Legislator Case Law & Legislation
233/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on construction contract partial payment adjustments.

Case Number 233/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the final judgment of the Five-Member Court of Appeal. The lower court upheld the contractor's claim for a partial payment adjustment of over 1.2 million euros based on the Director's approval of prior interim assessments. The Court ruled that once interim assessments are approved, the contractor cannot retroactively modify them or reduce the work scope, making the appeal's legal arguments inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 38 and 40 of Decree-Law 609/1985; Once interim assessments are approved by the competent authority, the contractor loses the right to retroactively modify the scope of work or reduce the value of executed tasks, thereby precluding subsequent claims for adjustments based on such modifications.

Keywords

AI generated
construction contract interim assessment partial payment adjustment retroactive modification final judgment appeal Director approval scope reduction

Cited Legislation

AI generated
Article 13, paragraphs 4 and 5 of Law 1418/1984
Article 77, paragraphs 4 and 5 of Law 3669/2008
Article 38, paragraph 4 of Decree-Law 609/1985
Article 40, paragraph 7 and 9 of Decree-Law 609/1985
Article 40, paragraph 8 of Decree-Law 609/1985
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 1 of Law 3963/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 233 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 233/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Π. Γ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "...", και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φ. Σ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή - προσφυγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο ....

Εκδόθηκε η απόφαση ... του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 20/12/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 13 § 4 και 5 του ν. 1418/1984, και ήδη άρθρ. 77 παρ.4 και 5 του Ν. 3669/2008 υπ' αριθμ.... τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ..., που δέχθηκε την από 20/6/2017 αγωγή-προσφυγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή στον κανόνα δικαίου των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης ((ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 55/2023). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν τον εφάρμοσε παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).

Με το άρθρο 38 του π.δ. 609/1985 και το ομοίου περιεχομένου άρθρο 52 του Ν.3669/2008 ορίζεται ότι: "1. Κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου παίρνονται όλα τα αναγκαία στοιχεία για την επιμέτρηση των ποσοτήτων των εκτελούμενων εργασιών. Οι επιμετρήσεις συντάσσονται με μέριμνα και δαπάνη του αναδόχου και υπόκεινται στον έλεγχο της υπηρεσίας.

Τα επιμετρητικά στοιχεία λαμβάνονται από κοινού από τους επιβλέποντα κι εκπρόσωπο του αναδόχου, καταχωρούνται σε επιμετρητικά φύλλα εις διπλούν που υπογράφονται από τα δύο μέρη και καθένα παίρνει από ένα αντίγραφο. 2. Στο τέλος κάθε μήνα ο ανάδοχος συντάσσει επιμετρήσεις κατά διακριτά μέρη του έργου για τις εργασίες που εκτελέσθηκαν τον προηγούμενο μήνα.

Η επιμέτρηση περιλαμβάνει για κάθε εργασία συνοπτική περιγραφή της με ένδειξη του αντίστοιχου άρθρου του τιμολογίου ή των πρωτοκόλλων κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών, τους αναλυτικούς υπολογισμούς για τον προσδιορισμό της ποσότητας των εργασιών που εκτελέσθηκαν και τα αναγκαία γι` αυτό επιμετρητικά σχέδια και διαγράμματα με βάση τα στοιχεία απευθείας καταμέτρησης των εργασιών.

Οι επιμετρήσεις, συνοδευόμενες από τα αναγκαία επιμετρητικά σχέδια υποβάλλονται από τον ανάδοχο στη Διευθύνουσα Υπηρεσία για έλεγχο. Η Διευθύνουσα υπηρεσία μετά την παραβολή προς τα επιμετρητικά στοιχεία, τον έλεγχο και τυχόν διόρθωση των υπολογισμών, εγκρίνει τις επιμετρήσεις και τις κοινοποιεί στον ανάδοχο.

Η κοινοποίηση αυτή θεωρείται πράξη της διευθύνουσας υπηρεσίας και ο ανάδοχος αν δεν αποδέχεται τις διορθώσεις μπορεί να ασκήσει το προβλεπόμενο από το Νόμο δικαίωμα της ένστασης... 4. Δύο μήνες το αργότερο μετά τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να υποβάλλει στη Διευθύνουσα υπηρεσία τυχόν επιμέρους επιμετρήσεις που λείπουν και την "τελική επιμέτρηση", δηλαδή τελικό συνοπτικό πίνακα που ανακεφαλαιώνει τις ποσότητες όλων των τμηματικών επιμετρήσεων.

Αν αυτές έχουν ελεγχθεί από τη Διευθύνουσα υπηρεσία, οι ποσότητες τίθενται όπως διορθώθηκαν έστω και αν εκκρεμούν κατ' αυτών ενστάσεις του αναδόχου ή αιτήσεις θεραπείας. Η καταχώρηση αυτή στην τελική επιμέτρηση δεν αποτελεί παραίτηση του αναδόχου από τέτοιες αιτήσεις ή ενστάσεις, ούτε παρέχει το δικαίωμα σ` αυτόν να υποβάλλει νέες.

Για τις επιμέρους επιμετρήσεις που δεν έχουν ακόμη ελεγχθεί από την υπηρεσία ή γι` αυτές που τυχόν υποβάλλονται για πρώτη φορά μαζί με την τελική επιμέτρηση, καταχωρούνται οι ποσότητες των επιμετρήσεων όπως συντάχθηκαν από τον ανάδοχο πριν από τον έλεγχο της υπηρεσίας. Η τελική επιμέτρηση υπογράφεται από τον ανάδοχο.

Η Διευθύνουσα υπηρεσία έχει υποχρέωση να προβεί στον έλεγχο της τελικής επιμέτρησης μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της και να κοινοποιήσει στον ανάδοχο την ελεγμένη και τυχόν διορθωμένη επιμέτρηση. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 έχει εφαρμογή για την τελική επιμέτρηση". Η παραπάνω διάταξη, ενόψει του σκοπού της θεσπιζόμενης με αυτήν ρύθμισης, ο οποίος συνίσταται στην επίλυση οριστικώς και επικαίρως των διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ του αναδόχου και του κυρίου του έργου, ώστε να γνωρίζουν και οι δύο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να μην επικρατεί αβεβαιότητα, πράγμα που εξυπηρετεί και την ανάγκη ταχείας περατώσεως των εργασιών εντός του προβλεπομένου χρονοδιαγράμματος, έχει την έννοια ότι η προθεσμία των δύο μηνών που τάσσεται στη Διευθύνουσα Υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου για τον έλεγχο και την έγκριση ή μη της τελικής επιμέτρησης, δεν είναι ενδεικτική, αλλά αποκλειστική προθεσμία ενέργειας και η άπρακτη πάροδος αυτής συνεπάγεται την αυτοδίκαιη έγκριση της τελικής επιμέτρησης, ως αυτή υπεβλήθη, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών της και καθιδρύει υποχρέωση του φορέα του έργου να καταβάλει στον ανάδοχο την αμοιβή που αντιστοιχεί στις εργασίες που περιλαμβάνονται στην τελική επιμέτρηση και δεν έχουν μέχρι τότε πληρωθεί.

Μετά τη ρητή ή αυτοδίκαιη (σιωπηρή) έγκριση της τελικής επιμέτρησης η Διευθύνουσα Υπηρεσία, όπως και επί της εμπρόθεσμης έγκρισης, είναι κατά χρόνο αναρμόδια να τη διορθώσει, επειδή μετέβαλε άποψη ως προς τις ποσότητες των εργασιών που εκτελέστηκαν, ανακαλώντας με τον τρόπο αυτό την προηγούμενη ρητή ή σιωπηρή έγκριση της.

Υπό την αντίθετη εκδοχή η Διευθύνουσα Υπηρεσία θα μπορεί και μετά το πέρας του κατασκευαστικού σταδίου, κατά το οποίο και μόνο εκτείνεται η αρμοδιότητά της, να επανέρχεται οποτεδήποτε και με μεταγενέστερο έλεγχο να ανακαλεί κάθε φορά την προηγούμενη αυτοδίκαιη έγκριση των επιμετρήσεων, πράγμα που δεν θέλησε ο νομοθέτης και δεν συμβάλλει στον επιδιωκόμενο με την παραπάνω διάταξη σκοπό.

Η εν λόγω ερμηνεία ενισχύεται από το γεγονός ότι ο νομοθέτης με το Ν. 4070/2012, αφού υιοθέτησε την πάγια νομολογία ότι η πάροδος άπρακτης της προθεσμίας προς έλεγχο και έγκριση των επιμετρήσεων και των λογαριασμών συνεπάγεται την αυτοδίκαιη έγκρισή τους, θέλοντας να περιορίσει τις συνέπειες της αυτοδίκαιης έγκρισης, παρέσχε ρητά στη Διευθύνουσα Υπηρεσία τη δυνατότητα να επανέλθει εντός ευλόγου χρόνου και επί μεν των επιμετρήσεων να ελέγξει αυτές σε επόμενο λογαριασμό, τους δε λογαριασμούς εντός τριών μηνών από την υποβολή ή επανυποβολή τους (άρθρα 186 παρ. 3 και 134 παρ. 3 του ν. 4070/2012).

Τέτοια, όμως, δυνατότητα δεν παρέχεται υπό το νομικό καθεστώς του π. δ. 609/1985 (ΟΛΑΠ 8/2014, ΑΠ 1094/2018). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτουν επίσης τα εξής: Με το αφορόν τις επιμετρήσεις άρθρο 38 του π.δ/τος 609/1985 δεν τάσσεται προθεσμία στη Διευθύνουσα Υπηρεσία για τον έλεγχο και την έγκριση των υποβαλλομένων τμηματικών επιμετρήσεων, όπως αντιθέτως τάσσεται για τον έλεγχο και την έγκριση της τελικής επιμετρήσεως.

Εφόσον όμως η πληρωμή του αναδόχου (η καθυστέρηση της οποίας πέραν τού διμήνου επιφέρει υπέρ αυτού τις συνέπειες της παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 μεταξύ των οποίων και την έναρξη τόκων, εφόσον προηγηθεί όχληση) προϋποθέτει προηγούμενη καταμέτρηση των εκτελεσθεισών εργασιών, καθώς και έλεγχο και έγκριση των υποβληθεισών επιμετρήσεων, ο χρόνος της εγκρίσεως των εν λόγω επιμετρήσεων έχει ιδιαίτερη σημασία.

Για τον λόγο αυτό και προς τον σκοπό να επιλύονται οριστικώς και εγκαίρως διαφορές μεταξύ του αναδόχου και του κυρίου του έργου που ενδεχομένως ανακύπτουν στα διάφορα στάδια εκτελέσεως του έργου, ώστε να γνωρίζουν και οι δυο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να μη επικρατεί αβεβαιότητα, πράγμα που εξυπηρετεί και την ανάγκη ταχείας περατώσεως των δημοσίων έργων, η έγκριση ή η άρνηση εγκρίσεως ή η διόρθωση των τμηματικών επιμετρήσεων δεν είναι απρόθεσμη, αλλά αντιθέτως πρέπει να ενεργείται εντός εύλογου χρόνου, τέτοιος δε χρόνος, ελλείψει σχετικής προβλέψεως, θεωρείται το τρίμηνο από την υποβολή τους προς έγκριση.

Συνεπώς, με την άπρακτή πάροδο τριμήνου από την υποβολή τους, οι τμηματικές επιμετρήσεις θεωρούνται, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών τους, αυτοδικαίως εγκεκριμένες και η Διευθύνουσα Υπηρεσία, όπως συμβαίνει και επί της εμπρόθεσμης έγκρισης, δεν δύναται πλέον να τις διορθώσει. Επίσης, οι δια της σιωπής εγκριθείσες μερικές επιμετρήσεις δεν μπορούν να τροποποιηθούν ούτε με αντιρρήσεις κατά της "τελικής επιμέτρησης" ή του "προτελικού λογαριασμού" ή του "τελικού λογαριασμού", που προβλέπουν τα άρθρα 38 παρ.4 και 40 παρ.7 και 9 του π.δ/τος 609/1985, ούτε να αναθεωρηθούν κατά τον έλεγχο της τελικής επιμετρήσεως (με την οποία απλώς ανακεφαλαιώνονται οι ποσότητες των τμηματικών επιμετρήσεων, όπως ρητώς ορίζει η παρ. 4 του άρθρου 38 του π.δ. 609/1985 στο εδάφιο α', ούτε με το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής ή την εκκαθάριση του τελικού λογαριασμού δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 4 και 40 παρ. 8 του ιδίου π.δ/τος, καθόσον κατά τον εν λόγω έλεγχο και την εκκαθάριση δεν προβλέπεται και έρευνα παλαιάς πιστοποιήσεως, που εγκρίθηκε ρητώς ή σιωπηρώς κατά τα προεκτιθέμενα από τη διευθύνουσα υπηρεσία (ΑΠ 475/2021, ΑΠ 1091/2018, ΑΠ 929/2018, ΑΠ 227/2023, ΑΠ 1413/2017, ΑΠ 653/2017,ΑΠ 251/2015, ΑΠ 1560/2014, ΑΠ 1644/2008).

Εξάλλου, το άρθρο 40 του ίδιου ως άνω π.δ ορίζει τα εξής "6. Οι λογαριασμοί συντάσσονται πάντοτε ανακεφαλαιωτικοί και για την πληρωμή συνοδεύονται μόνο από ανακεφαλαιωτικό συνοπτικό πίνακα των εργασιών που εκτελέσθηκαν από την αρχή του έργου, Από κάθε νεότερο λογαριασμό αφαιρούνται τα ποσά που πληρώθηκαν με τους προηγούμενους λογαριασμούς. 7.

Οι λογαριασμοί υποβάλλονται στη Διευθύνουσα υπηρεσία που τους ελέγχει και τους διορθώνει αν είναι ανάγκη μέσα στην προθεσμία που προβλέπει η παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 1418/84. Αν ο λογαριασμός που έχει υποβληθεί έχει ασάφειες ή ανακρίβειες σε βαθμό που να είναι δυσχερής η διόρθωση του, η Διευθύνουσα υπηρεσία με διαταγή της προς τον ανάδοχο επισημαίνει τις ανακρίβειες ή ασάφειες που διαπιστώθηκαν από τον έλεγχο και παραγγέλλει την ανασύνταξη και επανυποβολή του.

Στην περίπτωση αυτή η οριζόμενη μηνιαία προθεσμία για τον έλεγχο του λογαριασμού αρχίζει από την επανυποβολή ύστερα από την ανασύνταξη από τον ανάδοχο. Ο επιβλέπων υπογράφει το λογαριασμό βεβαιώνοντας έτσι ότι οι ποσότητες είναι σύμφωνες με τις επιμετρήσεις και τα επιμετρητικά στοιχεία. Ο λογαριασμός μετά τον έλεγχο εγκρίνεται από τη Διευθύνουσα υπηρεσία και έτσι εγκεκριμένος αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου....

Ο δε ν. 1418/1984 (ΦΕΚ Α`23), ορίζει στο άρθρο 5, "7. Η πληρωμή στον ανάδοχο του εργολαβικού ανταλλάγματος γίνεται τμηματικά με βάση τις πιστοποιήσεις των εργασιών, που έχουν εκτελεσθεί μέσα στα όρια του χρονοδιαγράμματος εργασιών. 8. Οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλόμενων ποσών συντάσσονται κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα, εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες.

Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους. Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί.

Αν η πληρωμή του καθυστερήσει πέρα από ένα μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από το χρόνο υποβολής της, τόκος υπερημερίας". Από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 40 παρ.7 του Π.Δ. 609/1985 και 5 παρ.8 του Ν.1418/1984 προκύπτει ότι η ρητή εμπρόθεσμη (εντός της αποκλειστικής προθεσμίας τους ενός μηνός) έγκριση των τμηματικών λογαριασμών-πιστοποιήσεων του έργου και των επιμετρητικών στοιχείων που τις συνοδεύουν αλλά και η αυτοδίκαιη (σιωπηρή) έγκριση του λογαριασμού με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας του ενός μηνός, συνεπάγονται την οριστικοποίηση του ύψους της οφειλόμενης αμοιβής στον ανάδοχο, χωρίς να μπορεί η διευθύνουσα υπηρεσία με μεταγενέστερη πράξη της να προβεί σε περικοπές και μειώσεις κονδυλίων εκτελεσθεισών εργασιών των πιστοποιήσεων.

Τέλος όπως προκύπτει από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων 5 παρ.7 και 8 του Ν.1418/1984, 38 και 40 παρ. 6 του ΠΔ 609/1985, καθένας από τους πίνακες που καταρτίζονται κατά τη διάρκεια του έργου έστω και με την έννοια του ανακεφαλαιωτικού είναι αυτοτελής, ως προς το είδος και ποσό των περιλαμβανόμενων σ` αυτό εργασιών και την αξία τους, με την έννοια ότι εφ` όσον δεν αμφισβητηθεί καθ` οιονδήποτε προσηκόντως ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών αρχών και του δικαστηρίου, το περιεχόμενό του, οριστικοποιείται, οι δε απαιτήσεις που προέρχονται απ`αυτόν δεν μπορούν να προσβληθούν με αφορμή την κατάρτιση και τον έλεγχο μεταγενέστερου πίνακα, Ενόψει δε αυτών, η μονομερής από τον κύριο του έργου ή την διευθύνουσα υπηρεσία, μεταβολή των δεδομένων κονδυλίων προγενέστερων ανακεφαλαιωτικών πινάκων του έργου, που καταρτίσθηκαν εγκρίθηκαν, και οριστικοποιήθηκαν κατά τα προαναφερθέντα σε σχέση με προγενέστερες τμηματικές εκτελεσθείσες πιστοποιήσεις, δεν είναι επιτρεπτή (ΑΠ 251/2015,ΑΠ 1560/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η καθ' ης η προσφυγή ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία "..." (αναιρεσείουσα) έχει ιδρυθεί με την μορφή ανώνυμης εταιρείας δυνάμει της υπ' αριθμ. Δ14α /02/69/ΦΝ 380 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και ... (ΦΕΚ Β/846/14.11.1994), ανήκουσα εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, με σκοπό την μελέτη, κατασκευή, επέκταση, συντήρηση, οργάνωση, εξοπλισμό, εκμετάλλευση, διοίκηση και παρακολούθηση του οδικού άξονα της Εγνατίας Οδού.

Προς εκτέλεση του έργου "...: Κατασκευή ... ποταμού ... μετά των προσβάσεών της (2.)" η καθ' ης η προσφυγή δυνάμει της από Δεκεμβρίου του έτους 2004 Διακηρύξεως προκήρυξε διαγωνισμό με το σύστημα ανοικτής διαδικασίας για την επιλογή αναδόχου εκτελέσεως του έργου. Με την υπ' αριθμ. 426/4/10.02.2005 απόφαση του Δ.Σ της καθ' ης ενεκρίθη το αποτέλεσμα της δημοπρασίας και ανάδοχος ανεδείχθη η μειοδότρια εταιρεία υπό την επωνυμία "..." Μεταξύ των ανωτέρω συνήφθη η από 18-04-2005 σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου, έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος 55.460.247,00 ευρώ για τμήμα Α και τμήμα Β, πλέον ποσού 10.537.448,00 ευρώ για Φόρο ....

Η ανωτέρω ανάδοχος συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εταιρεία υπό την επωνυμία ".... Η τελευταία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εταιρεία με την επωνυμία "..." δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ρ.-Μ. και με την ίδια πράξη ενεκρίθη η τροποποίηση της επωνυμίας σε "..." (αναιρεσίβλητη).

Κατά την διάρκεια εκτελέσεως των εργασιών συνετάχθησαν από την Διευθύνουσα Υπηρεσία του έργου Ανακεφαλαιωτικοί Πίνακες εργασιών (Α.Π.Ε.) και Πρωτόκολλα Τιμών Μονάδος Νέων Εργασιών τα στοιχεία προόδου του έργου και ειδικώτερα: 1. Ο 1ος Α.Π.Ε. και το 1° Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. του έργου σε ισοζύγιο με την αρχική σύμβαση, συνολικής δαπάνης 65.997.693,93 ευρώ.

Ο ανωτέρω Α.Π.Ε. και τα Πρωτόκολλα ενεκρίθησαν με την υπ' αριθμ. 464/4/19-01-2006 απόφαση του Α{Σ. της καθ' ης η προσφυγή. 2. Ο 2ος Α.Π.Ε. και το 2° Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. ομοίως σε ισοζύγιο με την αρχική σύμβαση, συνολικής δαπάνης 65.997.693,93 ευρώ. Ο ανωτέρω Α.Π.Ε. και τα Πρωτόκολλα ενεκρίθησαν με την υπ' αριθμ. 541/5/27-02-2008 απόφαση του Δ.Σ.

της καθ' ης η προσφυγή και την υπ' αριθμ. 3110/29-05-2008 απόφαση της Διευθύνουσας Επιτροπής αυτής.

3. Q 3ος Α.Π.Ε. και το 3° Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. σε ισοζύγιο με την αρχική σύμβαση, συνολικής δαπάνης 72.517.291,68 ευρώ. Ο ανωτέρω Α.Π.Ε. και το Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. ενεκρίθησαν με την υπ' αριθμ. 570/4/20-11-2008 απόφαση του Δ.Σ. της καθ' ης η προσφυγή και την υπ' αριθμ. 3258/9-12-2008 απόφαση της Διευθύνουσας Επιτροπής αυτής. 4. Ο 4ος Α.Π.Ε. ομοίως σε ισοζύγιο με την αρχική σύμβαση, συνολικής δαπάνης 72.517.291,68 ευρώ.

Ο ανωτέρω Α.Π.Ε. ενεκρίθη με την υπ' αριθμ. 591/8/17-06-2009 απόφαση του Δ.Σ. της καθ' ης η προσφυγή και την υπ' αριθμ. 3428/25-06-2009 απόφαση της Διευθύνουσας Επιτροπής αυτής. Το έργο εξετελέσθη και περατώθηκε εμπρόθεσμα την 31-05-2009 (βλ. την από 14-07-2010 βεβαίωση περαιώσεως εργασιών του Διευθυντού της Περιφερειακής Υπηρεσίας ...

Θ. Σιόντη). Εν συνεχεία την 20-02-2012 συνετάχθη Πρωτόκολλο Προσωρινής και Οριστικής Παραλαβής του έργου, το οποίο υπεγράφη από την ανάδοχο και ενεκρίθη με την υπ' αριθμ. 723/13/18-07-2012 απόφαση του Δ.Σ. της καθ' ης η προσφυγή. Μετά την περάτωση του έργου και την παραλαβή αυτού και μετά από σαράντα εννέα (49 εντολές πληρωμής για το τμήμα Α και οκτώ (8) εντολές πληρωμής για το τμήμα Β η Διευθύνουσα Υπηρεσία του έργου συνέταξε 5° Α.Π.Ε.

και 4° ΠΚΤΜΝΕ, τα οποία επέδωσε στην προσφεύγουσα- ανάδοχο την 9-08-2016. Με τον πίνακα αυτό περιέκοψε αναιτιολόγητα και μη συννόμως, από το ήδη εισπραχθέν εργολαβικό αντάλλαγμα το ποσόν του 1.205.908,84 ευρώ, ανατρέποντας μετά από επτά (7) έτη από την εκτέλεση και περάτωση του έργου και μετά από τέσσερα (4) έτη από την παραλαβή αυτού, εν μέρει τις εγκριθείσες επιμετρήσεις.

Κατά του 5ου Α.Π.E η προσφεύγουσα υπέβαλε την από 23-08-2016 ένσταση, η οποία απερρίφθη δυνάμει της υπ' αριθμ. 907/4/12-10-2016 απόφαση του Δ.Σ. της καθ' ης η προσφυγή. Ακολούθως η προσφεύγουσα άσκησε την από 25-01-2017 αίτηση θεραπείας απευθυνόμενη στον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών και το Δ.Σ. της καθ' ης η προσφυγή, η οποία απερρίφθη σιωπηρώς.

Όπως προελέχθη, οι επιμετρήσεις με την πάροδο τριμήνου από την υποβολή τους, θεωρούνται ανεξαρτήτως πλημμελειών τους, αυτοδικαίως εγκεκριμένες και η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν δύναται πλέον να τις διορθώσει. Τούτο δεν δύναται να πράξει ούτε με αντιρρήσεις κατά της τελικής επιμέτρησης, ή του προτελικού λογαριασμού ή του "τελικού λογαριασμού, τα οποία προβλέπονται από τα άρθρα 38 παρ. 4 και 40 παρ. 7 και 9 του π.δ. 609/1985.

Επίσης δεν δύνανται να αναθεωρηθούν κατά τον έλεγχο της τελικής επιμετρήσεως ή την εκκαθάριση του τελικού λογαριασμού βάσει των διατάξεων του άρθρου 38 παρ.4 και 40 παρ.8 του ίδιου Δ/τος, εφόσον δεν προβλέπεται έρευνα παλαιάς πιστοποιήσεως εγκριθείσης ρητώς η δια σιωπής από την Διευθύνουσα Υπηρεσία." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε την κρινόμενη προσφυγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν και ακύρωσε τον από 28/7/2015 5ο Α.Π.Ε κατά το μέρος περικόπτεται το εργολαβικό αντάλλαγμα της αναιρεσίβλητης κατά 1.205.908,84 ευρώ και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να ανασυντάξει τον άνω ΑΠΕ ούτως ώστε να συμπεριλάβει επιπλέον το παραπάνω ποσό (1.205.908,84 ευρώ πλέον Φ.Π.Α).

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 38 και 40 Π.Δ.609/1985, όπως η έννοια αυτών προεκτέθηκε και αναλύθηκε, οι οποίες ήσαν εφαρμοστέες, και επίσης ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ.1 ν.1418/84 και 41 π.δ 609/1985, που δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον με βάση τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και συγκεκριμένα ότι η Διευθύνουσα Υπηρεσία είχε εγκρίνει προγενέστερες τμηματικές επιμετρήσεις και ότι με τον 5ο ΑΠΕ ανέτρεψε εγκριθείσες επιμετρήσεις και όχι τιμές εργασιών, η αναιρεσείουσα δεν είχε δικαίωμα, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, να προβεί μεταγενεστέρως, μετά την έγκριση των τμηματικών επιμετρήσεων, σε τροποποίηση αυτών και σε περικοπές εργασιών. Επομένως ο περί του αντίθετου, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατόπιν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3963/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20/12/2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου ....

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.