Legislator Case Law & Legislation
233/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on public entity salary claims, ruling five-year statute of limitations applies to ICAR employees.

Case Number 233/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the 1st Health Administration of Attica against a first-instance judgment regarding salary claims. The plaintiff argued that the Institute for Social Security (ICAR) enjoys a two-year statute of limitations for claims against the public sector, citing specific legal provisions. The court rejected this, holding that the five-year limitation period under Article 40 of the 1846 Act applies to ICAR employees, thereby upholding the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 19(1) of Law 1846/1951; Article 5 of Law 3210/1955; Article 90(3) of Law 2362/1995; Article 40(6) of Law 1846/1951: The Institute for Social Security (ICAR) is subject to the five-year statute of limitations for salary claims against the public sector, not the two-year period applicable to the state.

Keywords

AI generated
statute of limitations public sector salaries ICAR employees five-year period statutory interpretation administrative law limitation period

Cited Legislation

AI generated
Article 19(1) of Law 1846/1951
Article 5 of Law 3210/1955
Article 90(3) of Law 2362/1995
Article 40(6) of Law 1846/1951
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 233 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 233/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.ΠΕ. Αττικής), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Θεοδοσία Συντέτα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1609/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 9864/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης κλπ" ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 1-1-2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ (άρθρο 1 παρ. 2 περ.

δ' του ν. 2470/1997). Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ). Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ" (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του οποίου χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση. Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και, αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή περίθαλψη (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας), σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής περίθαλψης (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών. (ΑΠ 957/2018, 832/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 18 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2150/1993, "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος". Με την 2043269/6792/0022 από 1/15-7-1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022 από 10-8/2-9-1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης κλπ", αφ' ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ' ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993.

Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999 ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ. 7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ. 1 του π.δ. 266/1989 "Οργάνωση του ΙΚΑ"), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. β', σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004, από την 18-2-2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία, εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997, 3205/2003 και κυρίως 4024/2011 άρθρο 15, που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, έχουν πλέον ευθεία εφαρμογή και στους εργαζομένους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 1671/2019, 1124/2019, 1389/2019, 957/2018, 1312/2017).

Περαιτέρω, με το ήδη καταργηθέν με το άρθρο 34 Ν. 4354/2015 (που ισχύει από 1.1.2016) άρθρο 15 Ν. 4024/2011 (εφαρμογή ενιαίου μισθολογίου), ορίστηκαν τα εξής: "Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως. Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου".

Κατ' εξουσιοδότηση της παραπάνω διάταξης εκδόθηκε η οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β'465/24/02/2012) "καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Α/27.10.2011)", που όρισε μεταξύ άλλων τα εξής: "Καθορίζουμε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ - ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α. Α" και ΕΓ βαθμού ανά κατηγορία ως εξής: α) Κατηγορία Α' σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ. β) Κατηγορία Β' σε εβδομήντα (70) ευρώ. γ) Κατηγορία Γ σε τριάντα πέντε (35) ευρώ. 2. Στην κατηγορία Α' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες: α) Το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, οι απασχολούμενοι αποκλειστικά σε ακτινολογικούς θαλάμους και εμφανίσεις, οι οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων - διασώστες και οι συντηρητές πειραματόζωων των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ.

του Τομέα Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, τα οποία υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία....3. Στην κατηγορία Β' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες: α) Το τεχνικό προσωπικό και το προσωπικό που εργάζεται στην εστίαση και στον ιματισμό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ.

του Τομέα Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων τα οποία υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία...6. Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του".

Υπό το προγενέστερο καθεστώς των Ν. 2470/1997 και 8 §5 Ν. 3205/2003 το προσωπικό της νοσηλευτικής υπηρεσίας κλπ. δεν λάμβανε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, αλλά το χαρακτηριζόμενο ως νοσοκομειακό επίδομα, που με τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 25 §1 Ν. 2716/1999, επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας.

Το θεσπιζόμενο ως άνω νοσοκομειακό επίδομα δόθηκε ανάλογα με το αντικείμενο απασχόλησης του προσωπικού αυτού σε αντικατάσταση των διαφόρων επιδομάτων (ανθυγιεινής εργασίας, προσέλκυσης και παραμονής κλπ), με την προϋπόθεση ότι το προσωπικό που το δικαιούται προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και στις αντίστοιχες ειδικότητες.

Το εν λόγω επίδομα χορηγήθηκε όχι μόνο σε όλο ανεξαιρέτως το προσωπικό των νοσοκομείων και των νοσοκομείων του ΙΚΑ (αρ. 13 ν. 2703/1999), που υπηρετούν σε μονάδες που παρέχουν δευτεροβάθμια περίθαλψη, αλλά και στο προσωπικό του Ε.Κ.Α.Β., των Κέντρων Υγείας και Ψυχικής Υγείας που απασχολείται σε μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης (ν.2716/1999).

Εξάλλου, με τις διατάξεις του ΠΔ 266/1989 (Α 127),που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24παρ.5 του ν. 1558/1985, οι Τοπικές και Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ, συνιστούν μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας (που ρυθμίζονται ενιαία με το Ν. 3235/2004), ώστε οι υπηρετούντες γιατροί σ' αυτές που παρέχουν ολοκληρωμένες υπηρεσίες οδοντιατρικής, ιατρικής περίθαλψης, εργαστηριακής εξυπηρέτησης και πλήρεις υπηρεσίες υγιεινής και πρόνοιας, να δικαιούνται του ανωτέρω επιδόματος (ΑΠ 702/2015, ΑΠ 696/2015).

Ακολούθως, στο μισθολόγιο του Ν. 4024/2011, που καταλαμβάνει και τους ιατρούς, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στο ΙΚΑ (ακολούθως στον ΕΟΠΠΥ, δυνάμει του άρθρου 17 §1 Ν. 3918/2011, και στη συνέχεια στο ΠΕΔΥ, δυνάμει του Ν. 423 8/2014) μέχρι τη μεταγενέστερη ένταξή τους στο ΕΣΥ και στο ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του ΕΣΥ, δεν περιλήφθηκε το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα, παρά μόνο τα ειδικά αναφερόμενα στο Ν. 4024/2011 επιδόματα, μεταξύ των οποίων και αυτό του άρθρου 15 § 1 του νόμου (επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας).

Με βάση τα παραπάνω, λαμβανομένου υπόψη ότι το νοσοκομειακό επίδομα, η παροχή του οποίου έπρεπε να επεκταθεί και στους ιατρούς των Τοπικών Μονάδων Υγείας και Κέντρων Ψυχικής Υγιεινής του ΙΚΑ, καθώς τα καθήκοντα και οι συνθήκες εργασίας τους ομοιάζουν ουσιωδώς προς τα καθήκοντα και τις αντίστοιχες συνθήκες εργασίας (ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας) των ιατρών, που το δικαιούνταν ευθέως εκ του νόμου (ΑΠ 702/2015, ΑΠ 696/2015, ΑΠ 438/2014), είχε αντικαταστήσει, μεταξύ άλλων, και το προβλεπόμενο για το προσωπικό των νοσοκομείων επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας (άρθρο 10 § 1 α' αα' N. 2470/1997), πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 Ν. 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, όπως εξειδικεύτηκε ως προς τους δικαιούχους του με την οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β'465/24/02/2012), στην οποία προστέθηκε και το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας κλπ., αποτελεί στην ουσία, ως προς το παραπάνω προσωπικό, μετεξέλιξη του καταργηθέντος νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο λάμβανε τόσο το ιατρικό όσο και το νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς αμφότερα έχουν ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας (βλ.

ΑΠ 1124/2019, 1389/2019, 1671/2018, 702/2015). Ως εκ τούτου, ο αποκλεισμός με την προαναφερόμενη ΚΥΑ του ιατρικού προσωπικού των Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ (μετέπειτα ΕΟΠΠΥ και στη συνέχεια ΠΕΔΥ) από τη χορήγηση του παραπάνω επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, στις περιπτώσεις που αυτό προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και με τα ίδια στοιχεία επικινδυνότητας και ανθυγιεινότητας με το οριζόμενο στην παραπάνω ΚΥΑ προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας, αγροτικών ιατρείων κλπ., έρχεται σε αντίθεση με την καθιερούμενη με το άρθρο 4 §1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και συνακόλουθα επιβάλλεται, προς αποκατάσταση της αρχής αυτής, η χορήγηση και σε αυτό του εν λόγω επιδόματος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ και στην προκειμένη περίπτωση 560 αριθμ.1 και 6 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως Εφετείο επί της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ και αντεφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 1609/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών όπως προκύπτει, από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στο ΙΚΑ με ειδικές συμβάσεις εργασίας και αρχικά είχε συνάψει ειδική σύμβαση έργου με το ΙΚΑ Ιωαννίνων, με βάση την οποία υπηρέτησε στο Ορεινό Αγροτικό Ιατρείο Β' Τάξεως Βαρλαάμ Ιωαννίνων κατά το χρονικό διάστημα από 25.10.1982 μέχρι 24.10.1983 και αμειβόταν κατ' αποκοπή κατά μήνα ανεξάρτητα από τον αριθμό των περιστατικών που αντιμετώπιζε.

Ότι από 2.1.1984 μέχρι 3.9.1984 υπηρέτησε στο Υποκατάστημα Ασπροπύργου του ΙΚΑ με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου ως ιατρός χωρίς ειδικότητα και αμειβόταν ομοίως. Ότι από 9.9.1985 μέχρι 10.6.1987 υπηρέτησε με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/1980) ως εσωτερικός βοηθός στην καρδιολογική κλινική του 7ου Θεραπευτηρίου ΙΚΑ Αθηνών και αμειβόταν σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 2 του Ν. 1057/1980.

Ότι από 11.6.1987 μέχρι 28.6.1990 υπηρέτησε με νέα σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στην προαναφερόμενη θέση για την απόκτηση του τίτλου ειδικότητας της καρδιολογίας, αμειβόμενος σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 38 του Ν. 1397/1983. Ότι την 26.3.1998 προσλήφθηκε από το ΙΚΑ σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2150/1993 και του Ν. 3232/2004 με ειδική σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως ιατρός καρδιολόγος του κλάδου ΠΕ ιατρών στην Τοπική Μονάδα Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στην Καλλιθέα Αττικής , όπου υπηρέτησε συνεχώς μέχρι την 31.12.2011 και από 1.1.2012 μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

με τη διαπιστωτική πράξη του Διοικητή του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3918/2011 και στη συνέχεια αφού τέθηκε σε διαθεσιμότητα από 18.2.2014 για χρονικό διάστημα 30 ημερών, στις 24.3.2014 με πράξη μετάταξης μεταφέρθηκε στο Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), όπου έκτοτε υπηρετεί και συγκεκριμένα στο Π.Ε.Δ.Υ.

Καλλιθέας, το οποίο λειτουργεί στην 1η Διοίκηση Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Π.Ε.) Αττικής, ήτοι στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον....Ότι ο ενάγων στη μονάδα που υπηρετεί έρχεται καθημερινά σε επαφή με ασθενείς, οι οποίοι πάσχουν ενίοτε από σοβαρές μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους, οι οποίες έχουν αυξημένο ποσοστό μεταδοτικότητας και οι οποίες δύνανται να επιφέρουν σε περίπτωση τυχαίας μόλυνσης ανήκεστες βλάβες της υγείας ακόμα και το θάνατο.

Τούτο δε, είναι απότοκο της διάρθρωσης των υγειονομικών μονάδων, στις οποίες υπηρετεί με βάση το οργανωτικό πρότυπο των Υγειονομικών Μονάδων του ΕΣΥ. Η ταυτότητα και ουσιώδης ομοιότητα της ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας της παρεχόμενης από τον ενάγοντα εργασίας σε σύγκριση με το προσωπικό των παραρτημάτων περιφερειακών ιατρείων και των κέντρων Υγείας προκύπτει από τη σύγκριση και αντιπαραβολή του έργου, το οποίο αυτοί επιτελούν.

Ότι ο ενάγων ως ιατρός της ανωτέρω Τοπικής Μονάδας υγείας, όπου υπηρέτησε κατά το προηγούμενο της μετάταξής του χρονικό διάστημα, ερχόταν αναγκαστικώς λόγω της φύσης της εργασίας του σε επαφή με ασθενείς, μικρόβια και τα σωματικά εκκρίματά τους και ότι το προσωπικό δε, των αντίστοιχων με αυτόν ειδικοτήτων των περιφερειακών ιατρείων και των κέντρων υγείας, καθώς και των νοσοκομείων του ΙΚΑ, επιτελεί τις ίδιες εργασίες με αυτόν και δη με τον ίδιο τρόπο και υπό ουσιώδεις όμοιες τοπικές, χρονικές και λοιπές περιστάσεις.....

Ότι οι ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος, αφορούν στο χρονικό διάστημα που αυτός υπηρέτησε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στον ΕΟΠΥΥ, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παρ. 9 του Ν. 4238/ 2014 από την 17.2.2014 στην έννομη σχέση, που συνέδεε αυτόν με το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αρχικά και στη συνέχεια με τον ΕΟΠΥΥ από την 1.1.2012, υπεισήλθε αυτοδικαίως το εναγόμενο, ως καθολικός διάδοχος του ΕΟΠΥΥ ως προς τις τυχόν αξιώσεις, που ανάγονται σε προγενέστερα της 17.2.2014 χρονικά διαστήματα, και ως εργοδότης του από 24.3.2014 και εφεξής.

Ότι στο πλαίσιο της προαναφερθείσας εργασίας του προσφέρει τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση ιατρική φροντίδα, δηλαδή προληπτική, διαγνωστική και θεραπευτική, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εναγομένου, ο οποίος διαλαμβάνεται στον δεύτερο λόγο της έφεσης ως αβασίμου κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω, οι συνθήκες, υπό τις οποίες ο ενάγων παρέχει την εργασία του, είναι οι ίδιες με τις τοιαύτες των ιατρών των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας σε μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης και κατά συνέπεια αυτός δικαιούται του επιδίκου νοσοκομειακού επιδόματος μέχρι την 17.2.2004 με βάση την περί ισότητας συνταγματική αρχή και ακολούθως από 18.2.2004 με βάση τις νομικές διατάξεις που εκτέθηκαν στην ίδια νομική σκέψη....

Εντεύθεν το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 7.4.2009 έως 31.12.2013 τα αναγραφόμενα σε αυτήν χρηματικά ποσά... Ότι το επίδικο επίδομα ανερχόταν κατά το έτος 2009 στο ποσό των 345 ευρώ μηνιαίως, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 31.5.2010 στο ποσό των 303,60 ευρώ μηνιαίως λόγω της μείωσής του με βάση το Ν. 3833/2010, κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2010 έως 31.12.2010 στο ποσό των 279,31 ευρώ μηνιαίως λόγω της μείωσής του με βάση το Ν. 3845/2010, και κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 μέχρι την 31.10.2011 στο ποσό των 279,31 ευρώ μηνιαίως.

Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011, που φέρει τον παράτιτλο "Επιδόματα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και απομακρυσμένων παραμεθόριων περιοχών" από την 1.11.2011 το επίμαχο επίδομα ανήλθε στο ποσό των 150 ευρώ μηνιαίως. Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την απόφαση του οποίου έγινε δεκτό ότι οι απαιτήσεις του ενάγοντος, οι οποίες αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.11.2011 και εντεύθεν, είναι μη νόμιμες λόγω της καθ' ολοκληρίαν κατάργησης του επίμαχου επιδόματος από 1.11.2011 σύμφωνα με τα άρθρα 30 και 31 του Ν. 4024/2011, γενομένου δεκτού ως βασίμου του σχετικού μοναδικού λόγου της αντέφεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου με την παραδοχή ότι το επίδικο επίδομα καταργήθηκε.

Ότι δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του εναγομένου απαιτήσεων οι περί διετούς παραγραφής διατάξεις του ν.δ. 496/1974, αφού η τελευταία ρυθμίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951, όπως ισχύει ήδη. Ότι οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή....και οι αιτούμενες αξιώσεις που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1.4.2009 έως 7.4.2009 υπέπεσαν στην ως άνω προβλεπόμενη παραγραφή...

και κατά συνέπεια το εναγόμενο οφείλει συνολικά για το χρονικό διάστημα από 7.4.2009 έως 31.12.2013 το συνολικό ποσό των 13.271,27 ευρώ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 651/6.4.2015 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και δέχθηκε την αντέφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 1609/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 13.271,27 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος ιατρός πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην Τοπική Μονάδα Υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Καλλιθέας, στη συνέχεια μεταφέρθηκε στον ΕΟΠΥΥ και στο Εθνικό Δίκτυο Υγείας ( ΠΕΔΥ) Καλλιθέας με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε χώρους που δικαιολογούσαν την καταβολή του επίμαχου επιδόματος, παρέχοντας τις ίδιες υπηρεσίες με αυτές των ιατρών των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας σε Μονάδες πρωτοβάθμιας Φροντίδας και συνεπώς δικαιούται αυτό βάσει του άρθρου 8 παρ.5 του ν. 3205/ 2003 και του άρθρου 15παρ.1 του ν. 4024/2011, καθόσον δέχθηκε ότι το νοσοκομειακό επίδομα των ν. 2470/1997 και 3205/2003 αποτελεί μετεξέλιξη του προβλεπόμενου από τον τελευταίο νόμο επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων ιατρών στα Κέντρα Υγείας του λοιπού Δημόσιου Τομέα έχουν πλέον ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των εξομειωθεισών με Κέντρα Υγείας Νομαρχιακών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με την υπ' αριθμ. 2/4302/0022/28.1.2004 ΚΥΑ η ισχύς του ν.3205/2003, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 8 παρ.7 και 10 του ν. 2470/1997, 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, 8 παρ.5 του ν. 3205/2003, 5 παρ.1 και 2 του πδ 266/1989, 15 παρ.1 του ν. 4024/2011, και της ΚΥΑ 2/16519/0022/2012.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και όχι 559 αριθμ. 1, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο, με τους οποίους υποστηρίζει το αναιρεσείον ότι από 1.11.2011 έχει καταργηθεί το νοσοκομειακό επίδομα βάσει των διατάξεων των άρθρων 30 και 32 του ν. 4024/ 2011 και επιπλέον ότι δεν δικαιούται ο αναιρεσίβλητος το ως άνω επίδομα βάσει της αρχής της ισότητας για το χρονικό διάστημα από 7.4.2009 έως 31.12.2013, είναι αβάσιμοι.

Επίσης, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, και ο τρίτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος, είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, καθ' όσον στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι πραγματικές παραδοχές, στις οποίες το Εφετείο θεμελίωσε την φερόμενη ως λανθασμένη ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη κρίση του, ούτε επίσης αναφέρεται ποιες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες και ποιες επιπλέον έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, καθώς και που εντοπίζονται οι επικαλούμενες αντιφάσεις.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ ( και όχι 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προταθήκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", με την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής του θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.

ΑΠ 25/2003) όχι όμως οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως η νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα τα οποία αντλούνται από το νόμο η από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 25/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εκτίμηση την εκ του άρθρου 560 παρ. 5 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ήτοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του, ότι ο ενάγων, κατά το επίδικο διάστημα, δεν ήταν πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.

Αντίθετα, ήταν μερικής απασχόλησης και μπορούσε να διατηρεί παράλληλα με την εργασία του στο δημόσιο φορέα και ιδιωτικό ιατρείο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" και επιπλέον σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσίβλητος ιατρός πρόσφερε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, ήτοι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.

Με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α' 134), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του Ν.Δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α' 204), οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ (άρθρο 11 του Α.Ν. 1846/1951).

Κατόπιν αυτού, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του ως άνω Ν.Δ/τος 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Και τούτο διότι η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α' 179), όπως η παράγραφος 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιό της ορίζει ότι "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται ενταύθα) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτηση παραγράφεται μετά πενταετία".

Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται επομένως και οι απαιτήσεις από καθυστερούμενες αποδοχές των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ` αυτού. Η πενταετία αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 696/2015, ΑΠ 341/1990). Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 247) που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου από τη γέννησή τους (ανεξαρτήτως της αιτίας γέννησης αυτών) δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι με αυτήν ρυθμίζεται η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο και δεν αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, καθότι όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο το έπραξε με ρητές διατάξεις (ΑΠ 25/2018, ΑΠ 121/2016, ΑΠ 296/2013, ΑΠ 1655/2010, ΑΠ 341/1990, ΣτΕ 1297/2011, ΣτΕ 199/2007).

Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ΑΝ 1846/1951 με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, σαν να είναι το ίδιο το Δημόσιο, αφού έναντι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 του ιδίου νόμου (ΑΝ 1846/1951) που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του ΙΚΑ ή από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3210/1955, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία ως εκ του περιεχομένου της δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως η συντομότερη παραγραφή (ΑΠ 25/2018).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι οι κατά του ΙΚΑ μισθολογικές αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή και απέρριψε την περί διετούς παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος ένστασή του, την οποία πρόβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με το σχετικό λόγο της έφεσής του , της διετούς παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου του χρονικού διαστήματος από 2009 έως 2011.

Ειδικότερα, με τον αναιρετικό αυτό, λόγο το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. υποστηρίζει ότι, εφόσον το ΙΚΑ εξομοιώνεται με το Δημόσιο ως προς τα οικονομικά και δικονομικά του προνόμια (άρθρα 19 παρ. 1 του Α.Ν 1846/1951 και 5 του Ν. 3210/1955), εξυπακούεται ότι απολαμβάνει και του (οικονομικού) προνομίου της διετούς παραγραφής των κατά του Δημοσίου εξ αποδοχών αξιώσεων των υπαλλήλων του, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995.

Κατά τους ισχυρισμούς του, η τελευταία αυτή διάταξη είναι ειδικότερη, αφού ρυθμίζει παραγραφή αξιώσεων εξ απολαβών, σε σχέση με εκείνη της παρ. 6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια, με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 825/1978, που είναι γενική και ρυθμίζει τα της παραγραφής γενικά οποιασδήποτε απαίτησης κατά του ΙΚΑ και, ως εκ τούτου, κατισχύει της τελευταίας.

Ο λόγος αυτός, με βάση τα ήδη προαναφερθέντα, είναι αβάσιμος. Επομένως το Μονομελές Πρωτοδικείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι οι επίδικες μισθολογικές αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 εδ. τελ. του Α.Ν. 1846/1951 και όχι σε διετή παραγραφή και συνακόλουθα δέχθηκε την ένσταση παραγραφής μόνο για τις πέραν της πενταετίας αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου του χρονικού διαστήματος από 1.4.2009 έως 7.4.2009, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις.

Κατά συνέπεια, ο σχετικός δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αληθώς η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (και όχι όπως εσφαλμένα αναφέρεται 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν την ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ). ) Δεν ορίζεται δε, η δικαστική δαπάνη μειωμένη διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που υπηρετεί στο αναιρεσείον, με πάγια αντιμισθία (βλ.

την από 25.9.2019 υπεύθυνη δήλωση του ιδιώτη δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη) και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [άρθρα 30 παράγραφοι 1 και 2 ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α. 14/2.2.2012), 19 παρ.1 περ. (β) ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α. 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ.3 ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α. 208 / 27.9.2013)].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.9.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9864/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ