234/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 234 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated234/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 234 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 234 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 234/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της Γ. Ρ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βλαχογιάννη, ο οποίος ανακάλεσε την από 24-4-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Αλλοδαπής ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...." και ήδη "...." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, διατηρεί δε υπό εκκαθάριση υποκατάστημα στην…, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο και Βασίλειο-Σπυρίδωνα Χριστιανό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3188/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 7110/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-5-2014 αίτησή της και τον από 10-12-2014 πρόσθετο λόγο της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 2-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή όλων των λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του πρόσθετου λόγου της, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κύριο αντικείμενο της ασφαλίσεως είναι η υποχρέωση καλύψεως των οικονομικών αναγκών που προκαλούνται από συμβάντα στη ζωή του ανθρώπου, στηρίζεται δε στη δυνατότητα καλύψεως των αναγκών αυτών με αντικαταβολές των μελών της ασφαλιστικής κοινωνίας κινδύνων, η οποία απαρτίζεται από το σύνολο των ασφαλισμένων σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση.
Ως εκ τούτου είναι πρόδηλο το δημόσιο συμφέρον για την προστασία των ασφαλισμένων αλλά και του ασφαλιστή με την καθιέρωση κρατικής εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, στη ρύθμιση της οποίας προβαίνει και το ν.δ.400/1970, όπως ήδη ισχύει, με το άρθρο 1 παρ.3 του οποίου ορίζεται ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπόκεινται στην εποπτεία του Υπουργείου Εμπορίου [ακολύθως, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ.20 ν.2496/1997, του Υπουργείου Ανάπτυξης και κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 ν.3229/2004, της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α)], που ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος και έχει σκοπό την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημιώσεως από ασφαλιστική σύμβαση.
Με το ίδιο πιο πάνω νομοθετικό διάταγμα (400/1970) και ειδικότερα με τα άρθρα 7 παρ.1 εδ.α, 8 παρ.1, 9 παρ.1, 10 παρ.1 εδ.α, 12α παρ.1, 5 και 10 και 12β παρ.2 και 3 περ.α αυτού ορίζονται τα εξής: "Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα την Ελλάδα υποχρεούνται να σχηματίζουν και να διατηρούν σε συνεχή βάση επαρκή τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των ασφαλίσεων που συνάπτουν και των αντασφαλίσεων που αναλαμβάνουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στα άλλα κράτη-μέλη μέσω υποκαταστημάτων ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών" (άρθρο 7 παρ.1 εδ.α, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 53 παρ.1 ν.3746/2009). "Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα υποχρεούνται σε ασφαλιστική τοποθέτηση που συνίσταται στη διάθεση στην Ελλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε.
και του Ε.Ο.Χ. περιουσιακών στοιχείων με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση (ασφάλισμα). Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το είδος των εργασιών που ασκεί η ασφαλιστική επιχείρηση ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια, η απόδοση και η ρευστότητα των επενδύσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία μεριμνά για την διαφοροποίηση και την επαρκή διασπορά αυτών των επενδύσεων.
Σε ασφαλιστική τοποθέτηση διατίθενται τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα, συμπεριλαμβανομένου του αποθέματος εξισορρόπησης του άρθρου 7 του παρόντος, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν το τέταρτο του ελαχίστου ορίου που αναφέρεται στην περίπτωση ε’ του εδαφίου Α της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του παρόντος" (άρθρο 8 παρ.1, όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 54 παρ.1 ν.3746/2009). "Αν η ασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του παρόντος περί τεχνικών αποθεμάτων, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και αφού γνωστοποιήσει προηγουμένως την πρόθεσή του στις εποπτικές αρχές των κρατών-μελών όπου ενδεχόμενα λειτουργεί η επιχείρηση με υποκατάστημα ή με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, να χαρακτηρίζει ως ασφαλιστική τοποθέτηση μέρος ή το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της, να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση μέρους ή και του συνόλου της περιουσίας της, να ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων ως και κάθε άλλου δικαιούχου ασφαλίσματος" (άρθρο 9 παρ.1). "Οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση και οι καθολικοί και ειδικοί τους διάδοχοι έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση, που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο, εκτός από το προνόμιο της παραγράφου 9 του άρθρου 12α του παρόντος" (άρθρο 10 παρ.1 εδ.α, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 35 παρ.9 ν.2496/1997), ήτοι του προνομίου των αμοιβών του επόπτη εκκαθαρίσεως ή πτωχεύσεως και του εκκαθαριστή της ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, καθώς και του συνδίκου για τις εργασίες εκκαθαρίσεως του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου. "Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης για παράβαση νόμου, καθώς και σε κάθε περίπτωση λύσης του νομικού προσώπου ασφαλιστικής επιχείρησης στην οποία έχει απαγορευθεί η ελεύθερη διάθεση περιουσιακών στοιχείων, ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης.
Η απόφαση περί ασφαλιστικής εκκαθάρισης που ορίζει τον επόπτη και το εφαρμοστέο δίκαιο καταχωρείται στο Μητρώο ασφαλιστικών ανωνύμων εταιριών και περίληψη αυτής δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθώς και στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η απόφαση για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος καταχωρείται στο μητρώο που τηρείται για το λόγο αυτό στο Υπουργείο Ανάπτυξης, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται με Υπουργική Απόφαση.
Κατά το στάδιο αυτό και μέχρι την περάτωση της εκκαθάρισης η ασφαλιστική επιχείρηση δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση" (άρθρο 12α παρ.1). "Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της ασφαλίσεων αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται σε ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση.
Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων ασφαλίσματος κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης" (άρθρο 12α παρ.5). "Ύστερα από αίτηση των μετόχων ή εταίρων που αντιπροσωπεύουν περισσότερο από πενήντα εκατοστά (50%) του κεφαλαίου ασφαλιστικής επιχείρησης, του εκκαθαριστή ή του επόπτη, η ΕΠ.Ε.Ι.Α.
μπορεί, εφόσον έχει, σύμφωνα με βεβαίωση του επόπτη και του εκκαθαριστή, περατωθεί η εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, να κηρύξει τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Ο εκκαθαριστής και ο επόπτης υποχρεούνται να χορηγούν την ως άνω βεβαίωση, εφόσον έχουν περατώσει τις εκ του νόμου προβλεπόμενες εργασίες για την εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, ανεξαρτήτως του εάν έχει λάβει χώρα ή όχι έλεγχος της φορολογικής αρχής στην ασφαλιστική επιχείρηση.
Μετά τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η εκκαθάριση δοσοληψιών εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου συνεχίζεται κατά τις διατάξεις που διέπουν την εκκαθάριση του νομικού προσώπου της επιχείρησης (κοινή εκκαθάριση). Ανεξάρτητα από την υπαγωγή της επιχείρησης στο καθεστώς της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η περάτωση των εκτός του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου εκκρεμών υποθέσεων συνεχίζεται κατά τις διατάξεις της κοινής εκκαθάρισης" (άρθρο 12α παρ.10, όπως τα πρώτο και δεύτερο εδάφια της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 30 ν.3775/2009). "Η έναρξη μέτρων εξυγίανσης ή διαδικασίας εκκαθάρισης δε θίγει τα εμπράγματα δικαιώματα πιστωτών ή τρίτων επί ενσωμάτων ή αΰλων πραγμάτων, κινητών ή ακινήτων, επί συγκεκριμένων στοιχείων του ενεργητικού ή και στοιχείων του ενεργητικού ως συνόλου, που κατά καιρούς αλλάζει, τα οποία ανήκουν στην ασφαλιστική επιχείρηση και ευρίσκονται εντός της επικράτειας άλλου κράτους-μέλους κατά την έναρξη των εν λόγω μέτρων ή της διαδικασίας" (άρθρο 12β παρ.2). "Τα δικαιώματα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο είναι ιδίως:
α) Το δικαίωμα απευθείας ή μέσω τρίτου διάθεσης στοιχείου του ενεργητικού και ικανοποίησης από το τίμημα ή τις προσόδους του, ιδίως δυνάμει ενεχύρου ή υποθήκης" (άρθρο 12β παρ.3 περ.α). Από τις προαναφερθείσες διατάξεις και ιδίως από αυτή του άρθρου 12α εδ.5 ν.δ.400/1970, η οποία διατυπώθηκε γενικώς χωρίς διακρίσεις, ενόψει και του προεκτεθέντος πρωταρχικού σκοπού του όλου νομοθετήματος, συνάγεται ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν αναστολή καταλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως τους δανειστές της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχειρήσεως και συνεπώς δεν επιτρέπεται η κατάσχεση των οποιουδήποτε χαρακτήρα περιουσιακών της στοιχείων, ακόμη και αν προέρχεται από εκείνους που διαθέτουν επ’ αυτών των στοιχείων εμπράγματη ασφάλεια, χωρίς βέβαια να επέρχεται από την εν λόγω αναστολή απώλεια του εμπράγματου χαρακτήρα της αντίστοιχης απαιτήσεως κατά τη διεξαγωγή της εκκαθαρίσεως.
Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 του Συντάγματος, με την οποία θεσπίζεται η προστασία της ιδιοκτησίας, αφού το δικαίωμα αυτό μπορεί να περιορισθεί για σοβαρούς οικονομικούς ή άλλους λόγους δημοσίου συμφέροντος (Α.Π.688/2005) ούτε στην αντίστοιχη με αυτήν διάταξη του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.
Από τις ίδιες ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ως ελεύθερη περιουσία της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, η οποία στην περίπτωση του άρθρου 9 παρ.1 του ν.δ.400/1970 χαρακτηρίζεται ως ασφαλιστική τοποθέτηση, δεν νοείται η μη βεβαρημένη με εμπράγματα δικαιώματα τρίτων αλλά η μέχρι τότε μη διατεθείσα ως ασφαλιστική τοποθέτηση από την ασφαλιστική επιχείρηση.
Τέλος, ενόψει των ανωτέρω ειδικών ρυθμίσεων του ν.δ.400/1970 που ρυθμίζουν την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως κατά της υπό εκκαθάριση τελούσης ασφαλιστικής επιχειρήσεως από ενυπόθηκο δανειστή της, δεν υπάρχει νομοθετικό κενό, ώστε, σύμφωνα με το άρθρο 179 του Πτωχευτικού Κώδικα, να συντρέχει περίπτωση προσφυγής στις διατάξεις των άρθρων 21, 25, 26 και 106ια παρ.9 του ίδιου κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Την 13η Ιανουαρίου 2006, με βάση το με ίδια ημερομηνία έγγραφο με τίτλο ..." (Σύμβαση Καλύψεως), συμφωνήθηκαν οι όροι ομολογιακού δανείου από την ανακόπτουσα [ήδη αναιρεσείουσα] και συνήφθη σχετική σύμβαση μεταξύ των ήδη διαδίκων...
Προς εξασφάλιση της ομολογιούχου καθ’ ης η ανακοπή [ήδη αναιρεσίβλητης] για το ποσό του δανείου των 10.000.000,00 ευρώ, παραχωρήθηκε από την ανακόπτουσα υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή υποθήκη πρώτης τάξης σε ακίνητο της ανακόπτουσας το οποίο βρίσκεται στην Αθήνα (...). Η υποθήκη ενεγράφη στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών την 3η Φεβρουαρίου 2006...
Εν συνεχεία με τις υπ’ αρ. 169/1 και 2/2009 αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφαλίσεως (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) νομίμως δημοσιευθείσες... και για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται σε αυτές, απαγορεύθηκε η ελεύθερη διάθεση του συνόλου των κατά την έκδοση των άνω αποφάσεων υφιστάμενων σε ασφαλιστική τοποθέτηση και ελεύθερων τραπεζικών λογαριασμών της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας "....", τηρουμένων στην ημεδαπή και στην αλλοδαπή, σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ’ αριθ. 176/2010 απόφασης της άνω επιτροπής που δημοσιεύθηκε στο υπ’ αρ.1468/28.2010 Φ.Ε.Κ., ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας για το σύνολο των κλάδων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...".
Με την άνω απόφαση χαρακτηρίσθηκε ως ασφαλιστική τοποθέτηση το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της συγκεκριμένης εταιρείας, δεσμεύθηκε ό,τι τυχόν περιουσιακό στοιχείο δεν είχε δεσμευθεί με τις προεκδοθείσες .../2008, .../2008, ...2009 και .../2009 αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της άνω επιτροπής και τέθηκε αυτή σε ασφαλιστική εκκαθάριση με εξαίρεση το χαρτοφυλάκιο ζωής.
Μετά την έκδοση των παραπάνω αποφάσεων και συγκεκριμένα στις 27-9-2010, η καθ’ ης κατήγγειλε την άνω δανειακή σύμβαση λόγω της περιελεύσεως της ανακόπτουσας ασφαλιστικής εταιρείας σε κατάσταση υπερημερίας περί την οφειλή της και στη συνέχεια επισπεύσθηκε αναγκαστική εκτέλεση στο ενυπόθηκο ακίνητο της καθ’ ης η ανακοπή.
Η συμβολαιογράφος Αθηνών Ευγενία Δάγλα προέβη ακολούθως, μετά από εντολή της καθ’ ης η ανακοπή, στην έκδοση του με αριθμό .../29-12-2011 προγράμματος πλειστηριασμού, το οποίο κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα την 29-12-2011, για τον αναγκαστικό πλειστηριασμό του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου. Ημέρα για τη διενέργεια του πλειστηριασμού ορίσθηκε η 14η Μαρτίου 2012, πλην όμως με την υπ’ αριθμόν 2285/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε η αναστολή της επισπευδόμενης ως άνω εκτελέσεως μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κρινόμενης ανακοπής...
Ωστόσο η παραπάνω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΠ.Ε.Ι.Α., με την οποία ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της παραπάνω ασφαλιστικής επιχείρησης, χαρακτηρίσθηκε ως ασφαλιστική τοποθέτηση το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση, μπορούσε να αφορά, σύμφωνα με την Κοινοτική Οδηγία 2001/17/Ε.Κ.
που ήδη έχει ενσωματωθεί στο εσωτερικό δίκαιο, μόνο την ελεύθερη περιουσία της ασφαλιστικής επιχείρησης. Δηλαδή μπορούσε να αφορά μόνο τα περιουσιακά στοιχεία της που δεν είχαν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση από την ίδια την επιχείρηση και όχι αυτήν που ήδη είχε επιβαρυνθεί με εμπράγματα δικαιώματα τρίτων.
Τυχόν αποδοχή της υποστηριζόμενης από την ανακόπτουσα-εκκαλούσα άποψης ότι μπορούσε νομίμως η ΕΠ.Ε.Ι.Α. να θέσει σε ασφαλιστική τοποθέτηση και περιουσιακά στοιχεία που ήταν ήδη βεβαρημένα με εμπράγματα δικαιώματα, θα ισοδυναμούσε με απαλλοτρίωσή τους και θα ήταν αντίθετη τόσο με τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος όσο και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου...
Εξάλλου η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.5 του ν.δ.400/1970 αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν μπορεί [να] καταλαμβάνει και εκείνους τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις εξασφαλίζονται με εμπράγματη ασφάλεια σε αντικείμενο της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης, όπως συμβαίνει και με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 21, 26, 106ια παρ.9 του Πτωχευτικού Κώδικα.
Ανεξάρτητα από αυτό η παραπάνω διάταξη του άρθρου 12 παρ.5 του ν.δ.400/1970, η οποία δεν έχει κοινοτική προέλευση, προστέθηκε ως άρθρο 12β με το ν.2170/1993, σκοπό έχει όπως αναφέρεται και στην οικεία εισηγητική έκθεση του ν. 2170/1993, να ενσωματώσει στο ν.δ.400/1970 τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν.1380/1983 για τη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης.
Η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 12 του ν.δ.400/1970 δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου κατά τις διατάξεις του ίδιου ν.δ. η επισπευδόμενη εκτέλεση αφορά στην κοινή εκκαθάριση. Η διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.10 του ν.δ.400/1970, κατά την οποία η περάτωση των εκτός ασφαλιστικών χαρτοφυλακίου εκκρεμών υποθέσεων συνεχίζεται κατά τις διατάξεις της κοινής εκκαθάρισης σε επισπευδόμενη εκτέλεση από ενυπόθηκο δανειστή και όχι δικαιούχο ασφαλίσματος, οδηγεί στην άποψη ότι εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του (νεότερου σε σχέση με το ν.δ.400/1970) Πτωχευτικού Κώδικα (ν.3588/2007), κατά τη διάταξη του άρθρου 179, σύμφωνα με τον οποίο οι διατάξεις του εφαρμόζονται συμπληρωματικά και στην εξυγίανση και εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, κατά το μέρος που δεν ρυθμίζονται ειδικά.
Έτσι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25 και 26 του Πτωχευτικού Κώδικα, οι ενυπόθηκοι δανειστές-πιστωτές δεν εμποδίζονται από τις ατομικές διώξεις τους ούτε αναστέλλεται ως προς το ενυπόθηκο η αναγκαστική εκτέλεση. Ο θεσμός δε της ασφαλιστικής εκκαθάρισης προσομοιάζει με το θεσμό της πτώχευσης διότι και οι δύο εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό της σύμμετρης ικανοποίησης των δανειστών με ανάλογες διαδικασίες...
Όταν πρόκειται για πτώχευση εξαιρούνται της αναστολής των ατομικών διώξεων οι απαιτήσεις σε βάρος του πτωχού που είναι εξασφαλισμένες με υποθήκη, ενέχυρο ή ειδικό προνόμιο. Οι δικαιούχοι των απαιτήσεων αυτών δεν έχουν την υποχρέωση να υποβληθούν στη διαδικασία της επαλήθευσης αλλά έχουν τη δυνατότητα να επιδιώξουν την πλήρη ικανοποίησή τους από το υπεγγυο πράγμα, ασκώντας την εμπράγματη υποθηκική αγωγή από το άρθρο 1292 του Αστικού Κώδικα, η οποία οδηγεί στην εκποίηση του ενυπόθηκου πράγματος με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό...
Σύμφωνα με όσα ανωτέρω εξετέθησαν, η επικαλούμενη από την ανακόπτουσα απαγόρευση κατάσχεσης και εκπλειστηρίασης του ενυπόθηκου ως άνω ακινήτου δεν καταλαμβάνει και την περίπτωση της επίσπευσης των πράξεων εκτέλεσης από την ενυπόθηκη δανείστρια καθ’ ης η ανακοπή, η οποία, διαθέτουσα υποθήκη, νομίμως άσκησε την εμπράγματη αγωγή της ως έχουσα καταστεί ενυπόθηκη δανείστρια πριν να τεθεί η ανακόπτουσα σε ασφαλιστική εκκαθάριση και χαρακτηρισθεί η περιουσία της ως ασφαλιστική τοποθέτηση".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει τον πρώτο λόγο της ανακοπής της κατά της επισπευδόμενης σε βάρος της αναγκαστικής εκτελέσεως, με τον οποίο αυτή είχε ισχυρισθεί ότι είναι άκυρη η επιδοθείσα σ’ αυτήν επιταγή προς εκτέλεση και το πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου της για το λόγο ότι οι πράξεις αυτές έλαβαν χώρα μετά τη θέση της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση.
Έτσι που έκρινε το εφετείο παραβίασε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα: α) με εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 12α παρ.5 ν.δ.400/1970, δέχθηκε ότι η προβλεπόμενη από αυτήν αναστολή της αναγκαστικής εκτελέσεως δεν καταλαμβάνει το σύνολο των δανειστών της υπό εκκαθάριση τελούσης ασφαλιστικής επιχειρήσεως, ήτοι ότι δεν καταλαμβάνει εκείνους που έχουν απαιτήσεις εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια σε αντικείμενο της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχειρήσεως, β) με εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 7, 8, 9, 10 και 12α ν.δ.400/1970 και των διατάξεων της κοινοτικής οδηγίας 2001/17/ΕΚ (η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το π.δ.332/2003), δέχθηκε ότι η απόφαση με την οποία ανακαλείται οριστικά η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχειρήσεως και χαρακτηρίζεται ως ασφαλιστική τοποθέτηση το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων, δεν αφορά τα περιουσιακά της στοιχεία που είναι ήδη βεβαρημένα με εμπράγματα δικαιώματα τρίτων, γ) με εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 10 και 12α παρ.5 και παρ.10 ν.δ.400/ 1970 και με εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 21, 25, 26, 106ια παρ.9 και 179 του Πτωχευτικού Κώδικα, δέχθηκε ότι υπήρχε νομοθετικό κενό στις πρώτες σε σχέση με την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως κατά της υπό εκκαθάριση τελούσης ασφαλιστικής επιχειρήσεως από ενυπόθηκο δανειστή της και ότι συνεπεία του κενού ήταν εφαρμοστέες οι δεύτερες και δ) με εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 17 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, δέχθηκε ότι ο χαρακτηρισμός ως ασφαλιστικής τοποθετήσεως και περιουσιακών στοιχείων της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχειρήσεως που ήταν ήδη βεβαρημένα με εμπράγματα δικαιώματα υπέρ τρίτων θα ισοδυναμούσε με απαλλοτρίωσή τους αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις.
Ενόψει όλων αυτών όλοι οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, κατ’ επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι.
Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (η οποία κατέθεσε προτάσεις), σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 7110/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 16 Μαρτίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ