234/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated234/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν, όμως, μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συναφείας τους με την αδικοπραξία (ΑΠ 940/2001 Δνη 42.940).
Full text
Απόφαση 234 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 234/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: F. X. (Φ. Τ.) του I. (Ι.), προσωρινού κατοίκου ...ς, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ακριτίδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που προήλθε από την μετατροπή του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Κοινόν Ταμείον Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ) Νομού Χαλκιδικής", που έδρευε στον Πολύγυρο και εκπροσωπείτο νόμιμα, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, που προήλθε από την μετατροπή του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Κοινόν Ταμείον Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ) Νομού Θεσσαλονίκης", που έδρευε στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείτο νόμιμα, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, 3) ... κατοίκου ..., 4) Χ. Χ. του Β., κατοίκου ... και 5) ειδικού "Αλληλασφαλιστικού Συνεταιρισμού Επαγγελματιών Ιδιοκτητών Αυτοκινήτων Δημοσίας Χρήσεως Βορείου Ελλάδος και Θεσσαλίας Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης ΣΥΝ.Π.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Τριανταφυλλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23262/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2543/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-6-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 2-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθ. 137/2014 αίτησης αναιρέσεως της 2543/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητο. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται, υπέρ του ζημιωθέντος, αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και όσο η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως. 'Ετσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή, εκείνες, που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας, δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνο για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες, που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν - το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας - γενικά - ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.
Αν, όμως, μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συναφείας τους με την αδικοπραξία (ΑΠ 940/2001 Δνη 42.940).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 261 εδ. α` του ΑΚ, που ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, σε συνδυασμό με το άρθρο 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνον της αποζημιώσεως, η επίδοσή της διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 23/1994 Δνη 36.577).
Επομένως, αν ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως προς αποκατάσταση ορισμένων από τις ζημίες που προκλήθηκαν από την αδικοπραξία, όπως αυτή εξειδικεύεται στην αγωγή, μόνο οι ζημίες αυτές κατάγονται σε δικαστική κρίση και μόνον ως προς αυτές διακόπτεται η παραγραφή της αξιώσεως. Εάν μεταγενέστερα ασκηθεί άλλη κυρία αγωγή, περί καταβολής πρόσθετου ποσού αποζημιώσεως, από λόγους, όμως, που μπορούσαν να προβλεφθούν εξ υπαρχής, δεν ισχύει για την αξίωση αυτή η διακοπτική ενέργεια της πρώτης αγωγής, διότι, η ζητούμενη με τη δεύτερη αγωγή πρόσθετη αποζημίωση είναι διάφορη απαίτηση για άλλο μέρος της ζημίας του παθόντος, εκτός εκείνου που είχε καταχθεί στη δίκη με την πρώτη αγωγή. 'Ετσι, αν από το χρόνο γνώσεως από τον παθόντα των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας παρήλθε πενταετία, η αξίωση αποζημιώσεως που κατάγεται σε κρίση με τη δεύτερη αγωγή, έχει υποκύψει στην παραγραφή (ΟλΑΠ 40/1996 Δνη 37.1534).
Μόνον αν οι συνέπειες της αδικοπραξίας δεν είναι δυνατόν να υπολογισθούν, όταν καθορίσθηκε το ποσό της αρχικής αποζημίωσης, η παραγραφή της με τη δεύτερη αγωγή ασκούμενης αξιώσεως αρχίζει να διανύεται από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (ΑΠ 1365/2010 δημ.
ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 5390/2009 δημ. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α` ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση, που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, παραγράφεται μετά από είκοσι έτη και αν ακόμη η αξίωση καθ` εαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή ή σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική ζημία, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, επέρχεται καταρχήν επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ. 1α ΑΚ σε εικοσαετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως αποζημιώσεως, της αναγόμενης σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Και τούτο, γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί, (εμμέσως), στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση - η οποία είναι αναγκαία - για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η επιμήκυνση όμως του χρόνου της παραγραφής, κατά τους όρους του άρθρου 268 ΑΚ, προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί, λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή κατ` άρθρο 261 ΑΚ (ΟλΑΠ 24/2003 Δνη 44.1262, ΟλΑΠ 38/1996 Δνη 38.41).
Εξάλλου, η απόρριψη της αγωγής για το λόγο ότι αυτή ασκήθηκε πρόωρα, αποτελεί λόγο μη ουσιαστικό, με την έννοια της ΑΚ 263. Κατά συνέπεια, η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση τέτοιας αγωγής, θεωρείται κατ` άρθρο 263 ΑΚ σαν να μη διακόπηκε, εκτός αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, οπότε η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή (ΑΠ 377/2009 Δ/νη 2010/388).
Τέλος, κατά το άρθρο 10 του ν. 489/1976, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του Ν. 3557/2007, η αξίωση του παθόντος από αυτοκινητικό ατύχημα κατά του ασφαλιστή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής.
Η ανωτέρω διάταξη, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση του παθόντος κατά του ασφαλιστή, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ, η διετής δε παραγραφή καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος και δεν εφαρμόζεται για την απρόβλεπτη ζημία, που μπορεί να συμβεί σε επιδείνωση της υγείας απρόβλεπτη κατά τα ιατρικά δεδομένα.
Και για τη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν τα ανωτέρω αναπτυσσόμενα για τη διακοπή, αναστολή και επιμήκυνση της παραγραφής (ΑΠ 21/2012 ΝοΒ 2012/ 531, ΑΠ 1907/2007 δημ. ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την πληττόμενη απόφαση απορρίφθηκε το αγωγικό αίτημα του αναιρεσείοντος για καταβολή αποζημίωσης για ζημιές α) από αμοιβή τρίτου προσώπου για παροχή φροντίδων, β) αγορά φαρμάκων και γ) διαφόρων ειδών υγιεινής λόγω παραγραφής των σχετικών αξιώσεών του, διότι, από την τέλεση του ατυχήματος, την 22-2-2003 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (20-1-2012) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο και πέντε ετών αντίστοιχα για την ασφαλιστική εταιρεία και τους λοιπούς υπόχρεους.
Ειδικότερα κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης έγιναν δεκτά τα εξής: "...Την 22.2.2003 στο 472ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Αθηνών Θεσσαλονίκης έλαβε χώρα το αναφερόμενο στην αγωγή τροχαίο ατύχημα, δηλαδή το ... λεωφορείο, στο οποίο επέβαινε ο ενάγων, αφού προσέκρουσε πρώτα στο στηθαίο και ύστερα στα κιγκλιδώματα της γέφυρας του ποταμού Αλιάκμωνα, κατέπεσε στη συνέχεια στα ύδατα του ποταμού αυτού, με αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος.
Ο τελευταίος, ισχυριζόμενος ότι υπαίτιος του ατυχήματος αυτού ήταν ο οδηγός του προαναφερόμενου λεωφορείου και ότι από το ατύχημα αυτό κατέστη ανάπηρος για όλη του τη ζωή, άσκησε την υπ' αριθμ. κατάθεσης 4920/2005 αγωγή κατά των ήδη εναγομένων, εκδόθηκε δε γι' αυτήν η 20959/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η αγωγή ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας, επιδικάστηκε στη συνέχεια στον ενάγοντα το ποσό των 157.200 ευρώ, ως αποζημίωση για αμοιβή αποκλειστικού νοσοκόμου επί δύο έτη μετά το ατύχημα (7.200 ευρώ), ως πρόσθετη αποζημίωση λόγω της αναπηρίας του (50.000 ευρώ) και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του (100.000 ευρώ).
Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την 1738/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ενώ και με την 2451/2009 του ίδιου αυτού Δικαστηρίου επιδικάστηκε στον ενάγοντα το ποσό των 126.692,61 ευρώ για έξοδα απασχόλησης τρίτου προσώπου για την εξυπηρέτησή του (92.700 ευρώ), για δαπάνη αγοράς φαρμάκων (5.849,28 ευρώ), για αγορά πανών ενηλίκων (27.930 ευρώ) και για δαπάνη μαγνητικής τομογραφίας (213,33 ευρώ).
Συνεπώς, κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου τόσο η υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, όσο και το γεγονός περιέλευσης του ενάγοντος σε κατάσταση μόνιμης αναπηρίας σε βαθμό 100%, περιστατικά, άλλωστε, τα οποία συνομολογούνται και από τους εναγομένους. Όμως, από το χρόνο του ατυχήματος (22.2.2003) μέχρι τη βεβαίωση της ύπαρξης των ένδικων αξιώσεων (αποζημιώσεις για ζημίες από αμοιβή τρίτου προσώπου για παροχή φροντίδων στον ενάγοντα και από αγορά φαρμάκων και πανών ενηλίκων), η οποία (βεβαίωση) έγινε με την προαναφερόμενη 2451/2009 τελεσίδικη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας με αποτέλεσμα να έχουν υποκύψει οι αξιώσει αυτές, κατά το μέρος τους που δεν είχαν προηγουμένως ασκηθεί, στη βραχυχόνια 2ετή και 5ετή παραγραφή. Έτσι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, η έκδοση της 2451/2009 απόφασης δεν επέφερε επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής (2ετίας και 5ετίας) για το μέρος αυτό των αξιώσεων, οι οποίες μπορούσαν να προβλεφθούν ενόψει της επικαλούμενης ισόβιας αναπηρίας του ενάγοντος και οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο της ένδικης αγωγής.
Συνεπώς, εφόσον η αγωγή αυτή ασκήθηκε την 24.1.2012, δηλαδή, μετά την πάροδο πενταετίας από το ατύχημα, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη η προβληθείσα από τους εναγόμενους ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων και, ως εκ τούτου, να απορριφθεί η αγωγή, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την ένσταση αυτή και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε είναι βάσιμος ο σχετικός (2ος) λόγος της έφεσης.
Ύστερα από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε διακρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί η αγωγή, πρέπει αυτή να απορριφθεί κατ' αποδοχή της ένστασης των εναγομένων περί παραγραφής των ένδικων αξιώσεων." Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς του πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ.
διότι κατά παράβαση των άρθ. 937 και 268 ΑΚ που ορίζουν ότι ο χρόνος της παραγραφής επιμηκύνεται σε περίπτωση δικαστικής βεβαίωσης της απαίτησης όπως έγινε στην προκειμένη περίπτωση με την 1738/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, σε είκοσι έτη, έγινε δεκτό ότι ο χρόνος αυτός είναι πέντε και δύο έτη (για την ασφαλιστική εταιρεία) και είχε ήδη παρέλθει κατά τον χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής.
Από την παραδεκτή (561 ΚΠολΔ) επισκόπηση της άνω απόφασης (1738/2006), όπως άλλωστε προκύπτει και από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, με την παραδοχή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμης της από 8-2-2005 αγωγής του αναιρεσείοντος κρίθηκε ότι αυτός δικαιούται και του επιδικάστηκε αποζημίωση α) για θετική ζημία που αντιστοιχεί στο ποσό που κατέβαλε στον αδελφό του για να τύχει των υπηρεσιών του στο χρονικό διάστημα από 22-2-2000 μέχρι 8-2-2005 που ήταν παντελώς ανίκανος να επιμεληθεί του εαυτού του, β) αποθετική ζημία, (ήτοι διαφυγόντα κέρδη για το από 22-2-2003 μέχρι 31-12-2014 χρονικό διάστημα), γ) αποζημίωση λόγω αναπηρίας κατά την διάταξη του αρθ. 931 ΑΚ και δ) αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης.
Παράλληλα, απορρίφθηκε, ως ασκηθέν προώρως, το αίτημά του για αποζημίωση για την πρόσληψη νοσοκόμου, (ημερήσιας και νυχτερινής), το χρονικό διάστημα από 8-2-2005 μέχρι 8-2-2010. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν υπήρξε βεβαίωση της όλης αξίωσής του προς αποζημίωση και για το επίδικο χρονικό διάστημα, με την άνω απόφαση, αφού επιδικάστηκε συγκεκριμένο είδος αποζημίωσης για ορισμένο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να μη έχει επέλθει επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων που είναι τελείως διάφορες αυτών.
Αλλά ούτε με την 2451/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης επιμηκύνθηκε ο χρόνος παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων αφού με την άνω απόφαση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων δικαιούται και του επιδικάσθηκε αποζημίωση για α) αμοιβή βοήθειας τρίτου προσώπου από τον Ιούνιο του 2005 μέχρι και τον μήνα Μάιο του 2012, β) για φαρμακευτική αγωγή του χρονικού διαστήματος Ιουνίου 2005 μέχρι τον Ιούνιο του 2009 και γ) για είδη προσωπικής υγιεινής (πάνες ενηλίκων) του χρονικού διαστήματος Μαΐου 2005 μέχρι Ιουνίου 2012 χωρίς να βεβαιώνεται η άνω αξίωσή του για περαιτέρω χρονικό διάστημα.
Ο ισχυρισμός του ότι η απόρριψη του αιτήματος αποζημίωσης με την απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης λόγω πρόωρης ασκήσεώς του ότι υπάρχει αναστολή της παραγραφής κατ' εφαρμογή του άρθ. 255 ΑΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού τέτοια αναστολή δεν προβλέπεται από την προμνησθείσα διάταξη, ενώ, δίνεται η δυνατότητα στον διάδικο του οποίου απορρίφθηκε το σχετικό αίτημα να το επανασκήσει με νέα αγωγή δεδομένου ότι, με την απορριπτική απόφαση δεν δημιουργείται δεδικασμένο που να εμποδίζει την έρευνά του.
Εξάλλου, η συγκεκριμένη αξίωσή του ασκήθηκε με νέα αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η 2451/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης όπως αναφέρθηκε πιό πάνω που την ερεύνησε και την έκανε μερικά δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Ομοίως, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα διακοπή του χρόνου παραγραφής με την άσκηση επί μέρους αγωγών του και την έκδοση αποφάσεων επ' αυτών δεν αφορούσε τις επίδικες αξιώσεις ενώ με καμία εξ αυτών δεν βεβαιώθηκε το καθόλου δικαίωμά του στην λήψη των ενδίκων αποζημιώσεων.
Τέλος, ο χρόνος γένεσης του συγκεκριμένου δικαιώματός αποζημίωσης για την ένδικη αποζημίωση γεννήθηκε κατά τον χρόνο του ατυχήματος αφού αυτές μπορούσαν να προβλεφθούν από τότε και δεν προέκυψαν εξαιτίας απρόβλεπτης κατάστασης της υγείας του.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο παραπονείται για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ. για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθ. 937 και 268 ΑΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να διαλαμβάνoνται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, γ) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη, δ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη, μνεία της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς το σε τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.ΑΠ 32/1996).
Υπό τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 937 και 268 ΑΚ σε συνδυασμό μ` εκείνες του άρθ. 10 Ν. 489/76 που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών διατάξεων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην πρoσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα, ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης, λόγω των περιεχομένων σ` αυτήν ανεπαρκών αιτιολογιών και ελλείψεων, ως προς την παραδοχή της ενστάσεως παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Τέλος, το δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά, όμως, τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός για να θεμελιώσει τον παρόντα λόγο αναίρεσης πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασής του. Ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για παράβαση εκ του αριθμού 16 άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ.
διότι παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει των 1738/2006 και 2451/2009 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ανεξαρτήτως του ότι με τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν δεν στοιχειοθετείται ο λόγος εκ του άνω αριθμού, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.
Με βάση όλα τα ανωτέρω, θα πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων στο δημόσιο ταμείο και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι παρέστησαν με τον αυτό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις (άρθ. 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 137/2014 αίτηση αναιρέσεως της 2543/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητα.
Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ