρεσίβλητων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Βιοτεχνική και Εμπορική Επιχείρηση Χρυσού ΚΟΝΤΟΡ Α.Ε", που εδρεύει στη Δημοτική Κοινότητα Αρχαγγέλου του Δήμου Ροδίων και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Λασπονίκο 2) Ε. Α. του Γ., 3) Χ. συζ. Ε. Α. και 4) Α. Α. του Ε., κατοίκων ... με την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων και διαδόχων του αρχικού διαδίκου Γ. Α. του Ε., εκ των οποίων ο 2ος εναγόμενος δεν παραστάθηκε, ενώ οι λοιποί 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους, Χρυσούλα Καπαρτζιάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-1988 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 322/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 116/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 18 - 1 - 2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 24-3-2016 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π. 1185/2013).
Κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου (που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του Ν.4139/20.3.2013), αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 2192/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104, για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (Α.Π. 190/2013). Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ελευθέριο Περίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ (άρθρο 573 παρ. 1 ίδιου Κώδικα) καθώς και οι πρώτη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, με τους ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντες πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Λασπονίκο (η πρώτη) και Χρυσούλα Καπαρτζιάνη (οι τρίτη και τέταρτη).
Ο δεύτερος από τους αναιρεσίβλητους Ε. Α. του Γ. δεν παραστάθηκε, από δε τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως δεν αποδεικνύει την κλήτευσή του. Οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 παρ. 1 ΚΠολΔ.), καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά στην αναγνώριση ακυρότητας δικαιοπραξίας σχετικά με τη μεταβίβαση ακινήτου, λόγω εικονικότητας αυτής, και την απόδοσή του στην αναιρεσείουσα-ενάγουσα.
Συνεπώς, πρέπει, κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ., να χωρισθεί η υπόθεση και, αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς τον απολιπόμενο αναιρεσίβλητο, να προχωρήσει νομίμως ως προς τους παριστάμενους διαδίκους.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτήν παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. (Α.Π. 2095/2009).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 178 Α.Κ., "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν.
Κατά δε το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου άρθρου 178, "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του Α.Κ., για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία, του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.
Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά (Α.Π. 492/2004). Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.
Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου, εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.
Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 Α.Κ., γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλόμενου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ' αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλόμενου.
Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου, και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.Α.Π. 714/1973).
Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, όταν αντικείμενο της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας είναι πώληση ακινήτου, το στοιχείο της δυσαναλογίας κρίνεται μεταξύ του τιμήματος που καταβλήθηκε και της αγοραίας αξίας του μεταβιβασθέντος ακινήτου.
Το ύψος, όμως, της αγοραίας αξίας, μόνο του χρόνου κατάρτισης της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας, κρίνεται κατ' ουσίαν από το ουσιαστικό δικαστήριο με διάφορους προσδιοριστικούς παράγοντες, οικονομικούς, πολεοδομικούς κ.λπ., όπως, προκειμένου για αστικά ακίνητα, η μισθωτική αξία, η οικοδομησιμότητα του οικοπέδου, η θέση του, κλπ., η δε σχετική κρίση, ως αναγόμενη σε αποδεικτική αξιολόγηση, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η ενάγουσα, η οποία κατοικεί στην ..., με το υπ' αριθμ. .../1972 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Σ.
Μ., νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Κτηματολογίου Ρόδου, είχε καταστεί κυρία ενός αγρού, εμβαδού 24.700 τ.μ. στη θέση "Λ." της κτηματικής περιφέρειας ..., με κτηματολογικά στοιχεία τόμος γαιών 2… ..., μερίδα 37…, φύλλο 4…, φάκελος 27…, νομικής φύσης "αρζί-μιρί". Κατά το έτος 1986 αποφάσισε να πωλήσει ένα τμήμα του ανωτέρω ακινήτου της, εμβαδού 5.000 τ.μ., εμφαινόμενο υπό στοιχείο Β στο από Ιούνιο 1987 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Μ.
Κ. στην υπό σύσταση ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη Βιοτεχνική και Εμπορική Επιχείρηση Χρυσού ΚΟΝΤΟΡ ΑΕ", πρώτη των εναγομένων, η οποία ενδιαφερόταν να αγοράσει ένα ακίνητο στην ίδια περιοχή, ο δε νόμιμος εκπρόσωπος της και διευθύνων σύμβουλος Γ. Χ. είναι συγχωριανός της ενάγουσας και μακρινός συγγενής της.
Κατόπιν αυτών, η ενάγουσα και η πρώτη εναγόμενη προέβησαν στην κατάρτιση του υπ' αριθ. .../15-6-1987 προσυμφώνου ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Μ. Λ.- Κ., με το οποίο η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στη δεύτερη το προαναφερόμενο τμήμα των 5.000 τ.μ. του μεγαλύτερου ακινήτου της, με αναγραφόμενα στο προσύμφωνο αξία και συμφωνηθέν τίμημα το ποσόν του 1.500.000 δραχμών.
Με την ίδια συμβολαιογραφική πράξη και σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ .../15-6-1987 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, η ενάγουσα παρείχε το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα στο νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης -αγοράστριας Γ. Χ., να υπογράψει μόνος του και για λογαριασμό της το οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης του ακινήτου στην πρώτη εναγομένη.
Σε εκτέλεση του προσυμφώνου ο Γ. Χ., παριστάμενος με την ιδιότητα τόσο του πληρεξουσίου της ενάγουσας όσο και του εκπροσώπου και διευθύνοντος συμβούλου της πρώτης εναγομένης, προέβη στη σύνταξη του υπ' αριθμ .../8-9-1987 οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο τελικά μεταβιβάστηκε το ακίνητο κατά κυριότητα στην πρώτη εναγομένη και ενεγράφη στα κτηματολογικά βιβλία με στοιχεία τόμος 2… γαιών …, φύλλο 4…, φάκελος 79… και μερίδα 37… με τιτλούχο την τελευταία.
Στο ανωτέρω οριστικό συμβόλαιο η αξία του ακινήτου εκτιμήθηκε από την Οικονομική Εφορία Ρόδου στο ποσό των 7.000.000 δρχ. Στην πραγματικότητα η συμφωνία των διαδίκων ήταν να μεταβιβαστεί το ακίνητο με τίμημα 1.000.000 δρχ. ανά στρέμμα, παρά το γεγονός ότι η αξία του ακινήτου στην περιοχή "Λ." … ήταν μεγαλύτερη και τούτο επειδή ο Γ.
Χ. είχε αναλάβει τα έξοδα του δικαστικού αγώνα μεταξύ της ενάγουσας και του Π. Λ., που διεκδικούσε άλλο τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου της ενάγουσας εμβαδού επίσης 5.000 τ.μ. Το τελευταίο αυτό είχε η ενάγουσα την υποχρέωση να το μεταβιβάσει ατομικά στο Γ. Χ. με το υπ' αριθμ. .../15-6-1987 προσύμφωνο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου.
Τελικά και παρά τις συμφωνίες, η ενάγουσα έλαβε για το μεταβιβασθέν στη πρώτη εναγομένη ακίνητο το ποσό των 215.000 δρχ, το οποίο τελεί σε προφανή δυσαναλογία προς την εκτιμηθείσα αξία του των 7.000.000 δρχ. Με το υπ' αριθμ. …/9-9-1988 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Ρόδου Α. Κ.-Χ., η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε περαιτέρω κατά κυριότητα το ακίνητο στον αρχικό δεύτερο εναγόμενο Γ.
Α., κάτοικος επίσης …, έναντι αναγραφομένου στο συμβόλαιο τιμήματος 700.000 δρχ. και εκτιμηθείσας από την Οικονομική Εφορία Ρόδου αξίας 8.500.000 δρχ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι: Η ενάγουσα κατά το χρόνο κατάρτισης των επιδίκων δικαιοπραξιών με την πρώτη εναγομένη (1987) διέμενε στην ... σε ιδιόκτητη οικία, ήταν άγαμη, ηλικίας 51 ετών και συμβιούσε με τον πατέρα της.
Οι γραμματικές της γνώσεις είναι της Ε' τάξης του Δημοτικού Σχολείου. Στο ισόγειο της οικίας της λειτουργούσε ένα μικρό παντοπωλείο, το οποίο, πριν απ' αυτήν, το λειτουργούσε ο πατέρας της, κατά τη τουριστική περίοδο δε εργαζόταν ως λαντζέρισα σε ξενοδοχεία και καταστήματα. Ήταν ιδιοκτήτρια του προαναφερομένου ακινήτου των 24.700 τ.μ, στο οποίο υπήρχαν περί τα 50 ελαιόδεντρα, καθώς και των τριών άλλων ακινήτων, έκτασης τα δυο εξ αυτών 1,5 στρέμματος περίπου το καθένα και το τρίτο 1 στρέμματος περίπου, στα οποία υπήρχαν ελαιόδεντρα και πορτοκαλιές.
Τα ακίνητα αυτά η ενάγουσα καλλιεργούσε και συνέλλεγε τους καρπούς, τους οποίους πουλούσε και αποκόμιζε εισόδημα 30.000 δρχ. περίπου ετησίως. Ήταν ασφαλισμένη στο ΙΚΑ, ενώ ο πατέρας της ήταν συνταξιούχος του ΟΓΑ με μηνιαία σύνταξη 160 δρχ. Η ενάγουσα ισχυρίζεται στην αγωγή της ότι βρισκόταν σε ανάγκη εξεύρεσης χρημάτων λόγω της ασθενείας του πατέρα της, την οποία δεν εξειδικεύει, ο δε μάρτυρας της καταθέτει ότι ο πατέρας της κατά τον επίδικο χρόνο ήταν κατάκοιτος, διότι είχε πάθει γάγγραινα στο πόδι και ότι είχε ανάγκη από γιατρούς και φάρμακα, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση της ασθένειας του και των αναγκών του, ούτε προσκομίζεται ιατρική βεβαίωση από την οποία να προκύπτει η ασθένεια του πατέρα της, εάν εξαιτίας αυτής είχε υποστεί αποκοπή του ποδιού του και σε ποιο σημείο, εάν μπορούσε να περπατήσει με υποβοήθηση από τεχνητά μέσα, εάν είχε ανάγκη ιατρικής παρακολούθησης και λήψης φαρμάκων κλπ.
Ούτε από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο αποδεικνύονται τα ανωτέρω στοιχεία ούτε και η τυχόν μηνιαία δαπάνη που απαιτείτο και αν αυτή καλύπτετο ή όχι από τον ασφαλιστικό του φορέα. Ελλείψει όμως των ανωτέρω ειδικότερων περιστατικών, λαμβανομένης υπ' όψη και της οικονομικής και περιουσιακής κατάστασης της ενάγουσας, δεν αποδεικνύεται η άμεση επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής οικονομική ανάγκη της, που απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ.
Εξάλλου, η ενάγουσα είχε αγοράσει το ακίνητο της των 24.700 τ.μ. κατά το έτος 1972 συμβολαιογραφικούς, συναλλασσόταν με τους πελάτες του παντοπωλείου της, έστω και σε περιορισμένη έκταση, προμηθευόταν τα εμπορεύματα που πουλούσε σε αυτό από μεγάλο SUPER MARKET της Ρόδου, εργαζόταν, καλλιεργούσε τα αγροτικά της ακίνητα και επομένως είχε συναλλαγές με εργάτες, εμπορευόταν δε και τους καρπούς που συνέλλεγε από τα δένδρα.
Επομένως, κατά το χρόνο της κατάρτισης των δικαιοπραξιών με την πρώτη εναγομένη, δεν ήταν άπειρη ούτε ως προς τις συναλλαγές γενικώς,, ούτε ως προς τις συναλλαγές ακινήτων, παρά την περιορισμένη της μόρφωση.
Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε η άμεση, επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής οικονομική ανάγκη της ενάγουσας κατά τον ως άνω χρόνο, αποδείχθηκε δε ότι κατά τον ίδιο χρόνο δεν ήταν άπειρη περί τις συναλλαγές, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας της πώλησης του ακινήτου της ενάγουσας προς την πρώτη εναγομένη, που συνήφθη με τα υπ' αριθμ. .../1987 και .../1987 προσύμφωνο και οριστικό συμβόλαιο αντίστοιχα, ως αισχροκερδούς, παρά το γεγονός της προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ τιμήματος πώλησης και αξίας ακινήτου, αφού όλες οι προϋποθέσεις που επιτάσσει το άρθρο 179 A.Κ.
πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά". Κατέληξε δε το Εφετείο ότι, κατά συνέπεια των παραδοχών αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η σύμβαση της πώλησης, που συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, ήταν άκυρη και αισχροκερδής και ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή κατά την κύρια βάση της και αναγνώρισε την ακυρότητα των υπ' αριθμ. .../15-6-1987 και .../8-9-1987 προσυμφώνου και οριστικού συμβολαίου, αντίστοιχα, της συμβολαιογράφου Ρόδου Μ.
Λ. - Κ., εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και αφού την εξαφάνισε κατά τις διατάξεις της αυτές, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε την ως άνω βάση της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς την πρώτη εναγόμενη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ κατά τα ζητήματα και στοιχεία της "ανάγκης" και "απειρίας" αλλά και της "εκμετάλλευσης της ανάγκης και απειρίας", που δεν ερεύνησε καθόλου, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.
Με όσα εκτίθενται στον ερευνώμενο εδώ αναιρετικό λόγο, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, που προαναφέρθηκαν, οι προβαλλόμενες πλημμέλειες, αν και εμφανίζονται να αφορούν παραβίαση της πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, στην πραγματικότητα πλήττουν την ίδια απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων με πραγματικά και νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται αποκλειστικά με τη βασιμότητα των αποδεικτικών μέσων που εκτιμήθηκαν από το Εφετείο.
Ενόψει αυτών, ο ως άνω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εξάλλου, το Εφετείο με το να δεχθεί, με τις ανωτέρω σκέψεις, το δεύτερο λόγο της έφεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η κύρια βάση της αγωγής, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 179 Α.Κ., που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατ' αυτής και του αρχικώς διαδίκου Γ.
Α., δηλαδή ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτής (αναιρεσείουσας) τα στοιχεία της "ανάγκης" και της "απειρίας" κατά το χρόνο της κατάρτισης των άνω δικαιοπραξιών και ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας της πώλησης του επίδικου ακινήτου της προς την πρώτη εναγόμενη - αναιρεσίβλητη, που συνήφθη με τα επίμαχα συμβόλαια, ως αισχροκερδούς, παρά το γεγονός της προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ τιμήματος πώλησης και αξίας ακινήτου, αφού όλες οι προϋποθέσεις που επιτάσσει το άρθρο 179 ΑΚ πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, και στη συνέχεια, με το να απορρίψει την εν λόγω βάση της αγωγής όσο μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο με την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 179 Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της ανάγκης και απειρίας ή της αντίθεσης στα χρηστά ήθη και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, αφού δεν δέχθηκε ότι συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 179 ΑΚ (ανάγκη και απειρία της πωλήτριας), ώστε να προχωρήσει στην έρευνα του στοιχείου της εκμετάλλευσης αυτών των στοιχείων από την πρώτη εναγόμενη - αναιρεσίβλητη.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και μάλιστα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 178 και 179 Α.Κ., τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα του ως άνω αγωγικού ισχυρισμού.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον ίδιο, πρώτο, κατά το άλλο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος, πρώτος, λόγος αναίρεσης.- Από τη διάταξη του άρθρου 179 Α.Κ., που ορίζει ότι είναι άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη...η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή, σαφώς προκύπτει ότι υφίσταται ακυρότητα οσάκις η προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής υπάρχει κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης.
Επομένως, είναι προφανές ότι είναι αόριστη η αγωγή με την οποία διώκεται η ακύρωση της σύμβασης με βάση τη διάταξη αυτή, όταν δεν καθορίζονται τα στοιχεία αυτά, ήτοι κατάρτιση δικαιοπραξίας, αξία παροχής και ωφελημάτων, δυσαναλογία αυτών κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και έκθεση περιστατικών των προϋποθέσεων (Α.Π.252/2004).
Συνεπώς, ορθώς το δικάσαν Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, κατά το στοιχείο της κουφότητας της αναιρεσείουσας, διώκουσας την ακύρωση της ως άνω πωλήσεως ως αντίθετης στη διάταξη του άρθρου 179 Α.Κ., ως εκ του ότι σ' αυτήν εκθέτει μόνο, επί λέξει, τα εξής : "Περαιτέρω, η α' εναγόμενη και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη, κουφότητα και απειρία μου περί τας συναλλαγάς, συνομολόγησαν και έλαβαν υπέρ εαυτών περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία κατά τας περιστάσεις τελούν σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχής ήτοι γνωρίζοντες την ανάγκη χρημάτων που είχα δια την αντιμετώπισιν της ασθένειας του πατρός μου, με εξεμεταλλεύθησαν και έλαβαν παρ' εμού το ρηθέν ακίνητο, αξίας δραχμών 10.000.000 (εκτίμησις Οικονομικής εφορίας Ρόδου δρχ. 7.000.000), δια της καταβολής προς εμέ μόνον 200.000 δραχμών, ποσόν όπερ τέλει εις προφανή δυσαναλογίαν προς την παροχήν", χωρίς να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να συγκροτούν την προϋπόθεση αυτήν, έτσι όπως αυτά εκτέθηκαν ανωτέρω στη μείζονα σκέψη.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αόριστη την αγωγή όσον αφορά τη συνδρομή της προϋπόθεσης της κουφότητας, ορθώς έκρινε, ο δε αντίθετος δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε την ανωτέρω αγωγή ως αόριστη, κατά το στοιχείο της κουφότητας της αναιρεσείουσας, που είναι από τον αριθμό 14 (και όχι και από τον αρ. 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, " Πράγματα " κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.
Ενόψει τούτων, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι νομικές αναλύσεις καθώς και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π.14/2004). Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.Α.Π.25/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ., ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η καταρτισθείσα μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και του αρχικώς δεύτερου εναγομένου Γ.
Α. με το ως άνω συμβόλαιο σύμβαση πωλήσεως εκτάσεως 5.000 τ.μ. είναι εικονική, γιατί δεν καταβλήθηκε τίμημα απ' αυτόν (αγοραστή) προς την εν λόγω πωλήτρια εταιρία. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως αβάσιμο, με την παραδοχή ότι " η πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε περαιτέρω κατά κυριότητα το ακίνητο λόγω πώλησης στον αρχικό δεύτερο εναγόμενο με το υπ' αριθμ. 125/9-9-1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Α.
Κ.-Χ. έναντι τιμήματος 700.000 δρχ., ενώ η αξία του εκτιμήθηκε από την Οικονομική Εφορία Ρόδου κατά το χρόνο μεταβίβασης σε 8.500.000 δρχ. Από κανένα αποδεικτικό μέσο ωστόσο δεν αποδεικνύεται ότι η μεταξύ των εναγομένων δικαιοπραξία είναι εικονική, με την έννοια της μη μετάθεσης της κυριότητας από την πωλήτρια εταιρία στον αγοραστή.
Το γεγονός ότι το συμφωνηθέν τίμημα είναι μικρότερο από την εκτιμηθείσα αξία του ακινήτου δεν αρκεί από μόνο του για να καταστήσει τη σύμβαση εικονική, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών". Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος με το οποίο, υπό το πρόσχημα των πλημμελειών από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ., πλήττει την περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, που αυτό σχημάτισε από την εκτίμηση των αποδείξεων, και συγκεκριμένα στη μη εικονικότητα της ανωτέρω δικαιοπραξίας, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ., να απορριφθεί ως απαράδεκτος.- Κατά το άρθρο 138 εδ.α' Α.Κ., δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 138 και 513 Α.Κ., προκύπτει ότι δεν ασκεί επιρροή επί του κύρους της καταρτισθείσας συμβάσεως πωλήσεως το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιον τρόπο το συμφωνηθέν τίμημα και ότι επί προσβολής της συμβάσεως πωλήσεως ως εικονικής δεν έχει σημασία για την περί αυτής κρίση η καταβολή ή μη του τιμήματος, ούτε η μη καταβολή του προσδίδει, χωρίς άλλο, το χαρακτήρα της εικονικότητας, αφού είναι δυνατό τούτο να δωρηθεί, αφεθεί ή κατ' άλλο τρόπο να αποσβεσθεί, δυναμένου μόνο του στοιχείου αυτού, κατά την έρευνα περί της συναλλακτικής πρόθεσης των συμβληθέντων, να αποτελέσει, κατά τις περιστάσεις, τεκμήριο περί της εικονικότητας (Α.Π.253/1992).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1 /1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε περαιτέρω κατά κυριότητα το ακίνητο λόγω πώλησης στον αρχικό δεύτερο εναγόμενο Γ. Α. με το υπ' αριθμ…/9-9-1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Α.
Κ.-Χ. έναντι τιμήματος 700.000 δρχ., ενώ η αξία του εκτιμήθηκε από την Οικονομική Εφορία Ρόδου κατά το χρόνο της μεταβίβασης σε 8.500.000 δρχ. Από κανένα αποδεικτικό μέσο ωστόσο δεν αποδεικνύεται ότι η μεταξύ των εναγομένων δικαιοπραξία είναι εικονική, με την έννοια της μη μετάθεσης της κυριότητας από την πωλήτρια εταιρεία στον αγοραστή.
Το γεγονός ότι το συμφωνηθέν τίμημα είναι μικρότερο από την εκτιμηθείσα αξία του ακινήτου δεν αρκεί από μόνο του για να καταστήσει τη σύμβαση εικονική χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών. Να σημειωθεί, ακόμη, ότι η πρώτη εναγόμενη άσκησε σε βάρος του δεύτερου την υπ' αριθμ. καταθ. 768/11-10-1991 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί κυρία του εν λόγω ακινήτου λόγω ανατροπής των αποτελεσμάτων της πώλησης, διότι πληρώθηκε η τεθείσα για την πληρωμή του τιμήματος διαλυτική αίρεση, η οποία (αγωγή) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την υπ' αριθμ. 275/1992 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η κύρια βάση της αγωγής, που στηρίζεται στην εικονικότητα της ανωτέρω δικαιοπραξίας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ακολούθως δε απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας - ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως ως προς τη βάση αυτήν.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη εικονικότητας της ανωτέρω δικαιοπραξίας, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για τη μη εφαρμογή της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 138 εδ.α' Α.Κ., χωρίς να είναι απαραίτητο για την πληρότητα των αιτιολογιών η αναφορά και άλλων περιστατικών για την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αφού αυτό διατυπώνεται σαφώς.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Χωρίζει την υπόθεση ως προς τον απολιπόμενο και τους παριστάμενους διαδίκους.-
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον απολιπόμενο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ε. Α. του Γ..-
Απορρίπτει την από 18-1-2013 αίτηση της Χ. Ξ. του Κ. κατά των εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη Βιοτεχνική και Εμπορική Επιχείρηση Χρυσού ΚΟΝΤΟΡ Α.Ε." κλπ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 116/2012 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. - Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει για μεν την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμη Βιοτεχνική και Εμπορική Επιχείρηση Χρυσού ΚΟΝΤΟΡ Α.Ε." στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για δε τις δύο τελευταίες Χ. σύζ. Ε. Α. και Α. Ε. Α. στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης .-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ