Legislator Case Law & Legislation
233/2022 AI generated

233/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 233/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

233/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (ΑΠ 210/2016).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 233 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 233/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΓΝΑ - ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου και φορέα υποδοχής του 1ου Νοσοκομείου ΙΚΑ ΕΤΑΜ Αθήνας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αδαμαντία Σκαπέτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σκουζό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8208/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1548/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1/9/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αρθμ. 1548/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να της καταβάλει το τίμημα των πωληθέντων ειδών, ποσού 99.389,60 ευρώ, με τόκο υπερημερίας 6%. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ.3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (ΑΠ 210/2016).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της ελλείψεως δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 1353/2018,ΑΠ 1529/2017). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 966/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται, για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, από το αναιρεσείον η από το άρθρο 559 αρθμ.4 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί υποθέσεως μη υπαγομένης στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ενόψει του χαρακτήρα της καταταχθείσας προς κρίση διαφοράς ως διοικητικής, καθόσον αυτή συγκεντρώνει και τα τρία αναγκαία για τον χαρακτηρισμό της ως τέτοιας (διοικητικής), χαρακτηριστικά και ειδικότερα ενόψει του ότι α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι ΝΠΔΔ, β) το αντικείμενο της συμβάσεως εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και δημόσιο συμφέρον ( εξυπηρέτηση της δημόσιας υγείας με την προμήθεια των ένδικων ειδών ) και γ) η ένδικη σύμβαση περιέχει ρήτρες που δημιουργούν υπέρ του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς, προσδίδουσες υπερέχουσα θέση στο εν λόγω ΝΠΔΔ έναντι της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, η οποία (θέση υπεροχής) ενισχύεται και από το γεγονός ότι για κάθε έγγραφη παραγγελία υφίστατο απόφαση του Διοικητή του Νοσοκομείου, το τελευταίο δε υποδείκνυε και τον τόπο παραδόσεως των υλικών.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο περί υπερβάσεως δικαιοδοσίας από το άρθρο 559 αρθμ. 4 ΚΠολΔ προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος μπορεί, ως αφορών τη δημόσια τάξη, να προταθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον όμως τα προς θεμελίωση αυτού επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της εν λόγω προβολής, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει στην ένδικη περίπτωση, αφού το αναιρεσείον δεν επικαλείται με το αναιρετήριο ότι τα προς θεμελίωση της προβαλλομένης από το άρθρο 559 αρθμ.4 ΚΠολΔ αιτιάσεως ως άνω πραγματικά περιστατικά είχαν προβληθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε και από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση αποδεικνύεται η αποδιδόμενη σ' αυτήν αιτίαση ότι, δηλαδή, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση διελάμβανε τις παραπάνω ρήτρες, οι οποίες κατά το αναιρεσείον προσδίδουν σ' αυτό υπερέχουσα θέση έναντι της αναιρεσίβλητης.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόσθηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996, 27/1998, 20/2005).

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 32 Ν 3918/2011, άρθρου μόνου ΠΔ 437/1977, 40 ΑΝ 1846/1951, 48 ΝΔ 496/1974, 94 Ν 2362/1995, 45 Ν 4607/2019, καθώς και των άρθρων 251 και 904 ΑΚ, 68 και 70 ΚΠολΔ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε με το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ δεσμεύει το αναιρεσείον, ότι η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης δεν έχει παραγραφεί, ότι το αναιρεσείον υποχρεούται σε απόδοση της ωφέλειας, ενώ δεν υφίσταται πλουτισμός αυτού, αφού αναλώθηκε από το 1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ, πριν την ένταξή του στο αναιρεσείον και ότι το τελευταίο νομιμοποιείται παθητικά για τα αναφερόμενα στην αγωγή τιμολόγια που αφορούν ασφαλισμένους άλλων ταμείων.

Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή ή την ερμηνεία των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε εκτίθενται οι πραγματικές παραδοχές, δηλ.

τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, αφού μόνο βάσει αυτών των παραδοχών μπορεί να κριθεί αν οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

Ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της αποδείξεως στον αναιρεσείοντα, μολονότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ αυτό έφερε ο αντίδικός του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων.

Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται, μετά την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, το οποίο καθορίζει τον διάδικο που επωμίζεται την ευθύνη της αμφιβολίας του δικαστηρίου ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και το οποίο καθορίζεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 1355/2012, ΑΠ 1728/2009).

Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο α) ποιος είναι ο ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της αποδείξεως, β) ποια η παράβαση στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και γ) ποιο το θέμα αποδείξεως που επέβαλε το δικαστήριο (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ1494/2017).

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρθμ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, καθόσον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 ΚΠολΔ η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα δεν απέδειξε την δόση ορισμένης παροχής, την αιτία για την οποία δόθηκε, τον λόγο για τον οποίο η αιτία της παροχής δεν υπήρχε και τον πλουτισμό που επήλθε.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος αποδείξεως, η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στην έκβαση της δίκης και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κρίνεται αβάσιμος, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν έγιναν δεκτοί, εξαιτίας μη (αντ) αποδείξεως του αντίθετου αρνητικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες, από την αντίδικό του (ενάγουσα) αποδείξεις (ΑΠ 319/2009).

Περαιτέρω, η αίτηση αναιρέσεως για να είναι παραδεκτή πρέπει να θεμελιώνεται σε ένα τουλάχιστον λόγο αναιρέσεως (άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, έστω και αν είναι απαράδεκτος ή αόριστος ο προτεινόμενος λόγος (ΑΠ 623/2017, ΑΠ 1486/2014). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο έγγραφο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση, αν και ποιον από τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Αν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διατάξεως, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 56/2020, ΑΠ 275/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, η απλή αναφορά στο αναιρετήριο των αριθμών 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπουν τους αντίστοιχους λόγους αναιρέσεως και η επανάληψη του κειμένου των σχετικών διατάξεων, δεν αρκεί για να ιδρύσει τους θεμελιούμενους στις διατάξεις αυτές λόγους αναιρέσεως, αφού ουδόλως προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται για να στοιχειοθετηθούν οι συγκεκριμένοι λόγοι αναιρέσεως.

Συγκεκριμένα α) για τη θεμελίωση του σφάλματος από τον αρθμ. 11 δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το Εφετείο, τα οποία δεν επιτρέπει ο νόμος, ούτε οι αποδείξεις τις οποίες έλαβε υπόψη, ενώ δεν προσκομίστηκαν ούτε τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν, αλλά δεν τα έλαβε υπόψη, με προσδιορισμό και του περιεχομένου αυτών, καθώς και ότι έγινε επίκληση αυτών και προσαγωγή τους, ούτε καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και β) για τη θεμελίωση του σφάλματος από τον αρθμ. 19 δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, στην περίπτωση των ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, η νόμιμη βάση, δηλ.

η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση. Επομένως, οι παραπάνω πέμπτος και έβδομος λόγοι της αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται, αντίστοιχα, οι ανωτέρω αιτιάσεις, είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους.

Κατά το άρθρο 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ25/2003, ΑΠ 1293/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ έκτο λόγο της αναιρέσεως το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή ως προς το 1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ, το οποίο διαδέχθηκε ως καθολικός διάδοχός του, αφού όλα τα τιμολόγια εκδόθηκαν κατά τα έτη 2008-2011, ενώ η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 30-12-2016.

Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί παραγραφής της ένδικης αξιώσεως και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ'ουσίαν, δεχόμενο ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης δεν έχει παραγραφεί μέχρι την άσκηση της αγωγής, στις 30-12-2016, αφού από τις 19-5-2011 η αναιρεσίβλητη όχλησε το ως άνω Νοσοκομείο για την καταβολή των οφειλομένων και υπέβαλε αιτήσεις την 1-4-2013, στις 6-4-2015 και στις 10-12-2015 για την εξόφληση των τιμολογίων στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία του ΙΚΑ και συνεπώς η παραγραφή που άρχισε από την έκδοση και παραλαβή των τιμολογίων διεκόπη την 1-4-2013 με την υποβολή των σχετικών αιτήσεων της αναιρεσίβλητης προς την αρμόδια διοικητική αρχή.

Επομένως, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη την προταθείσα από το αναιρεσείον ως άνω ένσταση παραγραφής και την απέρριψε για ουσιαστικό λόγο, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αρθμ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106,176,183,191 αρθμ.2ΚΠολΔ), ενόψει του ότι το αναιρεσείον ναι μεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου, για αυτό, άλλωστε δεν γίνεται και λόγος περί παραβόλου άσκησης ενδίκου μέσου, όμως η νομική του υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του Ν 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 893/2018,ΑΠ675/2015,ΑΠ1362/2013), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-9-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αρθμ. 1548/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ