Legislator Case Law & Legislation
234/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility of notarized affidavit submitted after trial concluded.

Case Number 234/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Court of Thessaloniki's decision in a labor dispute. The appellant argued the lower court failed to consider a notarized affidavit submitted after the trial concluded, claiming this violated procedural rules. The court found the affidavit was submitted three days after the trial ended, rendering it inadmissible as it could not have been considered during the proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(11) C.P.D.; Art. 671(1d) C.P.D.: A notarized affidavit submitted after the conclusion of the trial is inadmissible and cannot serve as a ground for appeal if the lower court correctly excluded it.

Keywords

AI generated
inadmissible evidence notarized affidavit labor dispute procedure appeal grounds procedural timeline

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(11) C.P.D.
Art. 671(1d) C.P.D.
Art. 339 C.P.D.
Art. 342 C.P.D.
Art. 561(2) C.P.D.
Art. 242(2) C.P.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 234 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 234/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Β.-Η. Δ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πασχάλη Λαμπρόπουλο.

Του αναιρεσίβλητου : Δ. Π. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αναστασίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Οκτωβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15.889/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 300/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων, με την από 29 Απριλίου 2004 αίτησή του και τους από 1 Ιουνίου 2005 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής διάβασε την από 17 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, ο λόγος αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ή έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που δεν επιτρέπει ο νόμος ή αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν. Εξάλλου, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν νομότυπα κατά το άρθρο 671 παρ. 1δ.

Κ.Πολ.Δ. Οι βεβαιώσεις αυτές δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. Κ.Πολ. Δ., αλλ' ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, που διακρίνεται από τα έγγραφα και γι' αυτό ακριβώς, αν η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου αναφέρει μόνο ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι και ιδρύεται έτσι ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως. Αν όμως αναφέρεται στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, αποδεικνύεται κατ' αρχήν ότι λήφθηκαν υπόψη, έστω και αν δεν προσδιορίζονται με τον αριθμό τους και μόνο αν δημιουργηθούν αμφιβολίες για το αν λήφθηκε υπόψη κάποια απ' αυτές, ενόψει του ειδικού περιεχομένου της, που δεν καλύπτουν οι αιτιολογίες της αποφάσεως, μπορεί να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, όπως συμβαίνει και με τα έγγραφα.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1δ. Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι μοναδική προϋπόθεση για να ληφθεί υπόψη η ένορκη βεβαίωση από το δικαστήριο απαιτείται να συντάχθηκε πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως μετά προηγούμενη κλήτευση πριν από είκοσι τέσσερις ώρες του αντιδίκου του διαδίκου, που τις επικαλείται. 'Ετσι, απαιτείται το δικαστήριο αυτό να αναφέρει στην απόφασή του την ένορκη βεβαίωση, που έλαβε υπόψη και ότι αυτή έχει συνταχθεί μετά την τήρηση της ως άνω προϋποθέσεως ή, γεγονός που είναι το ίδιο, ότι έχει συνταχθεί κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 671 παρ. 1δ Κ.Πολ.Δ.

Αν δεν συντρέχει η ανωτέρω προϋπόθεση συντάξεως αυτής, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλ' ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη. Αν όμως ο αντίδικος του εξετάζοντος, που κλητεύθηκε, δεν παραστεί και στην έκθεση του ειρηνοδίκη ή στην πράξη του συμβολαιογράφου βεβαιώνεται ότι ο διάδικος αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τη σχετική έκθεση επιδόσεως, η ένορκη βεβαίωση είναι παραδεκτή, έστω και αν στην έκθεση του ειρηνοδίκη ή στην πράξη του συμβολαιογράφου αναφέρεται από παραδρομή άλλη ημέρα και ώρα συντάξεως αυτής, αρκεί να προκύπτει με σαφήνεια και ακρίβεια η χρονολογία συντάξεώς της.

Ακολούθως, από τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 671 παρ. 1δ και του άρθρου 670 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 674 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' και δ' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση της παρ. 1 του άνω άρθρου με το άρθρο 19 του Ν. 2915/2001, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών οι διάδικοι οφείλουν να προσαγάγουν στο Εφετείο μέχρι το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά τους μέσα (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα), ενώ μετά το πέρας της συζητήσεως και έως τη δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας απ' αυτή οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ.

μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση. Επομένως, επίκληση και προσκομιδή στην κατ' έφεση δίκη αποδεικτικών μέσων προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, άμεση ή έμμεση, των αγωγικών ή ανταγωγικών ισχυρισμών των διαδίκων και γενικώς των προταθέντων πρωτοδίκως ή προτεινομένων με την έφεση αυτοτελών ισχυρισμών αυτών εντός του τριημέρου από τη συζήτηση είναι απαράδεκτη και, σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοιες αποδείξεις, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.

β' Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις του ενωπίον του Εφετείου, που παραδεκτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), επικαλέσθηκε, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων για την απόδειξη του αγωγικού αιτήματός του από αδικοπραξία και της εφέσεως του, καθώς και την ανταπόδειξη των αγωγικών αιτημάτων του αναιρεσιβλήτου και της εφέσεως αυτού, την υπ' αριθμ. 5280/8-12-2003 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ.

Τ., που συντάχθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης μετά προηγούμενη πριν από είκοσι τέσσερις ώρες κλήτευση του αντιδίκου του (βλ. την υπ' αριθμ. .../4-12-2003 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δικαστικής επιμελήτριας ….). Τις έγγραφες προτάσεις του επί της εφέσεώς του και της αντίθετης εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατέθεσε ο αναιρεσείων την 5η Δεκεμβρίου 2003 και ώρα 14.15, όπως προκύπτει από τις επισημειώσεις επ' αυτών του αρμοδίου Γραμματέα του Εφετείου και η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, όπως προκύπτει με σαφήνεια απ' αυτή, συντάχθηκε την 8η Δεκεμβρίου 2003 ημέρα Δευτέρα και ώρα 09.00 (από παραδρομή αναφέρεται σ' αυτή ότι συντάχθηκε ημέρα Παρασκευή - 5.12.2003), ενώ η συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Εφετείου έγινε αυθημερόν, ήτοι την 8η Δεκεμβρίου 2003 και ώρα 10.00.

Και ναι μεν στο κύριο σώμα των ως άνω προτάσεων σημειώνεται ότι ο αναιρεσείων επικαλείται και προσκομίζει, μεταξύ άλλων και την ως άνω 5280/8-12-2003 ένορκη βεβαίωση, της οποίας ο αριθμός 5280 και η χρονολογία 8-12-2003 έχουν συμπληρωθεί με το χέρι, όμως η επίκληση και η προσκομιδή αυτής σε χρόνο που δεν είχε ακόμη συνταχθεί (5-12-2003), αποδεικνύει, χωρίς άλλο, ότι δεν προσκομίσθηκε πράγματι την ημερομηνία καταθέσεως των προτάσεων.

Εξάλλου, κατά τη συζήτηση των εφέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευφημία Μιστιλόγλου, με βάση τις από 5-12-2003 δύο δηλώσεις της του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και γι' αυτό ακριβώς πρέπει να αποκλεισθεί και η προσκομιδή της εν λόγω βεβαιώσεως κατά τη συζήτηση.

Η ως άνω βεβαίωση, άρα, προσκομίσθηκε προδήλως όταν έγινε η "προσθήκη-αντίκρουση" στις ανωτέρω προτάσεις του αναιρεσείοντος την 11η Δεκεμβρίου 2003, σύμφωνα με τις επισημειώσεις επ' αυτών του αρμοδίου Γραμματέα, δηλαδή τρεις ημέρες μετά τη συζήτηση και για το λόγο αυτό ήταν απαράδεκτη κατά τα προεκτεθέντα.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δεν έλαβε υπόψη την ένορκη αυτή βεβαίωση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από την άνω διάταξη, όπως παραδεκτώς διευκρινίσθηκε και συμπληρώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-7-2004 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 300/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ