Legislator Case Law & Legislation
2348/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on co-ownership usage rights, rejecting abuse of right claim as factually unsupported.

Case Number 2348/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding co-ownership disputes. The appellant argued that the respondent abused her right to claim damages for exclusive use of a property, citing personal financial independence and lack of actual use. The court rejected this, finding the facts did not meet the legal threshold for abuse of right under Article 281 of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 785, 786, 878, 792, 961, 962, 1113 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The right to claim compensation for exclusive use by co-owners is not considered an abuse of right merely because the claimant has separate living arrangements or other assets, provided the claim is not manifestly excessive.

Keywords

AI generated
co-ownership rights abuse of right exclusive use compensation claim Civil Code provisions appeal dismissal manifest excess

Cited Legislation

AI generated
Articles 785, 786, 878, 792, 961, 962, 1113 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2348 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2348/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Δημόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3811/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5932/2004 του Εφετείου Αθηνών. Μετά από την άσκηση αναιρέσεως κατά της τελευταίας απόφασης εκδόθηκε η 1793/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε για περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την υπ' αριθ. 4238/2007 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-8-2007 αίτησης της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 13-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 878, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσεως του κοινού αντικειμένου από τον ένα από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και να δεν προέβαλαν αξίωση περί συγχρήσεως, να απαιτήσουν από εκείνον εύλογη μερίδα από το όφελος που αυτός αποκόμισε και το οποίο συνίσταται στην αξία της χρήσεως του κοινού.

Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου που προορίζεται από κατασκευής για κατοικία ή κατάστημα, το όφελος συνίσταται στην κατά τον χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία της μερίδος των λοιπών κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση κατά τις παραπάνω διατάξεις, ωφέλεια.

Εξάλλου, το δικαίωμα του καθενός από τους κοινωνούς για χρήση του κοινού αντικειμένου είναι ανεξάρτητο από τη μερίδα του σ' αυτό, αφού η εξουσία του στο κοινό αντικείμενο διακρίνεται μεν σε ιδανική μερίδα θεωρητικά, όχι όμως και πρακτικά, καθόσον οι υλικές πράξεις, με τις οποίες ασκείται αυτή η (άμεση) εξουσία, δεν επιδέχονται επιμερισμό τέτοιον ώστε ο καθένας να ασκεί σε αυτό όση εξουσία αντιστοιχεί στο μερίδιό του.

Έτσι, αν το κοινό αντικείμενο βρίσκεται στην κατοχή ενός από τους κοινωνούς, αυτός δικαιούται στη συνολική χρήση του και όχι μόνο στη χρήση τόσου μέρους όσο αντιστοιχεί στη μερίδα του, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν κωλύεται η σύγχρηση των λοιπών κοινωνών, ήτοι εκείνη η οποία ασκείται πράγματι ή αξιώνεται από αυτούς και όχι εκείνη η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως και αφηρημένα μα αξιωθεί, διότι έτσι καθορίζεται η έκταση του δικαιώματος της ΑΚ 787, αλλά δεν υπάρχει παρακώλυση της συγχρήσεως όταν δεν ασκείται ή δεν αξιώνεται καμία σύγχρηση ή δεν καθορίζεται από τους λοιπούς κοινωνούς το περιεχόμενό της.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι διάδικοι είναι συγκοινωνοί, κατά τα ιδανικά μερίδια των 3/4 η ενάγουσα και του 1/4 η εναγομένη, ενός ακινήτου που βρίσκεται στη ..., ήτοι οικοπέδου επιφανείας 1.445,70 τ.μ. μετά των επ' αυτού κτισμάτων α) οικοδομής αποτελούμενης από μεζονέτα επιφανείας 264,92 τ.μ. (142,41 τ.μ.

το ισόγειο, 96,41 τ.μ. ο α' όροφος και 26,10 τ.μ. το υπόγειο), β) αποθήκης ισόγειας, επιφανείας 12 τ.μ. στο νότιο τμήμα του οικοπέδου και γ) γκαράζ στεγασμένου, επιφανείας 59,54 τ.μ. στο βορειοανατολικό τμήμα του οικοπέδου. Το ακίνητο αυτό απέκτησαν κατά κυριότητα εκ κληρονομίας του αποβιώσαντος την 30-7-2001 ..., πατέρα της ενάγουσας και συζύγου της εναγομένης, μητέρας της ενάγουσας, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά, όπως συνομολογείται από την εναγομένη.

Το εν λόγω ακίνητο αποτελούσε τη συζυγική οικία της εναγομένης, η οποία συνέχισε να κατοικεί σε αυτό μετά τον θάνατο του συζύγου της και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, ενώ η ενάγουσα μετά τον γάμο της διαμένει στη δική της συζυγική κατοικία στο .... Οι διάδικοι δεν έχουν καθορίσει το περιεχόμενο της συγχρήσεως του κοινού αυτού ακινήτου, διαφωνώντας ως προς τον τρόπο χρήσεώς του η ενάγουσα όμως με την από 15-3-2002 εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη, την οποία της κοινοποίησε την 29-3-2002 (βλ. ...

έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ...), αξίωσε από αυτήν, ως αποζημίωση χρήσεως για την αποκλειστική εκ μέρους της χρήση του κοινού, το ποσό των 1.540 ευρώ μηνιαίως, στο οποίο με την αγωγή της εκτιμά την αποδοτέα σε αυτήν ωφέλεια και το οποίο ζητά να της επιδικασθεί. Η εν λόγω οικοδομή έχει κτισθεί από το έτος 1974, το δάπεδο του ισογείου έχει επιστρωθεί με πλακάκια, η δε οροφή της μεζονέτας έχει ταράτσα (μπετόν αρμέ).

Το ισόγειο αποτελείται από κουζίνα, λουτρό, τραπεζαρία, μεγάλο σαλόνι και κλιμακοστάσιο και ο πρώτος όροφος από πρόχειρο καθιστικό, 2 μεγάλα υπνοδωμάτια, ένα λουτρό και εξώστες, ενώ το εν λόγω κτίσμα έχει κεντρική θέρμανση, ηλιακό θερμοσίφωνα και τους βοηθητικούς χώρους που προαναφέρθηκαν, έμπροσθεν δε αυτού υπάρχει κήπος, πλήρως διαμορφωμένος με οπωροφόρα δέντρα, λεύκες και γρασίδι (γκαζόν).

Η οικία αυτή, η οποία βρίσκεται σε καλή περιοχή και σε προνομιούχο θέση, απέχοντας λίγα μέτρα από τη θάλασσα, είναι στο σύνολό της σε καλή σχετικά κατάσταση, με εξαίρεση τις φθορές που έχει λόγω της πλημμελούς συντήρησης της οικοδομής τα τελευταία χρόνια (υγρασία σε ένα από τα υπνοδωμάτια, μη λειτουργία της κεντρικής θέρμανσης).

Κατόπιν τούτων και λαμβανομένων υπόψη της παλαιότητας του κτίσματος, της θέσεώς του αλλά και της ελλιπούς συντήρησής του, η μισθωτική του αξία είναι μειωμένη και δεν υπερέβαινε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, το ποσό των 900 ευρώ μηνιαίως. Επομένως, η ωφέλεια από τους καρπούς (μισθώματα), που θα απεκόμιζαν οι κοινωνοί διάδικοι αν εκμίσθωναν το όλο ακίνητο, ανέρχεται, για το διάστημα από 1-8-2001 μέχρι 30-4-2003, στο ποσό των 8.100 ευρώ (9 μήνεςΧ900 ευρώ μηνιαίως) και, για το διάστημα από 1-5-2002 μέχρι 31-12-2002 (μετά τη συζήτηση της αγωγής), στο ποσό των 7.200 ευρώ (8 μήνεςΧ900 ευρώ μηνιαίως).

Δικαιούται ως εκ τούτου, η ενάγουσα να αξιώσει από την αποκλειστικώς χρησιμοποιούσα το ακίνητο αυτό εναγομένη, για το πρώτο διάστημα, το ποσό των 6.075 ευρώ (8.100Χ3/4) και, για το δεύτερο διάστημα, το ποσό των 5.400 ευρώ, ήτοι συνολικό το ποσό των 11.475 ευρώ. Το εν λόγω ποσό, συνεχίζει το Εφετείο, οφείλει η εναγομένη να το καταβάλει, ανεξαρτήτως του αν έχει κάνει χρήση ολόκληρου ή μέρους του κοινού ακινήτου, εφόσον αποδεικνύεται ότι αυτή βρίσκεται στην κατοχή του κοινού, η δε ενάγουσα αξιώνει την αποζημίωση, λόγω της εκ μέρους της εναγομένης αποκλειστικής χρήσεως αυτού.

Τα επικαλούμενα από την εναγομένη γεγονότα, ότι το ακίνητο αυτό ήταν αρχικά ιδιοκτησία του πατέρα της ή ότι η ενάγουσα αρχικά της ζήτησε συγκατοίκηση ή ότι αυτή ουδέποτε απέκλεισε την ενάγουσα από την σύγχρηση, και αληθή υποτιθέμενα, ουδεμία επιρροή ασκούν στην προκειμένη δίκη, η δε ενάγουσα δικαιούται-μη επελθούσης συμφωνίας μεταξύ τους για τη χρήση του κοινού, και χρησιμοποιούμενου αυτού αποκλειστικά από την εναγομένη-να αξιώσει την αποζημίωση χρήσεως της δικής της μερίδας.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε τους περί του αντιθέτου σχετικούς λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά την ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παρεβίασε, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά την έννοια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, την μεταγενέστερη άσκησή του, εφόσον τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ. ΑΠ 17/1995).

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι, κατά παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τον εκ μέρους της πρωτοδίκως και κατ' έφεση, προς απόκρουση της εναντίον αυτής αγωγής της αναιρεσίβλητης, προβληθέντα ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος της τελευταίας.

Όμως, ο κατ' ένσταση προβληθείς εν λόγω ισχυρισμός είναι όντως νόμω αβάσιμος, διότι τα προς θεμελίωσή του προταθέντα πρωτοδίκως πραγματικά γεγονότα, ήτοι ότι ο σκοπός της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) είναι ο προσπορισμός χρημάτων, ότι, ενώ ζητούσε με εξώδικο σύγχρηση στο επίδικο με την παράδοση των κλειδιών, με την αγωγή αξιώνει αποζημίωση χρήσης, ότι, ενώ για την ίδια το επίδικο ακίνητο αποτελεί οικογενειακή της στέγη, η ενάγουσα έχει χωριστή εγκατάσταση και οικονομική αυτοτέλεια, ότι η ενάγουσα έχει λάβει και άλλες γονικές παροχές ακινήτων, ότι ένα άλλο κληρονομιαίο ακίνητο επωλήθη με τη συμφωνία των διαδίκων και η ενάγουσα έλαβε ως τίμημα την αναλογούσα μερίδα της και, τέλος, ότι η ενάγουσα δεν στέργει σε αυτούσια ή έστω δικαστική διανομή ή σε μίσθωση ή αξιοποίηση του επιδίκου, δεν ενέχουν προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, και ως εκ τούτου δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του επίμαχου δικαιώματος.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε την προμνησθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου ως άνω αναιρετικός λόγος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα προταθέντα πραγματικά περιστατικά της ειρημένης ένστασης, είναι αλυσιτελής, μετά την εκτεθείσα κρίση του Δικαστηρίου τούτου (Αρείου Πάγου), ότι τα εν λόγω περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος.

Επειδή, η θεμελίωση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και, άρα, αυτός δεν ιδρύεται σε περίπτωση απορρίψεως μιας ενστάσεως ως νόμω αβάσιμος. Κατά συνέπεια, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος, κατά το τρίτο μέρος του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσεως ως προς την απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεως, είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη. Επειδή, με αυτόν τον λόγο (δεύτερο), κατά το τέταρτο μέρος του εκ του αριθμού 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, αναφορικώς με την απόρριψη της άνω ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία του άρθρου 281 ΑΚ και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στο εν λόγω άρθρο. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ποια είναι τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας και που εντοπίζεται η παραβίασή τους. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-8-07 αίτηση της αναιρεσείουσας ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4238/07 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ