Legislator Case Law & Legislation
2346/2009 AI generated

Supreme Court orders joinder of appeals and dismisses them for lack of legal basis regarding evidence weight.

Case Number 2346/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court ordered the joinder of two separate appeals against a lower court decision to streamline the proceedings and reduce costs. The appellants argued that the appellate court improperly assigned increased evidentiary weight to a settlement proposal, but the court found no such judicial admission existed. Consequently, the appeals were dismissed as unfounded, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246 and 352 of the Code of Civil Procedure; Joinder of related appeals is mandatory to expedite proceedings, and an appeal based on the improper weight of a settlement proposal is inadmissible if no judicial admission was actually made.

Keywords

AI generated
joinder of appeals evidentiary weight judicial admission settlement proposal civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 352 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2346 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2346/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α.- Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ιερός Ναός Αγίου Αθανασίου Δ.Δ ...", εδρεύοντος στο ΔΔ ..., νομίμως εκπροσωπουμένου, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Κλειτσάκης με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ΔΔ ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Χρόνη.

Β.- Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ΔΔ ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους: α) Δημήτριο Κλειτσάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚπολΔ και β) με τον Στυλιανό Σταματόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ΔΔ ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Χρόνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 138/2006 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν α) ο αναιρεσείων με την από 22-7-2006 αίτησή του και β) οι αναιρεσείοντες με την από 11-7-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 8-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη τους και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος Δικαστηρίου (23-9-2009), συζητήθηκαν η από 22-7-2006 αίτηση αναιρέσεως του Ν.Π.Δ.Δ. "Ιερός Ναός Αγίου Αθανασίου Δ.Δ. ..." και η από 11-7-2006 αίτηση αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ' αριθμ. 138/2006 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας. Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο559 αρ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, εφόσον το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίασή του. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ειδικότερα, οι γενικοί κανόνες που τίθενται από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινής βούληση των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν.

Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση , στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με το από 8-12-1953 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό η μητέρα και δικαιοπάροχος της ενάγουσας ΑΑ, η αδελφή αυτής ΒΒ και ο θείος τους ΓΓ διένειμαν ατύπως την ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντος πατέρα των δύο πρώτων και αδελφού του τρίτου ΔΔ.

Με βάση τη διανομή αυτή περιήλθε στη νομή και κατοχή της μητέρας της ενάγουσας το περιγραφόμενο στην αγωγή αγροτεμάχιο, εκτάσεως ενός στρέμματος, που βρίσκεται στη θέση "..." της περιοχής του Δήμου ... Έκτοτε η ΑΑ νεμόταν με διάνοια κυρίου το αγροτεμάχιο αυτό, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής.

Ειδικότερα μέχρι το έτος 1970 καλλιεργούσε, λόγω της ανομοιομορφίας του εδάφους του και της ύπαρξης εντός αυτού ικανού αριθμού δέντρων, μεταξύ των οποίων και πουρνάρια, ένα τμήμα του αγρού αυτού με φακές, βρίζα και σιτάρι. Αλλά και μετά το έτος 1970 αυτή συνέχισε να ασκεί επί του αγρού τη νομή με διάνοια κυρίου, εποπτεύοντας και περιποιούμενη αυτόν και εκμισθώνοντάς τον σε τρίτους, μεταξύ των οποίων και οι αδελφοί ..., για τη βόσκηση των ζώων τους.

Έτσι η ανωτέρω δικαιοπάροχος της ενάγουσας απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω αγρού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Κατά το έτος 1993 ο Ιερέας του Ναού Αγίου Αθανασίου ... επισκέφθηκε την ως άνω δικαιοπάροχο της ενάγουσας στην οικία της και την παρακάλεσε να παραχωρήσει μικρή έκταση από το βορειανατολικό τμήμα του αγρού της, όπου υπήρχε μία μεγάλη πέτρα, από την οποία, κατά την πεποίθηση των κατοίκων της περιοχής, δίδασκε καθήμενος ο Διδάσκαλος του Γένους Κοσμάς ο Αιτωλός, προκειμένου να ανεγερθεί Παρεκκλήσι (κατ' ουσίαν εικόνισμα).

Η ΑΑ, διακατεχόμενη από θρησκευτικά συναισθήματα, συναίνεσε στην παραχώρηση τμήματος του αγρού της για την ανέγερση μικρής εκκλησίας, πράγμα που αποδεικνύεται και από το υπ' αριθμ. ... πρακτικό του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου, στο οποίο τα μέλη αυτού συνομολογούν τη γενόμενη άτυπη παραχώρηση από εκείνη τμήματος του αγροτεμαχίου της για το σκοπό αυτό.

Παρά τη δοθείσα όμως σ' αυτήν υπόσχεση ότι θα ανεγειρόταν μικρός ναός στη μνήμη του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, άρχισε, με πρωτοβουλία του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του πιο πάνω Ιερού Ναού, να ανεγείρεται ευμεγέθης ναός, γεγονός το οποίο προκάλεσε τη διαμαρτυρία της ΑΑ. Μετά, όμως, από σχετική παράκληση του παραπάνω Ιερέα η τελευταία συναίνεσε στη ανέγερση του ναού τούτου.

Τελικώς ο Ιερός Ναός του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού αποπερατώθηκε το έτος 1997 και κατά το ίδιο έτος διαμορφώθηκε και ο προαύλιος χώρος του παρεκκλησίου του, καταλαμβάνοντας έτσι από τον επίμαχο αγρό συνολικά έκταση εμβαδού 177,30 τ.μ. Στο υπόλοιπο, όμως, τμήμα του αγρού, εκτάσεως πλέον 822,70 τ.μ., που αποτελεί και το επίδικο ακίνητο, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας ΑΑ συνέχισε να ασκεί πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, χωρίς οποιαδήποτε αμφισβήτηση.

Οι πρώτες διαφορές μεταξύ των διαδίκων ανέκυψαν στις 20-8-2000, όταν το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου, σε σχετική συνεδρίασή του, αποφάσισε την επέκταση του παρεκκλησιού του Αγίου Κοσμά, αλλά και την κατασκευή κωδωνοστασίου, βοηθητικού χώρου, αίθουσας και γραφείου. Μετά την απόφαση αυτή έγινε επέκταση του ιερού ναού και διαμορφώθηκε δάπεδο από σκυρόδεμα για την ανέγερση ξενώνα, ενόψει του πολύ μεγάλου αριθμού των πιστών που συνέρρεαν στο ναό αυτό.

Στην επέκταση του ιερού ναού συναίνεσε και πάλι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας, ύστερα από παρέμβαση του φερόμενου ως δωρητή του ναού, ΕΕ. Στις 26-8-2001 η ΑΑ, η ενάγουσα θυγατέρα της και ο σύζυγος της τελευταίας, έχοντας την πεποίθηση ότι, ενόψει επικείμενης περαιτέρω επέκτασης του ιερού τούτου ναού (Αγίου Κοσμά του Αιτωλού) και των βοηθητικών χώρων του, επρόκειτο να καταληφθεί και η υπόλοιπη έκταση του ανωτέρω αγροτεμαχίου, εμβαδού 822,70 τ.μ., περιέφραξαν αυτήν με σιδηροπασσάλους.

Αυτό είχε ως συνέπεια να αντιδράσουν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, Χ1 και Χ2, και το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του τρίτου εναγομένου Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου, ισχυριζόμενοι ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί κοινόχρηστο χώρο και ως εκ τούτου θίγεται το προστατευόμενο από το άρθρο 57 του ΑΚ δικαίωμα της προσωπικότητάς τους, βάσει του οποίου δικαιούνταν, ως δημότες, να κάνουν χρήση του επιδίκου.

Κατά τη συνάντηση των ενδιαφερομένων που επακολούθησε στις 28-8-2001 στον Αστυνομικό Σταθμό της περιοχής ο φερόμενος ως δωρητής του ναού ΕΕ πρότεινε την ειρηνική επίλυση της διαφοράς, με καταβολή σχετικής αποζημίωσης στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας ΑΑ, συνομολογώντας έτσι και αυτός την κυριότητα αυτής στο επίδικο ακίνητο.

Ακόμη, ο τέταρτος εναγόμενος, Δήμος Μαργαριτίου, στο από 19-11-2001 έγγραφό του αναφέρει ότι στερείται τοπογραφικών διαγραμμάτων και στοιχείων για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου ακινήτου. Εξάλλου, η ΑΑ, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Α. Ταγκατίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής την κυριότητα του επιδίκου αγροτεμαχίου στην ενάγουσα θυγατέρα της, η οποία και κατέστη με τον τρόπο αυτό κυρία τούτου.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο, αφού η δικαιοπάροχος αυτής, μητέρα της, είχε γίνει κυρία τούτου με έκτακτη χρησικτησία, και ότι οι ενστάσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, όπως εκτιμάται, περί της ιδιότητας του επιδίκου ως κοινόχρηστης έκτασης και περί παραγραφής της ένδικης αγωγής είναι αβάσιμες, ακολούθως δε απέρριψε, ως αβάσιμες, τις αυτοτελείς εφέσεις που είχαν ασκήσει, αφενός ο ήδη αναιρεσείων τρίτος εναγόμενος Ιερός Ναός Αγίου Αθανασίου και αφετέρου οι ήδη αναιρεσείοντες δύο πρώτοι εναγόμενοι, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη κατ' αυτών αγωγή της αναιρεσίβλητης περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου.

Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου περί έκτακτης χρησικτησίας των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39) και 9 παρ.1 Πανδ. (50.14) και τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν.

της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ/1912, του άρθρου 21 του ν.δ. 22/4-16/5/1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και των άρθρων 215 του Ν. 4173/1929, με τον οποίο κυρώθηκε το ν.δ. της 11/11-5-1929 "Περί δασικού Κώδικος", και 2 και 4 του Α.Ν. 1539/1938, οι οποίες δεν είχαν στην προκειμένη περίπτωση έδαφος εφαρμογής, αφού, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν καλλιεργούμενος αγρός, που ανήκε στην ιδιοκτησία του απώτερου δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης ΔΔ και συνεπώς ποτέ δεν είχε το χαρακτήρα δάσους ή την ιδιότητα κοινόχρηστου πράγματος, που να ανήκε στο Δημόσιο, ώστε να είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας από την άμεση δικαιοπάροχο και μητέρα της αναιρεσίβλητης ΑΑ.

Εξάλλου το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το ακίνητο που περιήλθε στη νομή της άνω δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης με βάση τη γενόμενη κατά το έτος 1953, με το από 8-12-1953 ιδιωτικό συμφωνητικό, άτυπη διανομή της κληρονομίας του πατέρα της ΔΔ και το οποίο νεμήθηκε αυτή έκτοτε και επί μία τουλάχιστον συνεχή εικοσαετία, είναι το επίδικο και ότι αυτό βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της περιοχής του Δήμου ..., δεν δέχθηκε, ούτε εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων με το ιδιωτικό αυτό έγγραφο, και συνεπώς ορθώς δεν εφάρμοσε τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 200 του ΑΚ.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τη δικαιοπάροχο μητέρα της αναιρεσίβλητης με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας.

Επομένως οι πρώτος, μέρος δεύτερο, δεύτερος, μέρος πρώτο και δεύτερο, και τέταρτος, μέρος πρώτο και τρίτο, λόγοι των κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, του ΒΡ δικαίου και των ειδικών νόμων που αναφέρθηκαν και ότι σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχουν αιτιάσεις για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τη διπλή ονομασία που δέχθηκε ότι έχει η θέση στην οποία βρίσκεται το επίδικο, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος , η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις , ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου με το αναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής, που μεταγράφηκε νόμιμα, ως αποκτήσασα τούτο από αληθινή κυρία, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά , τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης ( Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο, μέρος τέταρτο, λόγο των αιτήσεων αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.8 εδ.β' Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την ένσταση των αναιρεσειόντων περί παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, την οποία αυτοί είχαν προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν με λόγο των εφέσεών τους στο Εφετείο.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, έκρινε ότι η άμεση δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, γιατί άσκησε , με διάνοια κυρίου, τη νομή επί του επιδίκου ακινήτου από το έτος 1953 μέχρι τις 20-8-2000 και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς και ενστάσεις των αναιρεσειόντων.

Συνεπώς, το Εφετείο εξέτασε την παραπάνω ένσταση των αναιρεσειόντων και την απέρριψε ως αβάσιμη, γι'αυτό ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.9 περ. α' και β'του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάσισε, έστω και με αναγνωριστική διάταξη, για αντικείμενο που δεν ζητήθηκε με αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, δηλαδή με αίτηση για παροχή έννομης προστασίας, υπό οιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση , κάθε ένδικο μέσο, ανακοπή και τριτανακοπή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως πρέπει, ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, μέρος πρώτο, λόγο των αιτήσεων αναίρεσης, προβάλλεται η από το άνω άρθρο 559 αριθ.9 του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο "επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και οπωσδήποτε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν", για το λόγο ότι δέχθηκε α) ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." του Δήμου ..., ενώ, σύμφωνα με την περιγραφή του που γίνεται στην αγωγή, αυτό βρίσκεται στη θέση "..." και β) ότι η αγωγή είναι βάσιμη και ως προς τον αναιρεσείοντα Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου, ενώ στρεφόταν κατά του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του, που τον εκπροσωπεί.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση αναφέρεται στην εκτίμηση από το δικαστήριο πραγματικού γεγονότος αναφορικά με τη θέση του επιδίκου ακινήτου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, διότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου, περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής του, στον οποίο ο λόγος αυτός στηρίζεται, δεν προτάθηκε από αυτόν νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο της έφεσής του.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο, μέρος τρίτο, και τέταρτο, μέρος δεύτερο, λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα πέντε αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, μία αεροφωτογραφία έτους 2000 του Υπουργείου Γεωργίας και την από 14-4-2004 τεχνική έκθεση (ερμηνεία ) των είδικών τεχνικών ...

και ... Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος και ειδικότερα ότι το επίδικο ακίνητο, ήταν ανέκαθεν αγροτεμάχιο, το οποίο νεμόταν με διάνοια κυρίου η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης από τις 8-12-1953 μέχρι το έτος 2000, καλλιεργώντας μέχρι το έτος 1970, λόγω της ανομοιομορφίας του εδάφους του, ένα τμήμα αυτού με φακές, βρίζα και σιτάρι, και εκμισθώνοντας αυτό μετά το έτος 1970 σε τρίτους, για τη βόσκηση των ζώων τους, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και όλα τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα.

Επομένως οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατά το τμήμα του με το οποίο γίνεται επίκληση και αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι έσφαλε το Εφετείο επειδή δεν διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, όπως είχαν ζητήσει οι αναιρεσείοντες με τις εφέσεις τους, είναι απαράδεκτος, διότι, εφόσον δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι πρόκειται για ζήτημα, που απαιτεί για να γίνει αντιληπτό "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 352 παρ.1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δικαστική ομολογία , η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον του διαδίκου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος. Η δικαστική ομολογία αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και πρέπει να γίνεται μόνο κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός του ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη, ενώ κάθε άλλη ομολογία του διαδίκου είναι εξώδικη, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου 352 ΚΠολΔ, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δε δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο των αιτήσεων αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη αποδεικτικού μέσου, για το λόγο ότι "κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από την ενάγουσα, προσέδωσε την αυξημένη δύναμη ομολογίας στην προσπάθεια στην οποία προέβη ο μη διάδικος ΣΤ για ειρηνική επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο από την πρόταση του ανωτέρω τρίτου προσώπου στις 28-8-2001 για ειρηνική επίλυση της διαφοράς δεν συνήγαγε οποιαδήποτε ομολογία των εναγομένων για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από την ενάγουσα, τη δε "συνομολόγηση από το πρόσωπο αυτό της κυριότητας της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας ΑΑ" την επικαλέσθηκε ως αποδεικτικό επιχείρημα προς ενίσχυση του πορίσματός του, που προέκυψε από τη συνεκτίμηση των λοιπών αποδείξεων, ότι το επίδικο δεν ήταν κοινόχρηστη δημοτική έκταση, όπως ισχυρίζονταν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, αλλά αποτελούσε ιδιοκτησία της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 22-7-2006 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. "Ιερός Ναός Αγίου Αθανασίου Δ.Δ. ..." και την από 11-7-2006 αίτηση των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 138/2006 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αιτήσεις αυτές αναιρέσεως. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ σε βάρος του αναιρεσείοντος "Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου Δ.Δ. ..." και σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ σε βάρος των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ