Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal due to insufficient reasoning on abuse of right.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision to dismiss the brothers' lawsuit. The appellate court rejected the claim without adequately explaining why the plaintiffs' actions constituted an abuse of right after a long period of inactivity. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the specific circumstances that would justify denying the plaintiffs' claim to their inheritance share.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 A.C.; Art. 559 no. 19 K.P.D.: The exercise of a right is abusive only if it clearly exceeds limits imposed by good faith or social purpose; mere delay does not constitute abuse unless specific circumstances make the reversal of the established situation excessively harsh for the obligor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2344 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2344/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. ...συζ. Χ1, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γεωργιάδη.
Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Πετρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 161/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-3-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 8-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, λόγω των οποίων η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ` ανάγκη αφόρητες ή δυσβάστακτες, για τον υπόχρεο συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του αξιούμενου δικαιώματος, επιβεβλημένη η θυσία του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την από το άρθρο 281 ΑΚ, ένσταση του ήδη αναιρεσιβλήτου εναγομένου κατά της ένδικης διεκδικητικής αγωγής των αναιρεσειόντων, ως προς το μέρος που αυτή αφορά τη διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου κατά τα 2/4 εξ αδιαιρέτου, τα οποία περιήλθαν στους αναιρεσείοντες με κληρονομική από διαθήκη διαδοχή, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: " Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, εκτάσεως 1201,48 τ.μ., με τα επ' αυτού υπάρχοντα κτίσματα, ήτοι διώροφη οικία εμβαδού 114,53 τ.μ., μαγειρείο εμβαδού 30,86 τ.μ., τέσσερις αποθήκες εμβαδού 14,53 τ.μ., 71,85 τ.μ., 62,17 τ.μ.
και 25,89 τ.μ., αντίστοιχα, και ένα σταύλο, εμβαδού 95,37 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο Δήμο ...του Νομού .... Ο πρώτος ενάγων, Χ1, με την από 5-5-1985 προγενέστερη διεκδικητική αγωγή του, που άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Φλώρινας εναντίον του και τώρα εναγόμενου αδελφού του, ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, πλην άλλων, και του επιδίκου ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει κατά το ποσοστό αυτό.
Για τη θεμελίωση δε της προγενέστερης αυτής αγωγής του επικαλέσθηκε ότι ο αρχικός κύριος του επιδίκου Θ1, παππούς αυτού και του εναγομένου, μεταβίβασε σ' αυτόν κατά κυριότητα, λόγω δωρεάς εν ζωή, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Φλώρινας Γεωργίου Τσαπκίνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου.
Επί της αγωγής εκείνης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 32/1992 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι ολόκληρο το επίδικο ακίνητο ανήκε κατά κυριότητα στον παππού των διαδίκων και δικαιοπάροχο του πρώτου ενάγοντος Θ1 και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου περί ιδίας αυτού κυριότητας, έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του πρώτου ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, κατά το πιο πάνω ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, κατά το οποίο και διατάχθηκε ο εναγόμενος να του το αποδώσει.
Η εν λόγω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας (32/1992) κατέστη τελεσίδικη και αποτελεί δεδικασμένο για το ότι το όλο επίδικο ακίνητο ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στον παππού των διαδίκων και για το ότι αυτό περιήλθε κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου με την ανωτέρω σύμβαση δωρεάς εν ζωή και μεταγραφή του οικείου συμβολαίου δωρεάς στην κυριότητα του πρώτου ενάγοντος.
Λόγω του δεδικασμένου που δημιουργήθηκε από την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση, η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που αφορά τη διεκδίκηση από τον πρώτο ενάγοντα του ως άνω ποσοστού 1/2 (ή 2/4) εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, την επί το οποίου κυριότητά του στηρίζει στην προαναφερθείσα δωρεά εν ζωή του παππού του, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο.
Περαιτέρω, σε σχέση με τη συγκυριότητα των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο κατά τα υπόλοιπα ποσοστά 2/4 εξ αδιαιρέτου (1/4 για τον καθένα), αποδείχθηκαν τα εξής : Οι από τους διαδίκους δύο αδελφοί κατοικούν στην εντός του επιδίκου οικοπέδου υπάρχουσα διώροφη οικία και χρησιμοποιούν τα υπόλοιπα κτίσματα αυτού από το έτος 1972, κατά το οποίο κτίσθηκε η οικία αυτή από τον πατέρα τους Π1.
Αργότερα και συγκεκριμένα από το έτος 1985, οπότε απεβίωσαν τόσο ο παππούς τους Θ1, όσο και ο γιος εκείνου και πατέρας αυτών Π1, άρχισαν οι προστριβές μεταξύ των διαδίκων για την κυριότητα της οικίας, με αφορμή την προαναφερόμενη προγενέστερη αγωγή, που άσκησε κατά το ίδιο έτος ο πρώτος ενάγων εναντίον του εναγομένου.
Τότε, και μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, οι διάδικοι και οι οικογένειές τους κατοικούσαν στην επίμαχη οικία και συγκεκριμένα οι ενάγοντες στον πρώτο όροφο αυτής και ο εναγόμενος στο ισόγειο, παράλληλα δε χρησιμοποιούσαν όλοι από κοινού τα λοιπά κτίσματα του οικοπέδου (αποθήκες, σταύλο κ.λ.π.). Έκτοτε και πριν ακόμη ασκήσει ο πρώτος ενάγων τη διαληφθείσα από 5-5-1985 διεκδικητική αγωγή, οι ενάγοντες γνώριζαν ήδη το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. ...δημόσιας διαθήκης του Θ1, που δημοσιεύθηκε στις 4-4-1985 με τα υπ' αριθμ. 34/4-4-1985 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, και με την οποία ο εν λόγω παππούς του πρώτου εξ αυτών, λίγο πριν από το θάνατό του, που συνέβη στις 16-3-1985, κατέλειπε σ' αυτούς (ενάγοντες) όλη την ακίνητη περιουσία του.
Παρά ταύτα οι ενάγοντες δεν αξίωσαν από τότε την αναγνώριση του δικαιώματος συγκυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο, αλλά ο πρώτος τούτων, με την προαναφερθείσα από 5-5-1985 αγωγή, ζήτησε να αναγνωρισθεί και αναγνωρίσθηκε, όπως έχει εκτεθεί, κύριος μόνο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, επιστηρίζοντας αποκλειστικά το δικαίωμά του αυτό στη δωρεά εν ζωή του παππού του.
Επιπλέον οι ενάγοντες προέβησαν στην αποδοχή της κληρονομίας του διαθέτη παππού τους, στην οποία θεμελιώνουν τώρα την ένδικη αγωγή τους, ως προς την κτήση του υπολοίπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, μόλις τον Αύγουστο του έτους 2003, ήτοι μετά πάροδο δέκα οκτώ και πλέον ετών αφότου επήχθη σ' αυτούς η εν λόγω κληρονομία.
Ακόμη, ενώ από το έτος 1992 είχε εκδοθεί η προδιαληφθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, που αναγνώριζε τον πρώτο ενάγοντα κύριο, μεταξύ άλλων ακινήτων (αγρών), και του επιδίκου ακινήτου, και η επιχειρηθείσα τότε σε βάρος του εναγομένου αναγκαστική εκτέλεση αυτής, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ...
έκθεση του δικαστικού επιμελητή Φλώρινας ..., επιτεύχθηκε ως προς τους αγρούς, χωρίς να συμβεί το ίδιο με το επίδικο ακίνητο, για το οποίο δεν τελεσφόρησε, λόγω αδυναμίας να εκτελεσθεί η απόφαση επί ποσοστού ακινήτου, οι ενάγοντες δεν προέβησαν από τότε σε καμία ενέργεια, αλλά άφησαν τον εναγόμενο να κατοικεί στο επίδικο ακίνητο αδιαμαρτύρητα, δημιουργώντας εύλογα σ' αυτόν την πεποίθηση ότι δεν θα διεκδικήσουν και άλλο μερίδιο επ' αυτού, πέραν του 1/2 εξ αδιαιρέτου που είχε επιδικασθεί στον πρώτο ενάγοντα, και μόνο μετά πάροδο ένδεκα ετών ( το έτος 2003) άσκησαν την ένδικη αγωγή.
Ήδη, όμως, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των εναγόντων προκαλεί στον εναγόμενο δυσμενείς επιπτώσεις για τα συμφέροντά του, αφού αυτός και η οικογένειά του θα αναγκαστούν να απομακρυνθούν από την οικία τους, την οποία ο εναγόμενος υπολαμβάνει ως δική του, δεδομένου ότι κτίσθηκε από τον πατέρα του Π1.
Ενόψει των ειδικών αυτών περιστάσεων, η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων με την ένδικη αγωγή αντιβαίνει προφανώς στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς είναι καταχρηστική". Ακολούθως το Εφετείο, κρίνοντας βάσιμη την ένσταση του αναιρεσιβλήτου εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσειόντων να διεκδικήσουν το επίδικο ακίνητο κατά τα 2/4 εξ αδιαιρέτου, κατά τα οποία απέκτησαν τη συγκυριότητα αυτού με την ως άνω κληρονομική από διαθήκη διαδοχή, και απορριπτέα για το λόγο αυτό, κατά το αντίστοιχο μέρος, την ένδικη διεκδικητική αγωγή τους, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των τελευταίων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, είχε απορρίψει την αγωγή.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της προδιαληφθείσης ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσειόντων και συνεπώς στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι, ενώ δέχεται ότι από το έτος 1985, με αφορμή την έγερση από τον πρώτο αναιρεσείοντα της από 5-5-1985 προγενέστερης αγωγής περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, άρχισαν οι προστριβές μεταξύ των διαδίκων αδελφών για την κυριότητα του επιδίκου και ότι από το έτος 1992 οι αναιρεσείοντες άφησαν τον αναιρεσίβλητο να κατοικεί σ'αυτό αδιαμαρτύρητα, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση ποιά ήταν η κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά το έτος 1992 μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με το επίδικο ακίνητο και από ποιά συγκεκριμένη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων εναγόντων δημιουργήθηκε στον αναιρεσίβλητο εναγόμενο η εύλογη πεποίθηση ότι αυτοί δεν θα διεκδικούσαν το επίδικο ακίνητο και ως προς τα υπόλοιπα ποσοστά 2/4 εξ αδιαιρέτου, που περιήλθαν στη συγκυριότητά τους από κληρονομία εκ διαθήκης του αποβιώσαντος κατά το έτος 1985 αρχικού ιδιοκτήτη Θ1, μόνο δε η αποδοχή από τους αναιρεσείοντες της εν λόγω κληρονομίας, με την υπ'αριθμ....συμβολαιογραφική πράξη, δηλαδή μετά δέκα οκτώ και πλέον έτη από της επαγωγής της και η έγερση από αυτούς της ένδικης αγωγής μετά πάροδο ένδεκα ετών από το έτος 1992, καθώς και η, μετά τη δημοσίευση της διαθήκης, άσκηση μόνο της πιο πάνω από 5-5-1985 αγωγής, δεν αρκούν να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσειόντων να διεκδικήσουν, κατά τα πιο πάνω ποσοστά 2/4 εξ αδιαιρέτου, το επίδικο ακίνητο.
Ενόψει αυτών, ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως προς τα ανωτέρω ποσοστά 2/4 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της κατά το μέρος αυτό στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει ( άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 158/2006 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ