Legislator Case Law & Legislation
233/2019 AI generated

233/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 233/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

233/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: "Την 14-6-2009 και ώρα 06.40', στο 11° χιλιομετρικό σημείο της εθνικής οδού ..., το με αριθμό κυκλοφορίας ...80 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος [και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου] Δ. Ρ., που οδηγούσε ο ίδιος, συγκρούσθηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας ...03 ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Γ.

Keywords

AI generated
exposure to danger suspension of insurance cover survivors' insurance claim for insurance benefits insurance coverage gap safety concerns
AI generated
1837/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης ΓΑ 4141/Εγα/263/04 και ΓΑ 1783/Εγα/134/05 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 696/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 367/2006 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Νοεμβρίου 2006 αίτησή της.
1063/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-7-1998, 13-4-1999, 20-7-1998 και 4-11-1998 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3578/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4112/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Απριλίου 2005 αίτησή της.
1688/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
684/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20/5/2001 και 20/9/2002 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5572/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 250/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/9/2009 αίτησή του.
2052/2014
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 233 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 233/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Νούσια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ρ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος και 2) Σ. Κ. του Ι., συζύγου Π. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σμαρώ Τιμίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2010 αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕΖ", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 770/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς πρώτος αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 939 ΑΚ: " Οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν κατά τους όρους των επόμενων άρθρων τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους". Κατά δε το άρθρο 941 παρ. 1 ΑΚ: " Η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη διάρρηξη δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν: α) απαλλοτρίωση, β) πρόθεση βλάβης, που ενυπάρχει όταν ο οφειλέτης ενεργεί με σκοπό ματαιώσεως της απαιτήσεως του δανειστή και γ) ο τρίτος, προς τον οποίον η απαλλοτρίωση, να τελεί εν γνώσει της προθέσεως του οφειλέτη για ματαίωση της απαιτήσεως του δανειστή, δηλαδή αυτός να μετέχει του δόλου του οφειλέτη, όταν η υπολειπόμενη περιουσία αυτού, που κρίνεται από την εμφανή περιουσία του, δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή (ΑΠ 1797/2014, ΑΠ 757/2010).

Επίσης, εκτός των άλλων, πρέπει να προσδιορίζεται ακριβώς η απαίτηση του δανειστή και η αξία του στοιχείου της απαλλοτριωτικής πράξεως (ΑΠ 846/2011), κατά το χρόνο ασκήσεως της σχετικής αγωγής (ΑΠ 1677/2008). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή προς εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1812/2008, ΑΠ 1709/2008).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, οι οποίοι όμως θα πρέπει να έχουν προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούν οι διάδικοι από το νόμο ή από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 374/2012). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: "Την 14-6-2009 και ώρα 06.40', στο 11° χιλιομετρικό σημείο της εθνικής οδού ..., το με αριθμό κυκλοφορίας ...80 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος [και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου] Δ. Ρ., που οδηγούσε ο ίδιος, συγκρούσθηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας ...03 ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Γ.

Κ. και ανήκε στην ιδιοκτησία του και στο οποίο επέβαινε, στη θέση του συνοδηγού, η Ι. Κ., οι οποίοι και τραυματίσθηκαν θανάσιμα. Ακολούθως, οι συγγενείς του ως άνω θανατωθέντος οδηγού Γ. Κ., καθώς και οι συγγενείς της ως άνω θανατωθείσας συνοδηγού Ι. Κ., άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αντίστοιχες αγωγές αποζημιώσεως, στρεφόμενοι εναντίον του εκκαλούντος (οδηγού και ιδιοκτήτη του με αριθμό ...80 ΙΧΕ αυτοκινήτου) και της ασφαλιστικής ανώνυμης εταιρίας "...

ΑΑΕΖ", μετονομασθείσας σε "... ΑΑΕΖ", ήτοι της ενάγουσας - εφεσιβλήτου [και ήδη αναιρεσείουσας] και ισχυριζόμενοι ότι υπαίτιος της συγκρούσεως και του θανάσιμου τραυματισμού των προαναφερθέντων συγγενών τους και των επακόλουθων ζημιών που υπέστησαν, είναι ο εκκαλών οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία για την περίπτωση προκλήσεως ζημιών σε τρίτους από την κυκλοφορία του, ζήτησαν να υποχρεωθούν να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, τα εκεί αναφερόμενα ποσά και συνολικά 1.011.600,00 ευρώ με την πρώτη ως άνω αγωγή και συνολικά 2.119.970,00 ευρώ με τη δεύτερη ως άνω αγωγή.

Ακολούθως, η εφεσίβλητος ασφαλιστική εταιρία άσκησε εναντίον του ασφαλισμένου της αντίστοιχες παρεμπίπτουσες αγωγές (αναγωγές), με τις οποίες ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλει κάθε ποσό που τυχόν θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους ενάγοντες των ως άνω κυρίων αγωγών, επικαλούμενη όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που είχε συνάψει με αυτόν (εκκαλούντα), ότι δεν καλύπτονται και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν άμεσα ή έμμεσα από οδηγό, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όπως ο εκκαλών.

Επί των ως άνω αγωγών και παρεμπιπτουσών αγωγών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 5878/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του εκκαλούντος (οδηγού και ιδιοκτήτη του με αριθμό κυκλοφορίας ...03 ΙΧΕ αυτοκινήτου), συνισταμένης της υπαιτιότητάς του στο ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, τελώντας και υπό την επίδραση οινοπνεύματος, σε ποσοστό που επηρέαζε την ικανότητα του περί την οδήγηση και δη κατά ποσοστό αλκοόλης στο αίμα που υπερέβαινε το 1,10%, λόγω αρνήσεώς του να υποβληθεί σε αιμοληψία και ότι βάσει ρητού όρου της συναφθείσας, μεταξύ του εκκαλούντος και της εφεσιβλήτου, ασφαλιστικής συμβάσεως περί αποκλεισμού από την ασφάλιση ζημιών που προξενήθηκαν άμεσα ή έμμεσα από οδηγό που κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, οι προκληθείσες ζημίες από το ως άνω τροχαίο ατύχημα εξαιρούντο της ασφαλιστικής καλύψεως, έγιναν δεκτές εν μέρει οι κύριες αγωγές και εν όλω οι παρεμπίπτουσες αγωγές.

Εναντίον της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από τους διαδίκους των δύο κυρίων αγωγών, επί των οποίων εκδόθηκε, την 28η-5-2013, η με αριθμό 1127/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε τα ίδια όσον αφορά στην αποκλειστική υπαιτιότητα του εκκαλούντος για την πρόκληση του ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών του και τη συνδρομή εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη των προκληθεισών ζημιών και απέρριψε τις εφέσεις, πλην της εφέσεως της Χ.

Τ., συζύγου του θανόντος οδηγού Γ. Κ. που έγινε δεκτή και της επιδικάσθηκε το συνολικό ποσό των 62.455,48 ευρώ (αντί του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των 61.975,48 ευρώ). Έτσι βάσει των ως άνω αποφάσεων, υποχρεώθηκαν αφενός μεν ο εκκαλών και η εφεσίβλητος ασφαλιστική εταιρία (ως ασφαλίσασα το ζημιογόνο όχημα του εκκαλούντος) να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στους συγγενείς των προαναφερθέντων θανασίμως τραυματισθέντων (Γ.

Κ. και Ι. Κ.) το συνολικό ποσό των 257.350,48 ευρώ (κατά το ειδικότερο επιμερισμό των κονδυλίων, που αναφέρεται στις εν λόγω αποφάσεις), πλέον τόκων από την επίδοση της κάθε αγωγής και εξόδων, ενώ, επιπλέον, αναγνωρίσθηκε και η υποχρέωσή τους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην ενάγουσα Μ. Κ. (και) το ποσό των 250,00 ευρώ μηνιαίως, ως διατροφή, για το χρονικό διάστημα από 15-6-2009 έως 20-9-2018, καταβαλλόμενο την πρώτη ημέρα κάθε ημερολογιακού έτους, με το νόμιμο τόκο για τις πριν την επίδοση της αγωγής επιμέρους δόσεις από την επίδοση αυτής και για τις μεταγενέστερες από την καθυστέρησή τους, αφετέρου δε ο εκκαλών υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εφεσίβλητο ασφαλιστική εταιρία κάθε ποσό που η τελευταία θα κατέβαλε στους ενάγοντες των προαναφερθεισών κυρίων αγωγών (για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής, με καταψηφιστικές διατάξεις μέχρι το συνολικό ποσό των 200.000,00 ευρώ (100.000,00 ευρώ για κάθε παρεμπίπτουσα αγωγή) και με αναγνωριστικές διατάξεις για τα επιπλέον ποσά.

Σε εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων η εφεσίβλητος ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε, κατά το χρονικό διάστημα από 14-4-2011 έως 14-11-2013, στους ενάγοντες των κυρίων αγωγών - συγγενείς των θανόντων το συνολικό ποσό των 366.359,61 ευρώ, για επιδικασθέντα ποσά κεφαλαίου, τόκων και δικαστικών δαπανών, όπως αναγράφεται στις από 8-9-2014 προτάσεις της εφεσίβλητου, κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ποσό που δεν αμφισβητείται από τους αντιδίκους της.

Έτσι, από τις ανωτέρω αποφάσεις, απορρέει ουσιαστικά δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη και το ύψος της απαιτήσεως της εφεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρίας κατά του εκκαλούντος(...). Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό, λίγες ημέρες μετά το προαναφερθέν θανατηφόρο αυτοκινητικό ατύχημα (που έλαβε χώρα, όπως προαναφέρθηκε, την 14-6-2009) ο εκκαλών, δυνάμει του με αριθμό …674/2-7-2009 συμβολαίου πωλήσεως του συμβολαιογράφου Μ.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, την 3-7-2009, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω πωλήσεως, στην εκκαλούσα [και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων] Σ. Κ. δύο διαμερίσματα, της ιδιοκτησίας του, κείμενα στο δεύτερο όροφο της οικοδομής επί των οδών ... (πρώην …), στη …. και δη: α) το με αριθμό εσωτερικής αριθμήσεως Δ3 διαμέρισμα με πρόσοψη στην οδό …., εμβαδού καθαρού 22,60 τ.μ.

και μικτού 29,85 τ.μ., με αναλογούν εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινόχρηστων χώρων και εγκαταστάσεων της οικοδομής 37,50/1000 και αποτελούμενο από ένα δωμάτιο, καθιστικό-κουζίνα και λουτροαποχωρητήριο και β) το με αριθμό εσωτερικής αριθμήσεως Δ2 διαμέρισμα με πρόσοψη στην οδό …., εμβαδού καθαρού 24,50 τ.μ.

και μικτού 32,35 τ.μ., με αναλογούν εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινόχρηστων χώρων και εγκαταστάσεων της οικοδομής 44,70/1000, αποτελούμενο από ένα δωμάτιο, καθιστικό - κουζίνα και λουτροαποχωρητήριο, αντί συνολικού τιμήματος 75.000,00 ευρώ, ενώ ως τίμημα πωλήσεως αναγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο αυτό της αντικειμενικής τους αξίας τους, ήτοι το ποσό των 35.879,76 ευρώ για το πρώτο τούτων και το ποσό των 38.896,20 ευρώ για το δεύτερο τούτων, δηλαδή συνολικά το ποσό των 74.775,96 ευρώ.

Η εν λόγω μεταβίβαση έγινε σε χρόνο που είχε ήδη γεννηθεί η προαναφερθείσα απαίτηση της εφεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρίας κατά του εκκαλούντος - οδηγού και ιδιοκτήτη του ασφαλισμένου σ' αυτήν για την έναντι τρίτων ζημία ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, ο τελευταίος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...80 ΙΧΕ αυτοκίνητο, της ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο σ' αυτήν (εφεσίβλητο) για την έναντι τρίτων ασφαλιστική του ευθύνη, και προκαλώντας υπό την επήρεια οινοπνεύματος (με ποσοστό αλκοόλης στο αίμα που υπερέβαινε το 1,10%) το ως άνω θανατηφόρο ατύχημα, παραβίασε τον σχετικό απαγορευτικό όρο της συναφθείσας μεταξύ αυτού και της εφεσίβλητου ασφαλιστικής εταιρίας ασφαλιστικής συμβάσεως, περί αποκλεισμού από την ασφάλιση ζημιών που προξενήθηκαν άμεσα ή έμμεσα από οδηγό που κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, καθιστώντας έκτοτε τον εαυτό του υπόχρεο εκπληρώσεως των αναγωγικών αξιώσεων της εφεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρίας, δεδομένου ότι η από μέρους του παραβίαση του ως άνω όρου συνεπαγόταν ρητώς τον αποκλεισμό της ασφαλιστικής του καλύψεως, κάτι το οποίο γνώριζε ο εκκαλών, λόγω και της δικηγορικής του ιδιότητας.

Μετά τη μεταβίβαση των ως άνω δύο διαμερισμάτων η μόνη εμφανής περιουσία, που απέμεινε στον εκκαλούντα, ήταν ένα διαμέρισμα, καθαρού εμβαδού 50 τ.μ., κείμενο στον τρίτο όροφο της οικοδομής επί των οδών …. και … , στη …. (με παρακολούθημα μία αποθήκη 2 τ.μ. στο υπόγειο), το οποίο, όμως, στη συνέχεια, δυνάμει του με αριθμό …49/5-8-2009 συμβολαίου πωλήσεως της συμβολαιογράφου Ο.

Ξ., που μεταγράφηκε νόμιμα, την 10-8-2009, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης μεταβίβασε αυτός, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω πωλήσεως, στους Ε. Κ. και Μ. Γ. (που είναι σύζυγοι), κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα τούτων, αντί 72.000,00 ευρώ, ενώ ως τίμημα αναγράφηκε η αντικειμενική του αξία, 45.446,40 ευρώ (...).

Εξάλλου, ο εκκαλών, δυνάμει του με αριθμό …8/25-6-2009 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου ς Ο. Ξ., που καταχωρήθηκε, την 29-6-2009, στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς ήτοι πριν την ένδικη μεταβίβαση των δύο διαμερισμάτων, μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, στη μητέρα του Ε. Ρ., ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου της οικοδομής επί της οδού ..., στην ..., αντικειμενικής αξίας (του ως άνω ποσοστού ψιλής κυριότητας) 37.740,23 ευρώ (...) Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό, ο εκκαλών είχε γίνει κύριος των ενδίκων δύο διαμερισμάτων, με αγορά και δη όσον αφορά στο πρώτο τούτων δυνάμει του με αριθμό ..9/2-5-2003 συμβολαίου πωλήσεως της συμβολαιογράφου Ο.

Ξ., που μεταγράφηκε νόμιμα σε συνδυασμό με τη με αριθμό …15/25-7-2005 πράξη εξοφλήσεως υπολοίπου τιμήματος της αυτής συμβολαιογράφου, αντικειμενικής αξίας 26.311,82 ευρώ και με αναγραφόμενο τίμημα το ποσό των 26.300,00 ευρώ και όσον αφορά στο δεύτερο τούτων δυνάμει του με αριθμό …63/25-4-2004 συμβολαίου πωλήσεως της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με τη με αριθμό …26/25-7-2005 πράξη εξοφλήσεως υπολοίπου τιμήματος της ίδιας συμβολαιογράφου, αντικειμενικής αξίας 28.523,88 ευρώ και με αναγραφόμενο τίμημα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, με σκοπό την εκμετάλλευσή τους και δη την εκμίσθωσή τους σε φοιτητές, καθόσον αυτά βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τις πανεπιστημιακές σχολές του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μάλιστα κατά το χρόνο της μεταβιβάσεώς τους στην εκκαλούσα ήταν μισθωμένα σε φοιτητές, με μηνιαίο μίσθωμα 400,00 ευρώ το καθένα τούτων.

Όπως, όμως, αποδείχθηκε από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό, ο εκκαλών προέβη στην μεταβίβαση των προαναφερθέντων δύο διαμερισμάτων προς την εκκαλούσα (με το ως άνω …674/2-7-2009 συμβόλαιο πωλήσεως, νομίμως μεταγραφέν την 3-7-2009), έχοντας ο ίδιος πρόθεση βλάβης της εφεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρίας, καθόσον γνώριζε ότι μετά την απαλλοτρίωση των επίδικων δύο διαμερισμάτων, η απομένουσα εμφανής περιουσία του, ήτοι το έτερο διαμέρισμά του, σε οικοδομή επί των οδών ..., στη … (το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, μεταβίβασε, σε μικρό διάστημα από την ένδικη απαλλοτρίωση) δεν θα επαρκούσε για την ικανοποίηση της ως άνω απαιτήσεως της εφεσιβλήητου, ενώ κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, με την επίδοση αυτής στους εναγομένους, την 15-7-2010 - ήτοι μετά και τις προαναφερθείσες δύο μεταβιβάσεις και των λοιπών ακινήτων περιουσιακών του στοιχείων-, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας αυτού (εκκαλούντος), και συνακόλουθα η διάγνωση της αφερεγγυότητάς του και του προσδιορισμού της βλάβης της ενάγουσας και ήδη εφεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρίας, δεν είχε αυτός άλλη εμφανή ακίνητη περιουσία για την ικανοποίηση της εναντίον του απαιτήσεως της τελευταίας.

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι προέβη στην πώληση των επιδίκων διαμερισμάτων προκειμένου να εξοφλήσει οφειλή του προς τον Ε. Κ., από λήψη δανείου, ποσού 75.000,00 ευρώ, αποδεχθείς πέντε (5) ισόποσες συναλλαγματικές, ποσού 15.000,00 ευρώ η καθεμία, με ημερομηνίες λήξεως 31-10-2008, 30-11-2008, 31-12-2008, 31-1-2009 και 28-2-2009 αντίστοιχα, βάσει των οποίων εκδόθηκαν, σε βάρος του, οι με αριθμό …47/2009 και …051/2009 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, είναι απορριπτέος, ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι η πώληση και η μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων από τον εκκαλούντα στην εκκαλούσα, ακόμη και αν έγινε με σκοπό την εξεύρεση χρημάτων για την εξόφληση ληξιπροθέσμων χρεών του εκκαλούντος, αποτελεί απαλλοτρίωση και υπόκειται σε διάρρηξη (...).

Από το προαναφερόμενο, όμως, αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο καταρτίσεως της επίδικης απαλλοτριωτικής πράξεως η εκκαλούσα γνώριζε σχετικά με το θανατηφόρο ατύχημα που προκάλεσε ο εκκαλών και αποτέλεσε το παραγωγικό γεγονός της ως άνω οφειλής του προς την εφεσίβλητο ασφαλιστική εταιρία ή τους ενδιάθετους σκοπούς αυτού, που τον ώθησαν στην πώληση των ως άνω διαμερισμάτων.

Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα, κατά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου πωλήσεως, γνώριζε ότι η εφεσίβλητος ασφαλιστική εταιρία είχε απαίτηση κατά του ασφαλισμένου της- εκκαλούντος και ότι αυτός απαλλοτρίωνε με σκοπό να βλάψει τα συμφέροντα της εφεσιβλήτου, με τη ματαίωση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεώς της, ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι την εκκαλούσα τη συνέδεε προηγουμένως με τον εκκαλούντα κάποια σχέση συγγενική, φιλική ή επαγγελματική, άλλωστε, ούτε ο με πρόταση της εφεσιβλήτου εξετασθείς πρωτοδίκως μάρτυρας Σ.

Β., υπάλληλός της, κατέθεσε κάτι σχετικό περί τούτων, μάλιστα αυτός, στην κατάθεσή του, δεν κάνει καμία αναφορά για οποιαδήποτε σχέση μεταξύ των συμβληθέντων (εκκαλούντος - εκκαλούσας), ενώ ανέφερε ότι "δεν γνωρίζω αν η εκκαλούσα αγοράστρια γνώριζε ότι ο εκκαλών ήθελε να αποξενωθεί από την περιουσία του, ούτε αν η πώληση ήταν εικονική".

Εξάλλου, ο με επιμέλεια της εφεσιβλήτου ενόρκως βεβαιών Α. Σ., διευθυντής αποζημιώσεων αυτής, στην ένορκη βεβαίωσή του, αναφέρεται στις συνθήκες του ατυχήματος, στην έκδοση των προαναφερθεισών με αριθμό 5778/2011 και 1127/2013 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, στο συνολικό ποσό που κατέβαλε η εφεσίβλητος ασφαλιστική εταιρία στους συγγενείς των θανόντων, καθώς και στην εκ μέρους του εκκαλούντος οδηγού εκποίηση όλων των εμφανών ακίνητων περιουσιακών του στοιχείων και την αξία αυτών, μεταξύ των οποίων και των δύο επιδίκων διαμερισμάτων.

Όπως αποδείχθηκε από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό η εκκαλούσα, πληροφορηθείσα για τα επίδικα δύο διαμερίσματα από το μεσίτη Γ. Μ. (...) - στον οποίο είχε απευθυνθεί ο εκκαλών, λόγω της συνεργασίας του με τον αδελφό του Σ. Ρ., δικηγόρο του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης, για την πώληση τόσο των ως άνω διαμερισμάτων, όσο και για την πώληση του έτερου, προαναφερθέντος διαμερίσματός του, κειμένου σε οικοδομή επί των οδών ..., στη Θεσσαλονίκη, αλλά και η εκκαλούσα, αναζητώντας προσοδοφόρα ακίνητα για να επενδύσει, με το σύζυγό της, μέρος των καταθέσεών τους- και βρίσκοντας αυτά της αρεσκείας της και την τιμή πωλήσεως ελκυστική και ότι αυτά ήταν ιδιαίτερα προνομιακά από άποψη εμπορικότητας και εκμεταλλεύσεως, ενόψει της θέσεως και της καταστάσεώς τους και του ότι ήταν ήδη μισθωμένα σε φοιτητές (Κ.

Σ. και Σ. Μ.), με μηνιαίο μίσθωμα 400,00 ευρώ το καθένα τούτων, προέβη στην αγορά τους, με σκοπό επενδύσεως των χρημάτων της και αποδόσεως κάποιου εισοδήματος από την εκμίσθωση αυτών, αντί του συνολικού ποσού των 75.000,00 ευρώ, στο οποίο και κατέληξαν, με τη μεσολάβηση του ως άνω μεσίτη, από το αρχικά ζητούμενο συνολικό ποσό των 80.000,00 ευρώ, ενώ η αγοραία (εμπορική) αξία τους ανήρχετο στο συνολικό ποσό των 100.000,00 ευρώ, ενόψει της θέσεως και της καταστάσεώς τους και δεδομένου ότι είχε αρχίσει η αρνητική και μη παροδικού χαρακτήρα μεταβολή των οικονομικών δεδομένων της χώρας και η μείωση του ενδιαφέροντος για αγορά ακινήτων, και όχι σ' αυτό των 150.000,00 ευρώ, που η εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι ανερχόταν κατά την άσκηση της αγωγής, την 15-7-2010 (ήτοι ένα έτος από την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου).

Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε η εκκαλούσα την 9-7-2009 (ήτοι επτά ημέρες μετά την κατάρτιση του επιδίκου με αριθμό …74/2-7-2009 συμβολαίου πωλήσεως) κατέβαλε στον εκκαλούντα το αναγραφόμενο στο ως άνω συμβόλαιο τίμημα των 74.775,96 ευρώ (στο οποίο ανήρχετο συνολικά η αντικειμενική αξία των διαμερισμάτων), καταθέτοντας το ποσό αυτό στο με αριθμό ...21-90 τραπεζικό λογαριασμό του εκκαλούντος, τηρούμενο στην Τράπεζα … ποσό προερχόμενο από τη λήξη, την 7-7-2009, της με αριθμό …..77 προθεσμιακής καταθέσεως, ποσού 400.000,00 ευρώ, που διατηρούσε η εκκαλούσα στην Τράπεζα …, κατάστημα ….

μάλιστα, προς εξασφάλισή του, αποδέχθηκε, αυθημερόν, ως εγγύηση, συναλλαγματική ισόποση του ως άνω ποσού των 74.775,96 ευρώ, λήξεως την 10-7-2009, την οποία υπέγραψε, ως τριτεγγυητής, ο σύζυγος της Π. Σ. και την οποία ανέλαβε με την εξόφληση του τιμήματος. Από το γεγονός ότι το ως άνω τίμημα δεν καταβλήθηκε κατά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου (το οποίο συνετάγη από τον τότε συμβολαιογράφο Μ.

Κ. -ήδη θανόντα-, με τον οποίο η εκκαλούσα και ο σύζυγός της διατηρούσαν φιλικές σχέσεις), αλλά λίγες ημέρες αργότερα, ενώ σ' αυτό (συμβόλαιο) γίνεται αναφορά για εξόφληση, καθώς και ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως αυτού (συμβολαίου) από πλευράς της εκκαλούσας παραστάθηκε ως δικηγόρος η Β. Κ., δικηγόρος του Δ.Σ.

Θεσσαλονίκης, φίλη του εκκαλούντος και συνεργάτης του, συστεγαζόμενη στο ίδιο δικηγορικό γραφείο (επί της οδού ..., στη …, δεν μπορεί να συναχθεί ως συμπέρασμα ότι η εκκαλούσα γνώριζε για την απαίτηση της εφεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρίας εναντίον του εκκαλούντος και ότι ο τελευταίος προέβη στη μεταβίβαση των εν λόγω διαμερισμάτων προς βλάβη της εφεσιβλήτου.

Μάλιστα η ίδια η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι αποδέχθηκε να παρασταθεί κατά την υπογραφή του συμβολαίου η ως άνω δικηγόρος, η οποία με ευκολία μπορεί να συνδεθεί με τον εκκαλούντα, αποδεικνύει την καλοπιστία της και το γεγονός ότι ήταν παντελώς ανίδεη και ανυποψίαστη. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εκκαλούσα αναφέρει στις από 18-9-2014 προτάσεις της, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι είχε πληροφορηθεί ότι η εκποίηση των δύο διαμερισμάτων γινόταν από τον ιδιοκτήτη τους, επειδή είχε ανάγκη χρημάτων, πλην, όμως, η γνώση μόνον της υπάρξεως οφειλής του δικαιοπαρόχου της-εκκαλούντος δεν καταδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι αυτή δεν ήταν καλής πίστεως κατά το χρόνο της αγοραπωλησίας, καθόσον αναγκαία προϋπόθεση της διαρρήξεως είναι η γνώση του τρίτου ότι με την από μέρους του οφειλέτη εκποίηση επέρχεται ματαίωση της ικανοποιήσεως του δανειστή.

Ενόψει όλων των ανωτέρω και δεδομένου ότι η άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια, δεν αρκεί, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα, κατά την κατάρτιση της επίδικης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, δεν είχε θετική γνώση της απαιτήσεως της εφεσιβλήτου κατά του εκκαλούντος και της καταδολιευτικής προθέσεως του τελευταίου, δηλαδή ότι αυτός επιδίωκε να περιέλθει, με την καταρτισθείσα μεταξύ τους δικαιοπραξία, σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η απομένουσα εμφανής περιουσία του να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της εφεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρίας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά παραδοχή των εφέσεων των εναγομένων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή της ενάγουσας, που ως κύριο αίτημά της είχε τη τη διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, της ένδικης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας που συντελέσθηκε με το, νομίμως μεταγραφέν, με αριθμό …4/2009 συμβόλαιο πωλήσεως και ως επικουρικό την αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω δικαιοπραξίας ως εικονικής.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απορρίψεως ως αβάσιμου του αγωγικού ισχυρισμού της ενάγουσας περί του ότι η δεύτερη εναγομένη τελούσε εν γνώσει της προθέσεως του οφειλέτη πρώτου εναγομένου για ματαίωση της απαιτήσεώς της, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της και επιτρέπουν τον έλεγχο της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 939 και 941 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού δέχθηκε, ότι ναι μεν ο πρώτος εναγόμενος με την επίδικη απαλλοτρίωση είχε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, αφού γνώριζε ότι μετά τη μεταβίβαση των επίδικων διαμερισμάτων η λοιπή περιουσία του δεν θα επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της, πλην όμως η συνεναγομένη του δεν τελούσε σε γνώση της προθέσεώς του αυτής και ότι το μόνο που γνώριζε ήταν ότι η εκποίηση των εν λόγω διαμερισμάτων από τον ιδιοκτήτη τους γινόταν επειδή αυτός είχε οικονομική ανάγκη.

Επομένως, ο πρώτος και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το οικεία σκέλη τους από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ελλιπών ή και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, είναι αβάσιμοι. Με τους πρώτο και τρίτο επίσης λόγους, κατά τα οικεία σκέλη τους από το άρθρο 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας: 1) γιατί ερμήνευσε το γεγονός, ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη κατά την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου δέχθηκε να παραστεί ως δικηγόρος της η Β.

Κ., συνεργάτης του πωλητή (πρώτου αναιρεσίβλητου) υποδειχθείσα από τον ίδιο και όχι από άλλον της δικής της επιλογής, ως απόδειξη της καλοπιστίας της, 2) γιατί δεν αξιολόγησε το γεγονός ότι η επίδικη πώληση συντελέστηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα σε σχέση με τα συνήθως συμβαίνοντα στις πωλήσεις ακινήτων, όπου ο μέσος χρόνος προετοιμασίας είναι τουλάχιστον ένας μήνας και 3) γιατί δεν εφάρμοσε τον "χρυσό κανόνα" ότι το ετήσιο ενοίκιο ενός ακινήτου ισούται με το 5% της αξίας του, προκειμένου να καταλήξει στον ορθό υπολογισμό της αξίας των διαμερισμάτων (που κατά την αναιρεσείουσα ήταν 200.000 €) και δεν δέχθηκε ότι από τα προαναφερθέντα συνάγεται αδίστακτα το στοιχείο της γνώσεως της δεύτερης αναιρεσίβλητης ότι ο οφειλέτης της αναιρεσείουσας απαλλοτρίωνε περιουσιακά του στοιχεία προς βλάβην της δανείστριάς του.

Τα ανωτέρω όμως που διαλαμβάνονται στους λόγους αναιρέσεως αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεων της αναιρεσείουσας.

Συνεπώς κατά τα σκέλη αυτά οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Τέλος απαράδεκτος είναι και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας στην προσθήκη των προτάσεών της ότι ο χρόνος ενάρξεως της προθεσμιακής καταθέσεως της 2ης αναιρεσίβλητης ήταν μόλις δύο μέρες πριν από την κατάρτιση του συμβολαίου και ότι, ενώ αυτή έληξε στις 7-7-2009, το τίμημα κατεβλήθη δύο ημέρες αργότερα από τους οποίους διαψεύδονται οι αντίθετοι ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων,διότι οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί δεν είναι "πράγματα" αλλά επιχειρήματα πραγματικά αντλούμενα από τις αποδείξεις.

ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί αυτή ως ηττώμενη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Ιουλίου 2017 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... "για αναίρεση της υπ' αριθμ. 770/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ