234/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2003 αγωγή του πρώτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3866/2004 μη οριστική και 222/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 1239/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/12/2007 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated234/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 577 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού της αναίρεσης, μεταξύ των οποίων και η νομιμοποίηση του ασκούντος αυτήν, αν δε διαπιστωθεί έλλειψη κάποιας διαδικαστικής προϋποθέσεως, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη.
Full text
Απόφαση 234 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 234/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Πιστικό και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Σιουρούνη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERAL UNION ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ" της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμήτσα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2003 αγωγή του πρώτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3866/2004 μη οριστική και 222/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 1239/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/12/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 23/11/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Κατά το άρθρο 556 παράγραφος 1 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς μόνο αν ήταν διάδικοι.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 577 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού της αναίρεσης, μεταξύ των οποίων και η νομιμοποίηση του ασκούντος αυτήν, αν δε διαπιστωθεί έλλειψη κάποιας διαδικαστικής προϋποθέσεως, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του". Έτσι, ο παθών τρίτος σε αυτοκινητικό τροχαίο ατύχημα, όταν η ευθεία αξίωσή του κατά του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 10 παρ. 1 ν. 489/1976), που είχε συνάψει ο υπόχρεος σε αποζημίωση, έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή (άρθρο 10 παρ. 2 του ίδιου νόμου), μπορεί να ασκήσει κατ' αυτού πλαγιαστικά την αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση ασφάλισης, καθόσον η αξίωση αυτή υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή.
Η αξίωση αυτή είναι διαφορετική από τη δική του (ευθεία) αξίωση, έχει ως βάση τη σύμβαση ασφάλισης, πηγή της είναι όμως η αδικοπραξία του ασφαλισμένου και την ασκεί ο παθών τρίτος δανειστής, ζητώντας πλαγιαστικά έννομη προστασία και νομιμοποιούμενος ως μη δικαιούχος διάδικος, ενώ ο οφειλέτης δεν είναι διάδικος αλλά τρίτος που μπορεί ωστόσο να ασκήσει παρέμβαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε την από 18-9-2003 αγωγή του κατά του αναιρεσείοντος και της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, στην οποία ιστορούσε ότι τραυματίστηκε σε αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στις 12 Ιανουαρίου 2001, κατά το οποίο συγκρούστηκε η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε με αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσείων) και ήταν ιδιοκτησίας του και ασφαλισμένο για τις προς τρίτους προξενούμενες ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία (δεύτερη αναιρεσίβλητη).
Με την αγωγή ο ενάγων, αφού εκθέτει ότι ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσείων) είναι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και τις ζημίες που υπέστη, ζήτησε α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ως υπαίτιος οδηγός και κύριος του ζημιογόνου αυτοκινήτου να τον αποζημιώσει καταβάλλοντας τα ποσά που αναφέρει και β) να υποχρεωθεί η δεύτερη ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο, ασφαλισμένο της τα ίδια ποσά της ζημίας του, ασκώντας πλαγιαστικά τα δικαιώματα του πρώτου από τη σύμβαση ασφάλισης.
Με την 222/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος είναι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατ' αυτού και υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 32.303,70 ευρώ, εν μέρει η πλαγιαστική κατά της ασφαλιστικής εταιρίας αγωγή και υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 26.303,70 ευρώ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το κονδύλιο για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης.
Κατά της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου ασκήθηκαν τρεις εφέσεις και ειδικότερα ασκήθηκε έφεση α) από τον ενάγοντα-πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος έπληττε την απόφαση για την απόρριψη του αιτήματος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την πλαγιαστική αγωγή, για το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης και της αποζημίωσης από το άρθρο 931 ΑΚ και για την απόρριψη του αιτήματος για απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά του πρώτου εναγομένου, β) από τον πρώτο εναγόμενο-αναιρεσείοντα (οδηγό-κύριο αυτοκινήτου), ο οποίος έπληττε την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και την απόρριψη της ένστασης συνυπαιτιότητας και το ύψος των επιδικασθέντων κονδυλίων και γ) από την πλαγιαστικώς εναγόμενη-ασφαλιστική εταιρία-δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία έπληττε την πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ύψος της ζημίας για τα επί μέρους κονδύλια αυτής.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος-εναγομένου κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, εναγομένης στην πλαγιαστική αγωγή ως απαράδεκτη διότι δεν ήταν αντίδικος αυτού στην πρωτόδικη δίκη. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο με την απόρριψη της έφεσής του κατά το ανωτέρω μέρος.
Ο αναιρεσείων, όμως δεν, ήταν διάδικος στην πρωτόδικη δίκη για την πλαγιαστική κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστική εταιρίας αγωγή και, επομένως, δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της αναίρεσης για τη διάταξη αυτή της απόφασης.Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Στη συνέχεια και ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε παραδεκτή και δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και μείωσε τα επιδικαζόμενα κονδύλια, καθόσον αφορά την πλαγιαστική αγωγή. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων-πρώτος εναγόμενος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559, και ειδικότερα, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, διότι η δεύτερη εναγομένη δεν νομιμοποιούνταν να παραπονεθεί για το ύψος της ζημίας επειδή δεν ήταν διάδικος στη δίκη για την ευθεία αγωγή, αλλά και την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας για τον ίδιο λόγο, καθώς και την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου ότι παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη το λόγο έφεσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης που αναφερόταν στα κονδύλια της ζημίας.
Σύμφωνα όμως με όσα αναπτύσσονται παραπάνω στον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων δεν νομιμοποιείται να προβάλλει τις ανωτέρω πλημμέλειες διότι δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για την πλαγιαστική αγωγή.
ΙΙ. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττηθείς στη δικαστική δαπάνη του καθένα από τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι παραστάθηκαν ξεχωριστά και κατέθεσε προτάσεις μόνο η δεύτερη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 1239/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ για τον πρώτο και σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ για τη δεύτερη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ