Legislator Case Law & Legislation
233/2020 AI generated

233/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 233/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή αν δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Legislator headnote

AI generated

233/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 233 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 233/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: α) Α. Γ. Α., κατοίκου ..., β) Ε. συζ. Δ. Ψ., το γένος Γ. Α., κατοίκου ...) και γ) Γ. Α. Ο., κατοίκου ...), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μαλλιακούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου Π. Κ. Π., κατοίκου ...), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βασιλείου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2016 αγωγή των αναιρεσειόντων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6244/2017 του Δικαστηρίου αυτού και 1204/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2018 αίτησή τους. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 1204/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή, κατά το μέρος που αφορά την προκείμενη δίκη, έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 6244/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, απερρίφθη αγωγή των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της ακυρότητας της από 20-7-2014 ιδιόγραφης διαθήκης του θανόντος Ι. Π., η οποία αγωγή είχε γίνει δεκτή με την παραπάνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή αν δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο της ουσίας ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).

Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 32/1996), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παραπάνω ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1014/2010).

Επίσης, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Πρέπει δε να περιέχει έστω και έναν ορισμένο λόγο αναίρεσης, από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ή, αν πρόκειται για απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Πρωτοδικείου που δίκασε κατ' έφεση, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται με σαφήνεια τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχός της. Συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή στο δικόγραφο της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο δεν είναι δυνατή (ΟλΑΠ 20/2005).

Επίσης, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, που υπάρχει στη δικογραφία, διότι, πλην άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.

Η θέση αυτή είναι απόλυτα σύμφωνη και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το νδ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ισχύ, γιατί διασφαλίζει την αρχή της δίκαιης δίκης, που το άρθρο αυτό αξιώνει, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης καθενός στα δικαστήρια, που κατοχυρώνει και το Σύνταγμα (άρθρα 8 παρ. 1 και 20 παρ. 1) και το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής, η οποία θα επιτρέπει, λόγω του ορισμένου του περιεχομένου της, την παροχή από το δικαστήριο της αιτούμενης έννομης προστασίας και γι' αυτό τα όσα απαιτεί ο νόμος, ώστε να θεωρηθεί ορισμένο το δικόγραφο της προσφυγής, μορφή της οποίας είναι και η αναίρεση, δεν δυσχεραίνουν, αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού έτσι συγκεκριμενοποιείται το είδος της προστασίας αυτής (ΟλΑΠ 20/2005).

Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Η αοριστία του αναιρετηρίου έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως νομικά αβάσιμης, αν η αοριστία αφορά στην περιγραφή του λόγου αναίρεσης και ως απαράδεκτης σε κάθε άλλη περίπτωση (ΑΠ 857/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ προκύπτει ότι, κατά την ερμηνεία της διαθήκης, αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται, όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες, αλλά σε συμβάσεις. Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη.

Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης, οπότε υποχρεούται, για την πλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, να προσφύγει σε ερμηνεία της διαθήκης, για την ανεύρεση της αληθινής, κατά την υποκειμενική του άποψη, βούλησης του διαθέτη (ΑΠ 569/2013).

Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως του διαθέτη προκύπτει, όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε ερμηνεία της διαθήκης, από την οποία αποκαλύπτεται ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως του διαθέτη, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει και από το γεγονός ότι το δικαστήριο, για την εύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της διαθήκης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα (ΑΠ 105/2013). Η κρίση, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για τη μη ύπαρξη ή την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και, μετά την τελευταία αυτή διαπίστωση, για την αληθινή βούληση του διαθέτη, επειδή ανάγονται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Σύμφωνα, συνεπώς, με τα παραπάνω, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες, που θεσπίζουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, όταν, καίτοι διαπιστώνει, ανελέγκτως, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως του διαθέτη και, ως εκ τούτου, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία αυτή, στις διατάξεις των παραπάνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως του διαθέτη, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δήλωση αυτή βουλήσεως είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 604/2011).

Οι παραπάνω ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά την ερμηνεία, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο με την αληθινή βούληση του διαθέτη (ΑΠ 229/2004). Επίσης, εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων των παραπάνω άρθρων υπάρχει, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όταν, παρ' ότι διαπιστώθηκε η ανάγκη ερμηνείας, κενό, δηλαδή, ή ασάφεια της δήλωσης βουλήσεως που περιέχεται στη διαθήκη, οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή τους, όπως όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν για το σκοπό εξεύρεσης της αληθινής βούλησης του διαθέτη (ΑΠ 105/2013).

Για την πληρότητα, τέλος, του λόγου αναίρεσης για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων που προαναφέρθηκαν, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων και ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, προσέφυγε, παρά ταύτα, στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αόριστος (ΑΠ 1210/2008).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 173 ΑΚ, καθόσον, προκειμένου το Εφετείο να χαρακτηρίσει το από 20-7-2014 έγγραφο του θανόντος Ι. Π. ως ιδιόγραφη διαθήκη αυτού, προσέφυγε σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 173 ΑΚ, την οποία, όμως, "δεν έπρεπε να εφαρμόσει, δεδομένου ότι η βούληση του Ι. Π. να μην ισχύσει το ανωτέρω έγγραφό του ως αυτοτελής διαθήκη είναι πρόδηλη και απολύτως σαφής και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται ερμηνείας". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε άμεσα ή έμμεσα ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης του διαθέτη να ισχύσει το επίμαχο έγγραφο ως ιδιόγραφη διαθήκη του και, ως εκ τούτου δεν προσέφυγε, ορθά, στην εφαρμογή του άρθ. 173 ΑΚ. Σε κάθε όμως περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά τη σκέψη που προεκτέθηκε, κρίση του Εφετείου για τη μη ύπαρξη κενού ή ασάφειας ως προς το περιεχόμενο της παραπάνω δήλωσης βουλήσεως του Ι. Π..

2. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ο λόγος αναίρεσης που η εν λόγω διάταξη προβλέπει, ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 208/2011), τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 120/2004), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 10/2005).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την κρίση της ότι κατά τη βούληση του διαθέτη Ι. Π., το ανωτέρω από 20-7-2014 έγγραφό του συνιστά τη διαθήκη του, καθόσον "οι λέξεις ((συμπληρωματική)) και ((διευκρινίζω)), που περιέχονται στο παραπάνω έγγραφο, παραπέμπουν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σε άλλο έγγραφο, που χρήζει συμπλήρωσης και διευκρίνισης, πράγμα που σημαίνει, ότι ο Ι.

Π. είχε, αναμφίβολα, σύμφωνα και πάλι με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, την πρόθεση να συμπληρώσει και να διευκρινίσει την καθ' όλα άκυρη κινηματογραφική καταγραφή του εαυτού του, στην οποία ρητά παραπέμπει το ανωτέρω έγγραφο". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι τα παραπάνω, που φέρονται ως διδάγματα της κοινής πείρας, χρησιμοποιήθηκαν, κατά το λόγο που ερευνάται, όχι για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ούτε για την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτόν, αλλά για την εκτίμηση του περιεχομένου του παραπάνω εγγράφου, αφετέρου δε διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στις ανύπαρκτες παραδοχές του Εφετείου για την ύπαρξη "άλλου εγγράφου που χρήζει συμπλήρωσης και διευκρίνισης" και "πρόθεσης του Ι.

Π. να συμπληρώσει και να διευκρινίσει κινηματογραφική καταγραφή του εαυτού του".

3. Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι "δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ζητήματος, αν ο Ι. Π., κατά τη σύνταξη του ανωτέρω από 20-7-2014 εγγράφου του, είχε ή όχι την πρόθεση να εκφράσει την τελευταία βούλησή του, καθ' όσον: 1) δεν αιτιολογεί επαρκώς την κρίση της (η προσβαλλόμενη απόφαση) ότι είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι ο Ι.

Π. χαρακτήρισε το ως άνω έγγραφο ως ((συμπληρωματική διαθήκη στην ηχογραφημένη σε δισκέτα που προβάλλεται στην TV)), 2) δεν αιτιολογεί καθόλου, άλλως δεν αιτιολογεί επαρκώς την κρίση της ότι με το ανωτέρω έγγραφό του ο Ι. Π. αναφέρεται μόνο στην κληρονομία του και όχι και σ' αυτήν της συζύγου του Ν. Π., 3) δεν αιτιολογεί καθόλου, άλλως δεν αιτιολογεί επαρκώς την κρίση της ότι στο ανωτέρω έγγραφο "αναγράφονται τα τετιμημένα φυσικά πρόσωπα (5 από τη δική του πλευρά και 2 από την πλευρά της συζύγου του)...", 4) δεν αιτιολογεί με βάση ποια στοιχεία κατέληξε στην κρίση της ότι ο Ι.

Π. με τη φράση του "τη διαχείριση της υποθέσεως αναθέτω εις τον μικρότερό μου αδελφό Π. Π.", είχε την πρόθεση να ορίσει τον Π. Π. εκτελεστή της διαθήκης". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως προς τις υπ'αριθμ. 1-3 αιτιάσεις, ως αόριστος, καθόσον, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που παρατίθεται στον ανωτέρω πρώτο λόγο αναίρεσης, δεν αναφέρονται τα επιπλέον περιστατικά, που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση, ώστε να είναι πλήρεις οι αιτιολογίες, ενώ, ως προς την υπ'αριθμ. 4 αιτίαση, διότι δεν αναφέρεται, γιατί η παραπάνω "πρόθεση του Ι.

Π.", ως προς την οποία προβάλλεται με τον ερευνώμενο λόγο έλλειψη αιτιολογίας, συνιστά ζήτημα με ουσιώδη, επίδραση στην έκβαση της δίκης, γιατί, δηλαδή, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα ήταν διαφορετικό, αν το Εφετείο δεχόταν έλλειψη πρόθεσης του Ι. Π., να ορίσει εκτελεστή της διαθήκης του τον αδελφό του Π.

Π.. Σε κάθε όμως περίπτωση, ως προς την ίδια αυτή αιτίαση, ο ερευνώμενος λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι τα όσα παραπάνω δέχτηκε το Εφετείο ως προς τον Π. Π., συνιστούν επιχείρημα που άντλησε αυτό από τις αποδείξεις για την ενίσχυση του πορίσματός του ως προς τη βούληση του Ι. Π. να αποτελέσει το παραπάνω έγγραφο την ιδιόγραφη διαθήκη του.

4. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν παρατίθεται, κατά λέξη, στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης, σε σχέση με τη συνδρομή ή μη ορισμένων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1044/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (ΑΠ 148/2006).

Περαιτέρω και στις περιπτώσεις των εξαιρέσεων αυτών, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του παραπάνω από 20-7-2014 εγγράφου, συνίσταται δε η αιτίαση αυτή στο ότι: α) "δέχτηκε (η προσβαλλόμενη απόφαση) ότι το έγγραφο αυτό αφορά τη διανομή μόνο της ατομικής περιουσίας του Ι.

Π., αν και δεν είναι απολύτως σαφές, αντιθέτως μάλιστα, ότι ο Ι. Π. αναφέρεται στη δική του αποκλειστικά κληρονομία, αφού κάνει λόγο...", β) "δέχτηκε ότι στο έγγραφο αυτό ((αναγράφονται τα τετιμημένα φυσικά πρόσωπα)), αν και ο Ι. Π. δεν κατονομάζει τους κληρονόμους", γ) "δέχτηκε ότι με το ανωτέρω έγγραφο ((ορίζεται το κληρονομικό ποσοστό κάθε τετιμημένου φυσικού προσώπου)), αν και ο Ι.

Π. δεν καθορίζει το ποσοστό της κληρονομίας που θα περιέλθει..." και δ) "δέχτηκε ότι με το έγγραφο αυτό ((ο διαθέτης ορίζει τον μικρότερο αδελφό του Π. εκτελεστή της διαθήκης)), αν και με το ανωτέρω έγγραφό του ο Ι. Π. όρισε ότι αναθέτει ((την διαχείριση της υποθέσεως εις τον μικρότερό του αδελφό Π.))...". Επίσης, με τον έκτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση του άρθρου 1721 ΑΚ, με την κρίση της, ότι το παραπάνω από 20-7-2014 έγγραφο συνιστά ιδιόγραφη διαθήκη του Ι.

Π., μολονότι ο Ι. Π. στο έγγραφό του αυτό "δεν διευκρινίζει σε τίνος περιουσία αναφέρεται, δηλαδή αν αναφέρεται αποκλειστικά στη δική του περιουσία ή στην κοινή περιουσία του ιδίου και της συζύγου του, δεν κατονομάζει σ' αυτό τους κληρονόμους του και δεν καθορίζει το ποσοστό της κληρονομίας που θα περιέλθει στον καθένα από τους κληρονόμους του".

Ο πρώτος από τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης, κατά την πρώτη παραπάνω αιτίαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με την ανωτέρω κρίση του, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, εκτιμώντας το περιεχόμενό του αυτό, έκρινε, ότι αφορά στη διάθεση μόνο της περιουσίας του Ι.

Π. μετά το θάνατό του. Ο ίδιος λόγος, ως προς τις λοιπές παραπάνω αιτιάσεις, όπως και ο δεύτερος από τους λόγους αυτούς αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, πρωτίστως, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της παραπάνω από 4-7-2016 αγωγής των αναιρεσειόντων και των από 26-1-2018 προτάσεών τους με την από 31-1-2018 προσθήκη - αντίκρουσή τους στο Εφετείο για την απόκρουση της έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της 6244/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η παραπάνω αγωγή τους, δεν πρότειναν τους ανωτέρω ισχυρισμούς, που στηρίζουν τις παραπάνω αιτιάσεις των ερευνωμένων λόγων τους.

5. Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, λόγω αντιφατικών διατάξεων, πρέπει οι διατάξεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους, εν όλω ή εν μέρει, να περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, έτσι, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της διάπλασης που διώκεται με αυτή, ενώ δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο σκεπτικό της, εκτός αν τούτο έχει προσόντα διατακτικού ή μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της (ΑΠ 255/2013).

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο, από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές διατάξεις, καθόσον ενώ δέχεται στο σκεπτικό της ότι οι πλησιέστεροι συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος Ι. Π. είναι εννέα, εν συνεχεία δέχεται, επίσης στο σκεπτικό της, ότι ο ανωτέρω Ι. Π. αναφέρει στο παραπάνω από 20-7-2014 έγγραφό του ως κληρονόμους του, όχι εννέα, ούτε επτά, αλλά πέντε από τους συγγενείς της δικής του πλευράς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενό του, η επικαλούμενη αντίφαση, εκτός του ότι δεν αφορά διατάξεις, εστιάζεται στο σκεπτικό και όχι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ή και με την, μη επικαλούμενη, άλλωστε, εκδοχή ότι η δεύτερη παραπάνω αιτιολογία έχει προσόντα διατακτικού, πρόκειται για αντίφαση μεταξύ αυτής και της μη εχούσης παρόμοια προσόντα πρώτης αιτιολογίας. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-7-2018 αίτηση των Α. Γ. Α., Ε. συζ. Δ. Ψ., το γένος Γ. Α. και Γ. Α. Ο., για αναίρεση της 1204/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ