Legislator Case Law & Legislation
233/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court wrongly reduced evidentiary weight of public hospital medical certificate.

Case Number 233/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment from the Kalamata Court of Appeal. The appellant argued that the appellate court improperly failed to grant full evidentiary weight to a public hospital medical certificate under Article 559(12) of the Code of Civil Procedure. The court ruled that while such certificates provide full proof regarding the diagnosis and treatment prescribed, the scientific assessments contained within them remain subject to the court's free evaluation alongside other evidence. Consequently, the appellate court did not violate the law by not granting absolute binding force to the document.

Legislator headnote

AI generated

Articles 438 and 440 of the Code of Civil Procedure; Public medical certificates provide full proof regarding the diagnosis and treatment prescribed, but scientific assessments within them remain subject to the court's free evaluation.

Keywords

AI generated
evidentiary weight public medical certificates full proof free evaluation of evidence appeal admissibility Code of Civil Procedure medical diagnosis

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Articles 438 and 440 of the Code of Civil Procedure
Article 496(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 180, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1316/2023
Supreme Court Case 683/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 233 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 233/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη - Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γκούσκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Λ. του Κ., 2) Ν. Λ. του Κ. και 3) Ι. Λ. του Κ., απάντων κατοίκων …... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γραμματικόπουλο

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων καθώς και εταιρείας και προσώπου, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2014 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 283/2019 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, 81/2020 μη οριστική και 89/2022 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-10-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 6-10-2022 αίτηση αναίρεσης (με αριθμό κατάθεσης …/2022, αριθ.δικ …/2023 ) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα με αριθμό 89/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσίβλητοι (3ος, 4ος και 5ος των εναγόντων), μαζί με τους μη διαδίκους της προκείμενης δίκης (και 1η και 2° των εναγόντων) άσκησαν την υπ' αρ. εκθ. καταθ. …/2012 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και την οποία έστρεψαν κατά του μη διαδίκου της προκείμενης δίκης και 1ου των εναγόμενων, καθώς και κατά της αναιρεσείουσας ( 2ης των εναγόμενων) με την οποία ζητούσαν χρηματική ικανοποίηση λόγω της περιγραφόμενης σε αυτή αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'άριθμ. 135/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας με την οποία , αφού απορρίφθηκε η αγωγή αυτή ως απαράδεκτη και δη ως αόριστη, κατά τα υπ' αρ. 1 α έως και 1 ε κύρια καταψηφιστικά αιτήματα της, δηλαδή ως προς όλους τους ενάγοντες και ως προς τον 1° εναγόμενο, εν συνεχεία κηρύχθηκε το Δικαστήριο καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής αυτής, κατά τα υπ' αρ. 2 α έως και 2 γ κύρια καταψηφιστικά αιτήματα της, δηλαδή ως προς τους 3η, 4° και 5° των εναγόντων (αναιρεσίβλητων) και ως προς την 2η εναγόμενη (αναιρεσείουσα) και παρέπεμψε, κατά το μέρος τούτο, την υπόθεση για εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας.

Το κεφάλαιο, δηλαδή η οριστική διάταξη, της ως άνω υπ'αριθμ. 135/2014 απόφασης που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη και δη ως αόριστη, κατά τα υπ' αρ. 1 α έως και 1 ε κύρια καταψηφιστικά αιτήματα της, δηλαδή ως προς όλους τους ενάγοντες και ως προς τον 1° εναγόμενο, δεν εκκλήθηκε και, επομένως, δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, δίκασε την ανωτέρω αγωγή, κατά το ως άνω μέρος της, ήτοι κατά τα υπ' αρ. 2 α έως και 2 γ κύρια καταψηφιστικά αιτήματα της, δηλαδή ως προς τους αναιρεσίβλητους (3η, 4° και 5° των εναγόντων) και ως προς την αναιρεσείουσα ( 2η εναγόμενη), κατά την τακτική διαδικασία και ερήμην αυτής και εξέδωσε την υπ' άριθμ. 283/2019 με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά το ως άνω μέρος της και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα (2η των εναγόμενων) να καταβάλλει στους αναιρεσίβλητους το ποσό των 2.000 ευρώ στον καθένα, ως χρηματική ικανοποίηση της λόγω της ηθικής βλάβης τους από τις εκεί περιγραφόμενες αδικοπραξίες της αναιρεσείουσας.

Μετά την άσκηση της υπ' αρ. εκθ. καταθ. 136/2019 έφεσης της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 81/2020 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας με την οποία έγινε δεκτή η έφεση τυπικά και κατ'ουσίαν (κατ'εφαρμογή του άρθρου 528 εδ. α ΚπολΔ) εξαφανίστηκε η υπ'αριθμ. 283/2019 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ακολούθως η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε (κατ' εφαρμογή του άρθρου 249 εδ.α ΚΠολΔ) κατά το παραπάνω μέρος της, δηλαδή της εν λόγω αγωγής μόνον κατά τα υπ' αρ. 2 α έως και 2 γ κύρια καταψηφιστικά αιτήματα της, ήτοι μόνον ως προς τους 3η, 4°και 5° των εναγόντων (αναιρεσίβλητων) και ως προς την 2η εναγόμενη (αναιρεσείουσα), εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του νομικού θέματος που παρέπεμψε ενώπιον της η υπ'αριθμ. 8/2019 απόφαση της Α' Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το θέμα της παραβίασης ή μη κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ του τεκμηρίου αθωότητας, στην περίπτωση που ο διάδικος , ο οποίος έχει αθωωθεί αμετάκλητα από το ποινικό δικαστήριο για συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, υποχρεώνεται σε αστική αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με αυτά που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα για το οποίο αθωώθηκε.

Μετά δε την έκδοση της υπ'αριθμ. 4/2020 αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου η ως άνω υπόθεση εισήχθη με κλήση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 89/2022 απόφαση αυτού.

Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974, ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως ... 2.

Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει των διατάξεων του άρθρου 6 §§ 2 και 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά τις οποίες "2. Η Ένωση προσχωρεί στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελωδών Ελευθεριών. ... 3.

Τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και όπως απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης." Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α.

έχει και η διάταξη του άρθρου 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για -ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ορίζει ότι "κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".

Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται και στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο", ως συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας ...16/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9-3-16 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.

Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7 § 1 του Συντάγματος και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχείρισης που θα επιφυλασσόταν σε αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.

Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. καθιερώνει τη γενική αρχή της δίκαιης δίκης, που εφαρμόζεται τόσο στην ποινική, όσο και την αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.

Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνο το θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά συνιστά ταυτόχρονα ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 της Ε.Σ.Δ.Α.

αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος, είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής και δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης, ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.

Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία, ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος, που του αποδόθηκε, και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.

Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο λόγω αμφιβολιών ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιονδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση μη διαπιστωμένης ενοχής.

Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας, δηλαδή ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση άλλης επιπλέον ποινικής κατηγορίας κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 914 επ. Α.Κ. αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα-ενάγοντα.

Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως μάλιστα προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών, ποινικής και πολιτικής, έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής ποινικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος, συνακόλουθα δε σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 § 2 Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την "ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα μάλιστα από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξίωσης για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής πολιτική δίκη ως δεύτερη ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem.

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του κατηγορουμένου.

Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό-σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ιδίως με την επίκληση ότι:

α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση ελήφθη κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) η κρίση στηρίχτηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία όμως απορρίφθηκε για δικονομικούς-τυπικούς λόγους, κ.ά.

Το πολιτικό δικαστήριο, δηλαδή, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.

Συνεπώς, το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μη δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.

Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ.Α.Π. 4/2020 ΑΠ 306/2024).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (Ολ.ΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 8/2018, Ολ.ΑΠ 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Στις 25.2.2012 στην Α…. … η 2η των εναγόμενων Α., σύζυγος Ι. Κ., το γένος Μ. Κ. είχε προσέλθει με τον σύζυγο της, 1ο των εναγόμενων και μη διάδικο της προκείμενης δίκης στο εκεί ευρισκόμενο ξενοδοχείο B… R..

των εναγόντων, δηλαδή της 1ης των εναγόντων Α.Ε. και μη διαδίκου της προκείμενης δίκης, του 2ου των εναγόντων και μη διαδίκου της προκείμενης δίκης, της 3ης των εναγόντων Λ. Λ., του 4ου των εναγόντων Ν. Λ. και του 5ου των εναγόντων Ι. Λ.. Επί πολλή ώρα η 2η των εναγόμενων φωνασκούσε στον χώρο, όπου εκτελούνταν εργασίες από εργάτες των εναγόντων, απειλώντας τον 2° των εναγόντων, σύζυγο της 3ης εξ αυτών και πατέρα των 4ου και 5ου εξ αυτών, με καταγγελίες προς δημόσιες υπηρεσίες για παραβάσεις, στις οποίες θεωρούσε ότι είχαν προβεί οι ενάγοντες, καθόσον ο σύζυγος της ήταν κύριος αγροτεμαχίου παρακείμενου της ως άνω ξενοδοχειακής μονάδας των εναγόντων.

Κάποια στιγμή ο τελευταίος αποχώρησε από τον χώρο. Ενώ οι φωνές της 2ης των εναγόμενων συνεχίζονταν επί πολλή ώρα, ο 5ος των εναγόντων της ζήτησε να σταματήσει και εκείνη την στιγμή η 2η εναγόμενη του επιτέθηκε, σπρώχνοντας τον και χτυπώντας τον σε διάφορα σημεία του σώματος του, ενώ του απέσπασε ταυτόχρονα και τα γυαλιά οράσεως που φορούσε.

Τότε έσπευσε προς υπεράσπιση του υιού της η 3η των εναγόντων και προσπάθησε να σταματήσει την επίθεση της 2ης των εναγόμενων που συνεχιζόταν εις βάρος του 5ου των εναγόντων. Τότε η 2η των εναγόμενων στράφηκε εναντίον και της 3ης των εναγόντων, απωθώντας την βιαίως και κτυπώντας την σε διάφορα σημεία του σώματος της.

Περίοικοι, κτηματίες και οι εργάτες του ξενοδοχείου σταμάτησαν την απρόκλητη επίθεση της 2ης εναγόμενης εις βάρος της 3ης και του 5ου των εναγόντων και την πρόκληση σε αυτούς σωματικών βλαβών. Έτσι η 2η των εναγόμενων τέλεσε την αδικοπραξία (το αστικό αδίκημα) της εκ προθέσεως εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης εις βάρος της 3ης και του 5ου των εναγόντων.

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε η τέλεση από την 2η των εναγόμενων της αδικοπραξίας (του αστικού αδικήματος) της εκ προθέσεως απλής σωματικής βλάβης εις βάρος της 3ης και του 5ου των εναγόντων, ούτε της αδικοπραξίας (του αστικού αδικήματος) της εξυβρίσεως εις βάρος των ως άνω εναγόντων. Επομένως, αποδείχθηκε η επικουρική (ιστορική και νομική) βάση των υπ' αρ. 2 α και 2 γ κύριων καταψηφιστικών αιτημάτων της κρινόμενης υπ' αρ.

εκθ. καταθ. …/…/2012 αγωγής που ασκούνται από τους 3ο και 5° των εναγόντων και στρέφονται εναντίον της 2ης των εναγόμενων. Παρ' όλα αυτά, η 2η των εναγόμενων παρακράτησε για αρκετή ώρα τα γυαλιά οράσεως του 5ου των εναγόντων, μολονότι τούτος της τα ζητούσε πίσω και εν τέλει τα παρέδωσε σε καλλιεργητή που ήταν παρών στο περιστατικό, ο οποίος και τα παρέδωσε στον 5° των εναγόντων.

Ο 4ος των εναγόντων, δικηγόρος Αθηνών, ο οποίος βρισκόταν κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα παραπάνω στην Καλαμάτα, ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς και έφτασε στον τόπο του περιστατικού λίγο αργότερα. Και ενώ οι 3η και ο 4ος των εναγόντων μετέβησαν στο Α/Τ Μ…, προκειμένου να υποβληθούν οι σχετικές εγκλήσεις, όπως τους υποδείχθηκε από τους αστυνομικούς του Τμήματος αυτού, που είχαν κληθεί από τον 1° των εναγόμενων, η 2η των εναγόμενων προσήλθε με καθυστέρηση με τον σύζυγο της στο ως άνω Αστυνομικό Τμήμα, γιατί ήθελε προηγουμένως να μεταβεί στο Νοσοκομείο προς ιατρική εξέταση.

Κατόπιν οι εναγόμενοι αποχώρησαν και από το Α/Τ Μ…, δυσπιστώντας για την αμεροληψία των εκεί προανακριτικών υπαλλήλων. Εν συνεχεία, η 2η των εναγόμενων μετέβη στο Α/Τ Καλαμάτας, όπου και υπέβαλε την από …/.2012 εν γνώσει της ψευδή έγκληση της εις βάρος της 3ης και του 4ου των εναγόντων, καταγγέλλοντας δήθεν εξύβριση εκ μέρους του 4ου των εναγόντων και δήθεν επικίνδυνη σωματική βλάβη εκ μέρους της 3ης των εναγόντων και τελώντας τις αδικοπραξίες (τα αστικά αδικήματα) της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης εις βάρος των 3ης και 4ου των εναγόντων.

Συγκεκριμένα, η 2η των εναγόμενων εν γνώσει της καταμήνυσε άλλους ψευδώς ότι τέλεσαν αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους γι' αυτή. Ειδικότερα, στις …./.2012 υπέβαλε, καταθέτοντας ενόρκως, έγκληση ενώπιον των αστυνομικών/προανακριτικών υπαλλήλων του Α/Τ Καλαμάτας (Α.Β.Μ. σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας:

Α …/…..), με την οποία καταμήνυσε τον 4° των εναγόντων, αναφέροντας ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 12.30 στην Α… … προσέβαλε την τιμή της, προστάζοντας την "να σκάσει", καθώς και την 3η των εναγόντων, αναφέροντας ότι βιαιοπράγησε εις βάρος της, χτυπώντας την με τα χέρια και πνίγοντας την με το λουρί τσάντας, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει σωματικές βλάβες.

Τα ως άνω καταγγελθέντα διά της προαναφερόμενης εγκλήσεως τυγχάνουν, ωστόσο, ψευδή και η 2η των εναγόμενων γνώριζε καλώς την αναλήθειά τους, καθώς η αλήθεια, εν προκειμένω, έγκειται στο ότι ο μεν 4ος των εναγόντων ουδέποτε ανέφερε την εν λόγω λέξη προς την 2η εναγόμενη, η δε 3η των εναγόντων ουδέποτε βιαιοπράγησε σε βάρος της.

Η 2η των εναγόμενων προέβη στην πράξη της αυτή με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της 3ης και του 4ου των εναγόντων για τα ποινικά αδικήματα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της εξύβρισης αντίστοιχα. Με την ίδια αυτή εν γνώσει της ψευδή έγκληση της η 2η των εναγόμενων ισχυρίστηκε με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτων για κάποιους άλλους γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους, τα γεγονότα δε αυτά ήταν ψευδή και η 2η εναγόμενη τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών.

Συγκεκριμένα, στις …./2012 υπέβαλε, καταθέτοντας ενόρκως, την παραπάνω έγκληση της ενώπιον των αστυνομικών/προανακριτικών υπαλλήλων του Α/Τ Καλαμάτας και εις βάρος της 3ης και του 4ου των εναγόντων, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση οι προαναφερόμενοι προανακριτικοί υπάλληλοι και αόριστος αριθμός άλλων ατόμων, αναφέροντας για τους 3η και 4° των εναγόντων τα προαναφερόμενα γεγονότα, τα οποία τυγχάνουν, ωστόσο, κατά τα προεκτεθέντα ψευδή και η 2η των εναγόμενων γνώριζε καλώς την αναλήθειά τους.

Η δε 2η εναγόμενη, αν και τελούσε εν γνώσει της αναληθείας αυτών, αλλά και του γεγονότος ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή, την υπόληψη και την ηθική, επαγγελματική και κοινωνική αξία των 3ης και 4ου των εναγόντων, την οποία και έβλαψαν πράγματι, εντούτοις ισχυρίστηκε τα ανωτέρω. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης Α.

Α., που κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης στις οικείες ποινικές δίκες στον πρώτο και στον δεύτερο βαθμό, η κατάθεση της οποίας κρίνεται ως μη πειστική καθώς ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού Δικαστηρίου κατέθεσε ότι ήταν παρούσα στο επεισόδιο και είδε ότι ο Ι. Λ. χαστούκισε στο πρόσωπο και εξύβρισε την 2η των εναγόμενων και η Λ.

Λ. της τράβηξε την τσάντα, ενώ ενώπιον του δευτεροβάθμιου ποινικού Δικαστηρίου κατέθεσε ότι οι ενάγοντες της τραβούσαν (της 2ης εναγόμενης) την τσάντα και της είχαν κάνει σημάδι με το λουρί, ενώ το έτος 2014 κατέθεσε ενώπιον του Α/Τ Καλαμάτας ότι δεν ήταν αυτόπτης αλλά στεκόταν σε ένα γεφυράκι σε απόσταση κάποιων μέτρων από το επεισόδιο, αλλά ούτε και από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων υπεράσπισης, ουδείς των οποίων ήταν αυτόπτης αλλά η γνώση τους προκύπτει από τις διηγήσεις των εναγόμενων.

Το προσκομισθέν στις ποινικές δίκες από τους εναγόμενους υπ' αρ. πρωτ. …./….2015 πιστοποιητικό του Γ. Νοσοκομείου Μεσσηνίας - Νοσηλευτικής Μονάδας Καλαμάτας δεν συνάδει κατά περιεχόμενο με τον αναφερόμενο και καταμηνυθέντα από την 2η εναγόμενη ξυλοδαρμό καθώς, μετά από εξέταση της τελευταίας (2ης των εναγόμενων) και αναφορά της ιδίας ότι υπέστη ξυλοδαρμό προ 2,5 ωρών, διαπιστώθηκε ότι φέρει μόνο εκδορές στην (ΔΕ) παρειά και στον πώγωνα, ενώ η ίδια δεν ανέφερε λιποθυμία, ζάλη ή έμετο και όλες οι υπόλοιπες μετρήσεις της ήταν φυσιολογικές...".

Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και πρόσβαλε το τεκμήριο αθωότητάς της που πηγάζει από την με αριθμό 56/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, με την οποία αθωώθηκε αμετάκλητα για την αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης που ταυτίζεται κατά τα πραγματικά περιστατικά της με τα αστικά αδικήματα στα οποία θεμελιώθηκε η ευθύνη της για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης στους αναιρεσίβλητους.

Ειδικότερα παραπονείται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, παραβιάζοντας το τεκμήριο της αθωότητας γιατί δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις παραδοχές της ποινικής απόφασης, άντλησε επιχειρήματα για την ενοχή της από αυτήν και αδιαφόρησε για την αμετάκλητη αθώωσή της.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αναφερόμενος σε παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, παραδεκτώς προβάλλεται για πρώτη φορά στην αναιρετική δίκη ορισμένα, με το αναιρετήριο καθόσον πρόκειται για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρ. 562 παρ. 2 περ. γ ΚΠολΔ) και παράλληλα τα θεμελιωτικά πραγματικά περιστατικά αυτού είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας και επιπρόσθετα προκύπτουν από τις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 4/2012, ΑΠ 1142/2020).

Περαιτέρω όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, έτσι που έκρινε το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής, για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, ποινικής απόφασης, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 § 2 της Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, καθόσον ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτίμησης των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, πλην όμως, η υποχρέωση συνεκτίμησης δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση και, ως εκ τούτου, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Επομένως το Εφετείο, δεχόμενο, ότι τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα υπέβαλε, καταθέτοντας ενόρκως, ενώπιον των αστυνομικών, εν γνώσει της ψευδή έγκληση κατά της 1ης και του 2ου των αναιρεσίβλητων, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη τους για τα ποινικά αδικήματα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της εξύβρισης και ότι με την ίδια έγκληση ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων ήτοι των προανακριτικών υπαλλήλων και αόριστου αριθμού άλλων ανθρώπων τα ως άνω ψευδή γεγονότα, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, αλλά και του γεγονότος ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή, την υπόληψη και την ηθική, επαγγελματική και κοινωνική αξία αυτών, την οποία και έβλαψαν πράγματι, συνιστούν παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, συνακόλουθα, με την εξαιτίας αυτής επελθούσα σε αυτούς μη περιουσιακή ζημία και την προσβολή της προσωπικότητάς τους, ώστε να στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας σε βάρος των ως άνω αναιρεσίβλητων, τελεσθείσα με τα αστικά αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, και έτσι να πληρούται με την τέλεση των πιο πάνω αδικημάτων το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας των ως άνω αναιρεσίβλητων και να δικαιολογείται, συνακόλουθα, η παραδοχή της αγωγής τους κατά τα ως άνω, κατά της αναιρεσείουσας προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεν έθεσε υπό αμφισβήτηση, άμεσα ή έμμεσα, με τις ως άνω παραδοχές ή τη συλλογιστική του, την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, στις αιτιολογίες, κρίσεις και παραδοχές της οποίας άλλωστε δεν αναφέρθηκε ειδικότερα και δεν έθεσε αυτές σε αμφιβολία ούτε και προέβη σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής της αναιρεσείουσας διαλαμβάνοντας παραδοχές καταλογισμού ποινικής ευθύνης στην αμετακλήτως αθωωθείσα αναιρεσείουσα , αλλά άσκησε, με τις παραδοχές του, την κυριαρχική εξουσία που παρέχεται, από τις συνταγματικές διατάξεις, στα πολιτικά δικαστήρια για εκφορά κρίσης ανεξάρτητης από τα ποινικά δικαστήρια για το ίδιο ζήτημα, παραμένοντας πάντα εντός των ορίων της πολιτικής δίκης.

Κατά συνέπεια, και ενόψει του ότι η αιτιολογία του δικαστηρίου κρίνεται από την όλη συλλογιστική της απόφασης και όχι από μεμονωμένα περιστατικά που έγιναν ή δεν έγιναν δεκτά, η διατυπωθείσα μεμονωμένη παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα (2η εναγόμενη) τέλεσε σε βάρος των ανωτέρω αναιρεσίβλητων και τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, για τις οποίες το ποινικό δικαστήριο είχε αποφανθεί διαφορετικά, έγινε αποκλειστικά και μόνον διότι το σχετικό ζήτημα βρισκόταν σε άμεση και αναγκαία σχέση με το αντικείμενο της πολιτικής δίκης, αφού αποτελούσαν τις παράνομες πράξεις της αναιρεσείουσας που στοιχειοθετούσαν την επίδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά της σε βάρος των ανωτέρω αναιρεσίβλητων και ουδόλως αποτελούν αυτές χαρακτηρισμό και κρίση που σχετίζεται με το ποινικό αδίκημα ούτε και δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωση της αναιρεσείουσας και έτσι η σχετική παραδοχή, κατά την αξιολόγηση των στοιχείων, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση τόσο της ποινικής, όσο και της αστικής ευθύνης, δεν συνιστά από μόνη της αμφισβήτηση της αθωωτικής απόφασης και παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας της αναιρεσείουσας.

Εξ άλλου, με την αναφορά στην κατάθεση της μάρτυρος Α. Α., ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου δεν αμφισβητείται η αθωωτική κρίση του δικαστηρίου αυτού, αφού το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν εξέτασε την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε και χρησιμοποίησε χαρακτηρισμούς ή εκφράσεις που θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αθωωτική αυτή κρίση.

Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού από τις προεκτεθείσες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ως άνω αθωωτική απόφαση και την συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, διαλαμβάνοντας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σχετικά με τους λόγους για τους οποίους συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Ειδικότερα από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή διαβεβαίωση του δικαστηρίου με ρητή αναφορά όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο ως άνω πόρισμά του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη ".... καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε για άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, στα οποία συγκαταλέγονται και α) οι μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα και οι απολογίες που ελήφθησαν στο πλαίσιο της οικείας ποινικής διαδικασίας και οι επ' αυτής εκδοθείσες αποφάσεις που λαμβάνονται υπόψη για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ...." σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται οιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του την ως άνω αθωωτική απόφαση και την συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Περαιτέρω έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε ( ΑΠ 184/2017).

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 302/2023, ΑΠ 166/2016 ).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 110/2024, ΑΠ 317/2022, ΑΠ 263/2022, Α.Π. 163/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με την οποία η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την μομφή, ότι υπέπεσε στη πλημμέλεια του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ με τις αιτιάσεις ότι δεν περιέχει επαρκείς αιτιολογίες και ότι δέχτηκε εσφαλμένως ότι το υπ'αριθμ.

πρωτ. …./…./2015 πιστοποιητικό του Γ.Νοσοκομείου Μεσσηνίας - Νοσηλευτικής Μονάδας Καλαμάτας δεν συνάδει με τον αναφερόμενο ξυλοδαρμό και ότι έκρινε αναξιόπιστη την μάρτυρα Α. Α. είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της ως άνω πλημμέλειας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και δη την αιτιολόγηση, στάθμιση και ανάλυση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, το οποίο όμως έχει διατυπωθεί σαφώς (ΑΠ 314/2021).

Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος. Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη.

Επομένως ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, στα οποία, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης, δηλαδή ο λόγος αυτός προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 438 και 440 ΚΠολΔ, οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις είναι δημόσια έγγραφα, εφόσον εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και συνεπώς για όσα βεβαιώνονται σ' αυτές ότι έγιναν από τον ιατρό που τις συνέταξε ή ενώπιον αυτού μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, δηλαδή αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, ενώ για όσα βεβαιώνονται σ' αυτές, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους, αποτελούν επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη και χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών.

Κατά την έννοια αυτή αποτελούν δημόσια έγγραφα οι προερχόμενες από δημόσιο νοσοκομείο ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύεις και παρέχουν έτσι πλήρη απόδειξη, η οποία μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών μπορεί να ανατραπεί, ως προς το βεβαιούμενο σ' αυτές γεγονός της εξέτασης συγκεκριμένου ασθενούς από τον συντάκτη τους ιατρό και επίσης ως προς το τυπικό περιεχόμενο της διάγνωσής του και την υποδειχθείσα από αυτόν θεραπευτική αγωγή .

Όσον αφορά όμως τις σχετικές επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, που αποτυπώνονται στα παραπάνω έγγραφα οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας ,και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση απόδοσης απ'αυτό στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα αποδεικτικής δύναμης μικρότερης από αυτή που δεσμευτικά καθορίζει ο νόμος. (ΑΠ 1316/2023, ΑΠ 683/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το τέταρτο αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό της κρίσης του, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων με το να μη προσδώσει πλήρη αποδεικτική δύναμη στο υπ' αρ.

πρωτ. …../…/2015 πιστοποιητικό του Γ. Νοσοκομείου Μεσσηνίας - Νοσηλευτικής Μονάδας Καλαμάτας. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, χωρίς να αποδώσει διαφορετικό περιεχόμενο σε όσα αναφέρονται στην ιατρική αυτή βεβαίωση και σε όσα διαπιστώθηκαν από τον συντάξαντα αυτήν ιατρό, εκτιμώντας το έγγραφο αυτό ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό η αναιρεσείουσα, σχετικά με τον αναφερόμενο από αυτήν ξυλοδαρμό.

Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος καθόσον το Εφετείο δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα τους ορισμούς των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ, σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ.3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 106, 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-10-2022 αίτηση της Α. Κ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 89/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ