233/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 233 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 233/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημί...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 233 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 233/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ. Τ. του Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αλεξάκο.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Μορφόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και 17-11-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4027/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4747/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-1-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 15-10-2014. έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται προς κρίση αίτηση για αναίρεση απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε αξίωση του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, περί καταβολής οφειλομένου υπολοίπου εργολαβικής αμοιβής.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης σε περιστατικά, που δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου στην περίπτωση κανόνα δικαίου, στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν ιδρύεται, όμως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται απ’ αυτές, εφ’ όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια κα πληρότητα (Ολ. ΑΠ 861/1984). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν, στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπαγόνταν σ’ αυτόν (Ολ. ΑΠ 36/1988, 4/2006). Περαιτέρω, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος από τον αριθμό 8 ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα μη εκτιθέμενα στο δικόγραφό της, ενώ ο από τον αριθμ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας, ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή, αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε, ως αόριστη (ΑΠ 443/2011). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 681 και 694 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Κατά την παράδοση του έργου, αν η αμοιβή συνίσταται σε χρήματα και δεν πιστώθηκε, είναι τοκοφόρα από την παράδοση του έργου, ενώ, αν η παράδοση του έργου και η καταβολή της αμοιβής συμφωνήθηκε να γίνουν τμηματικά, η αμοιβή καταβάλλεται μόλις γίνει η παράδοση κάθε τμήματος. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 250 αρ.5 ΑΚ, σε πενταετή παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις εκείνων που, χωρίς να ανήκουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στον αριθμό 1, ασκούν, κατ’ επάγγελμα, την επιμέλεια ξένων υποθέσεων ή την παροχή υπηρεσιών, για τις αμοιβές και για τις δαπάνες τους. Στην παραγραφή αυτή υπάγονται και οι αξιώσεις του εργολάβου κατά τον εργοδότη, όταν παρέχει την προσωπική του εργασία (Σχετ. ΑΠ 1/1992). Κατά τα άρθρα 252 και 253 ΑΚ δε, αν, για την απαίτηση της παροχής απαιτείται προηγούμενη όχληση, η παραγραφή αρχίζει από τότε που ήταν δυνατή όχληση και πέρασε η προθεσμία. Ειδικότερα δε, η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 ΑΚ, αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, που ορίζεται στα δύο προηγούμενα άρθρα (ΑΠ 1481/2006, βλ. και Ολ. ΑΠ 25/1988). Ειδικότερα, στην αγωγή του εργολάβου κατά του εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, πρέπει (άρθρ.216 ΚΠολΔ) να γίνει επίκληση της σύμβασης έργου, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή αυτής που καταρτίσθηκε, το έργο που συμφωνήθηκε με αυτή να εκτελεσθεί, την εκτέλεση και την παράδοση ή την προσφορά του έργου και την αμοιβή που συμφωνήθηκε και αν αυτή είχε συμφωνηθεί κατά μονάδα εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέστηκαν ή ότι συμφωνήθηκε, πως ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αμοιβή σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης του έργου ή ότι συμφωνήθηκε, ότι η παράδοση του έργου και η καταβολή της αμοιβής θα γίνει κατά τμήματα (ΑΠ 1255/2010, ΑΠ 682/2010, ΑΠ 1069/2009). Στην υπό κρίση περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διέλαβε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ... είναι κυρία ενός ακινήτου (διώροφης οικίας) κείμενου στο Μαρούσι Αττικής ... το οποίο έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο, είχε υποστεί δε τούτο εκτεταμένες ζημίες από τον σεισμό της 7-9-1999. Προκειμένου η τελευταία να εντάξει το ως άνω ακίνητο στις ευεργετικές διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 2601/1998 και να λάβει τη σχετική επιδότηση, ώστε να μετατρέψει τούτο από κατοικία σε ξενοδοχείο, ανέθεσε στην αρχιτέκτονα μηχανικό Ό. Κ. - Κ. την εκπόνηση, διεκπεραίωση και έγκριση των όρων μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων της εν λόγω ξενοδοχειακής μονάδας, προς τούτο δε υπεγράφη από τις ως άνω συμβαλλόμενες το σχετικό, από 5-6-2002, ιδιωτικό συμφωνητικό. Ακολούθως, δυνάμει του από 18-6-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού η εκκαλούσα ανέθεσε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", νόμιμα εκπροσωπούμενη από την Πρόεδρο του Δ.Σ. αυτής Ό. Κ., την εκτέλεση κάθε απαιτούμενης εργασίας για την υπαγωγή των επενδυτικών δραστηριοτήτων της στις δωρεάν επιχορηγήσεις που προέβλεπε ο ως άνω αναπτυξιακός νόμος για τις ξενοδοχειακές μονάδες. Ο εφεσίβλητος είναι πολιτικός μηχανικός με εξειδίκευση στην εκτέλεση εργασιών αποκατάστασης ζημιών και ενίσχυσης του φέροντος οργανισμού και ενίσχυσης δομικών στοιχείων του φέροντος οργανισμού του διατηρητέου ακινήτου ιδιοκτησίας της. Προς τούτο ο εφεσίβλητος διενήργησε αυτοψία στο ως άνω ακίνητο και αφού ήλθε σε συνεννόηση με την Ό. Κ. και έλαβε γνώση των στοιχείων και σχεδίων που τέθηκαν υπόψη του, συνέταξε την υπ’ αριθμ. ...2-7-2002 κοστολόγηση εργασιών, στην οποία αναφέρονται λεπτομερώς οι απαιτούμενες εργασίες και το κόστος καθεμίας ως ακολούθως : Α) Εκσκαφές - Καθαιρέσεις : Οι εργασίες θα γίνουν χειρωνακτικά με χρήση κομπρεσέρ. Καθαιρέσεις, αποξηλώσεις επιχρισμάτων στις θέσεις ενισχύσεων, γενικές εκσκαφές, ειδικές εκσκαφές για τα θεμέλια των τοίχων. Ακμολόγηση - καθαρισμός επιφανειών τοίχων. Στο κόστος περιλαμβάνεται η απομάκρυνση των μπάζων από τα σημεία εργασίας μέχρι το πεζοδρόμιο. Κόστος 3.520 ευρώ. Β) Μανδύες από οπλισμένο εκτοξευόμενο σκυρόδεμα gunite : Κατασκευή μανδυών από εκτοξευόμενο σκυρόδεμα ξηράς αναμείξεως (dry mix gunite), με προμήθεια όλων των υλικών (αδρανή, σιδηροπλισμοί, βλήτρα κλπ.) και εργασίες σύμφωνα με τα σχέδια της μελέτης. Η τιμή μονάδας καθορίζεται ανά τετρ. μέτρο παράπλευρης ανοιγμένης Τελικής επιφάνειας του επισκευασμένου φέροντος στοιχείου. Β1) Μανδύες gunite - τοιχοποιίες: Κατασκευή μανδυών gunite μέσου πάχους 6 εκατοστών με πλέγμα και σιδηροπλισμό εσχάρα….. Κατασκευή φωλεών και βλήτρα αγκύρωσης στα λιθοσώματα. Τα ανοίγματα προσμετρώνται στις επιφάνειες των μανδυών. Τιμή μονάδας 90 ευρώ ανά τετρ. μέτρο κάθε παρειάς. Προμέτρηση 500 τ.μ. Κόστος 500 Χ 90 = 45.000 ευρώ. Γ) Θεμελιολωρίδες τοιχοποιίας: Κατασκευή θεμελίων μανδύων gunite διαστάσεων 25/50 εκ. με υλικά, εργασία και εκσκαφές. Τιμή μονάδας 118 ευρώ ανά τρέχον μέτρο. Προμέτρηση 40 τρέχοντα μέτρα. Κόστος 40Χ118 = 4.720 ευρώ. Δ)Ενίσχυση δοκίδων ξύλινων δαπέδων : Ενίσχυση διαδοκίδων με χαλυβοελάσματα διαστάσεων 100 Χ 4 χιλ. με προμήθεια υλικών και εργασίες. Τιμή μονάδας 65 ευρώ ανά τρέχον μέτρο. Προμέτρηση 50 τρέχοντα μέτρα. Κόστος 50 Χ 65 = 3.250 ευρώ. Ε)Απρόβλεπτες εργασίες: 325 ευρώ, ΣΤ)Στατική μελέτη ενισχύσεων 4.400 ευρώ. Ζ)Διαδικασία έγκρισης - έκδοση οικοδομικής άδειας: Κόστος 2.350 ευρώ. Συνολικό κόστος ενισχύσεων 63.565 ευρώ. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι το τελικό κόστος θα καθοριστεί με την επιμέτρηση μετά το πέρας των εργασιών και ότι σε αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται: 1)ο ΦΠΑ 18% του τιμολογίου που θα εκδοθεί 2)ασφαλιστικές εισφορές ΙΚΑ των οικοδόμων..., 3)αποκατάσταση οικοδομικών μερεμετιών που δημιουργούνται στις θέσεις επεμβάσεων αποκατάστασης (επιχρίσματα, χρωματισμοί, υδραυλικά, ηλεκτρικά κ.λπ.) 4)αποκομιδή και απομάκρυνση των μπάζων προς χωματερή και 5)η παροχή τριφασικού ρεύματος και νερού, ενώ αναφέρεται επίσης ότι η διάρκεια εκτέλεσης του έργου είναι εξήντα (60) εργάσιμες ημέρες. Το προαναφερόμενο έγγραφο (κοστολόγηση εργασιών) έθεσε ο εφεσίβλητος υπόψη της εκκαλούσας, η οποία συμφώνησε με όσα αναφέρονται σ’ αυτό, ακολούθως δε υπεγράφη τούτο από αμφότερους τους διαδίκους και ειδικότερα η τελευταία έθεσε την υπογραφή της κάτω από την έντυπη ένδειξη "ΕΓΙΝΕ ΑΠΟΔΕΚΤΗ". Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα προκύπτει ότι η επίδικη σύμβαση έργου καταρτίστηκε μεταξύ εκκαλούσας και εφεσίβλητου, υπό την ιδιότητά τους ως εργοδότριας και εργολάβου αντίστοιχα και όχι μεταξύ της Ό. Κ. ως εργοδότριας - εργολάβου και του εφεσίβλητου ως υπεργολάβου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση έφεσης. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι το επίδικο έργο εκτελέστηκε από τον εφεσίβλητο, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτού και της εκκαλούσας και αποπερατώθηκε στις 21-1-2003, οπότε και συντάχθηκε από αυτόν η υπ’ αριθ. πρωτ. …21-1-2003 πιστοποίηση λογαριασμού εργασιών, η οποία έχει ως εξής : Α) Εκσκαφές - Καθαιρέσεις : κόστος 3.520 ευρώ. Β) Μανδύες από οπλισμένο εκτοξευόμενο σκυρόδεμα gunite : Β1) Μανδύες gunite - τοιχοποιίες: τιμή μονάδας 90 ευρώ / τετρ. μέτρο κάθε παρειάς, επιμέτρηση 560 τετρ. μέτρα, κόστος 560 Χ 90 = 50.400 ευρώ. Γ) Θεμελιολωρίδες τοιχοποιίας : τιμή μονάδας 118 ευρώ / τρέχον μέτρο, επιμέτρηση 35 τρέχοντα μέτρα, κόστος 35 Χ 118 = 4.130 ευρώ. Κόστος ενισχύσεων (συνολικό) : 58.050 ευρώ. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στην εν λόγω πιστοποίηση, στο κόστος δεν συμπεριλαμβάνονται : 1)ο Φ.Π.Α. 18% του τιμολογίου που θα εκδοθεί, 2)ασφαλιστικές εισφορές Ι.Κ.Α. των οικοδόμων (= 6.350 ευρώ), 3)αποκατάσταση οικοδομικών μερεμετιών που δημιουργούνται στις θέσεις των επεμβάσεων αποκατάστασης (επιχρίσματα, χρωματισμοί, υδραυλικά, ηλεκτρικά κλπ), 4)αποκομιδή και απομάκρυνση των μπάζων προς χωματερή και 5)η παροχή τριφασικού ρεύματος και νερού. Το επίδικο έργο παρέλαβε ανεπιφύλακτα κατά την ως άνω ημερομηνία (21-1-2003) η Ό. Κ. ενεργώντας ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της εκκαλούσας. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι η αγωγή του εφεσίβλητου επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 28-8-2007 ... επομένως, από το τέλος του έτους εντός του οποίου παραδόθηκε το έργο έως την άσκηση της αγωγής δεν είχε παρέλθει πενταετία, ώστε η ένδικη αξίωση του τελευταίου να υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 5 Α.Κ. ... Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι, έναντι της ως άνω οφειλής της προς τον εφεσίβλητο, η εκκαλούσα κατέβαλε σ’ αυτόν το συνολικό ποσό των 19.600 ευρώ με την παράδοση δύο επιταγών, τις οποίες εισέπραξε ο τελευταίος και συγκεκριμένα : α) της υπ’ αριθ. ... επιταγής της Ε.Τ.Ε., ποσού 17.000 ευρώ, πληρωτέας σε διαταγή του εφεσίβλητου, η οποία εκδόθηκε την 1-4-2003 από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ".... ...", της οποίας νόμιμη εκπρόσωπος είναι η εκκαλούσα, που υπογράφει στη θέση του εκδότη και κάτω από τη σφραγίδα με την εταιρική επωνυμία, και β)της υπ’ αριθ. ... επιταγής της Ε.Τ.Ε., ποσού 2.600 ευρώ, πληρωτέας σε διαταγή του εφεσίβλητου, η οποία εκδόθηκε την 11-6-2003 από την ίδια ως άνω ανώνυμη εταιρεία νόμιμα εκπροσωπούμενη από την εκκαλούσα. Άλλη καταβολή εκ μέρους της εκκαλούσας προς τον εφεσίβλητο έναντι της ως άνω οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής του δεν αποδείχθηκε και ιδίως με παράδοση σ’ αυτόν και είσπραξη από τον ίδιο της υπ’ αριθ. ... επιταγής της Τράπεζας Εurobank, ποσού 43.000 ευρώ, έκδοσης του Π. Κ., πεθερού της Ό. Κ., τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα ... περί εξόφλησης της ένδικης οφειλής, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν Κατά συνέπεια, η οφειλή της εκκαλούσας προς τον εφεσίβλητο διαμορφώνεται ως εξής : 58.050 ευρώ - 19.600 = 38.450 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 19% (όπως ορίστηκε το ποσοστό του Φ.Π.Α. από τον Απρίλιο του έτους 2005 με το άρθρο 12 Ν. 3336/2005) = 45.755,50 ευρώ - 1.153,50 ευρώ η παρακράτηση φόρου 3% επί του κόστους των εργασιών (την οποία κατέβαλε η εκκαλούσα) = 44.602 ευρώ ...". Σύμφωνα με τα ανωτέρω: Α)Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει επαρκή, σαφή και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό της. Ειδικότερα: 1)το δικαστήριο της ουσίας σαφώς δέχεται, ότι το με αρ. πρωτ. ...2.7.2002 έγγραφο κοστολόγησης εργασιών, τέθηκε υπ’ όψη από τον αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα, η οποία "συμφώνησε με όσα αναφέρονται σ’ αυτό, ακολούθως δε υπεγράφη τούτο από αμφοτέρους τους διαδίκους και ειδικότερα η τελευταία έθεσε την υπογραφή της κάτω από την έντυπη ένδειξη "έγινε αποδεκτή"... Κατά ταύτα, είναι σαφές, πως το Εφετείο, δέχεται ανέλεγκτα (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η ένδικη σύμβαση και δεν αρκείται στα περί απλής πρότασης για κατάρτιση σύμβασης, ως υπολαμβάνει και ήδη υποστηρίζει η αναιρεσείουσα προσθέτοντας και ετέρα περιστατικά, Β)σαφώς η προσβαλλόμενη απόφαση, με εκτενή αιτιολογία δέχεται, ότι "... η επίδικη σύμβαση έργου καταρτίστηκε μεταξύ της εκκαλούσας και εφεσιβλήτου, υπό την ιδιότητά της ως εργοδότριας και εργολάβου αντίστοιχα...". Επομένως, ουδόλως μπορεί να γίνει λόγος, ως εκτιμά η αναιρεσείουσα, πως υπάρχουν "... κενά και αδιευκρίνιστα στοιχεία σε σχέση και με το πρόσωπο του αντισυμβαλλόμενου ...". Γ)Στην απόφαση αναφέρεται, προσέτι, ότι "...το επίδικο έργο ... αποπερατώθηκε στις 21.1.2003 ... και το παρέλαβε ανεπιφύλακτα κατά την ως άνω ημερομηνία (21.1.2003) η Ό. Κ. ενεργώντας ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της εκκαλούσας...". Τούτο, άλλωστε, αναφέρεται ρητά και στην αγωγή (σελ.5). Το αν, η ήδη αναιρεσείουσα έχει "... ερωτηματικά, ως προς το χρόνο σύνταξης της επιμέτρησης και για την πιθανή αθέμιτη σύμπραξη του αναιρεσιβλήτου με την έγερση της αγωγής...", δεν είναι ζήτημα το οποίο μπορεί να θεωρηθεί, ότι συνιστά έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Δ)η τελευταία σαφώς απορρίπτει, με εκτενή αιτιολογία, την ένσταση εξόφλησης της αναιρεσείουσας. Ούτε μπορεί να θεμελιώσει τον αναιρετικό λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, το ότι το Εφετείο δεν διευκρινίζει "δια ποίας αιτίας συνδέεται ο πεθερός της Κ. με τον αναιρεσίβλητο και για ποιο λόγο να του παραδόθηκε;...", αφού τούτο δεν αποτελεί λόγο ουσιαστικής έρευνας και κείται εκτός του αντικειμένου της δίκης. Ε)δεν αποτελεί, επίσης, έλλειψη αιτιολογίας ή αντιφατική αιτιολογία, το ότι, ενώ από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) εξάγεται, ότι η πρώτη επαφή των μερών, έλαβε χώρα τον μήνα Ιούνιο του έτους 2002 ..., το Εφετείο δέχεται, ότι η σύμβαση καταρτίστηκε στις 2.7.2002. Και τούτο γιατί στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται αναλυτική αναφορά στην κατάρτιση του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού των μερών στις 2.7.2002. Ακόμη, είναι σαφείς και όχι αντιφατικές οι παραδοχές της απόφασης, ως προς την ιδιότητα της Ό. Κ., ως αυτές ήδη, αναλυτικά, εκτέθηκαν. Η αναιρεσείουσα, παραθέτει στο αναιρετήριο σειρά προσωπικών της αποριών και ερωτημάτων, για τους λόγους της μη εμπρόθεσμης αποπεράτωσης του έργου, κάνει αναφορά προς υποστήριξη των σκέψεών της, στα διδάγματα της κοινής πείρας, εκτιμά το ποίος, γενικώς, πρέπει να παρίσταται στην αποπεράτωση ενός έργου, παραπονείται, γιατί η απόφαση δεν διευκρινίζει, αν παρέστη ο ίδιος ή αντιπρόσωπός του στην επιμέτρηση και στην παράδοση του έργου, αρνείται την ιδιότητα της Ό. Κ. ως αντιπροσώπου της ("δήθεν αντιπρόσωπος..."), διαπορεί, γιατί η επιμέτρηση απεστάλη με "ΦΑΞ" και όχι διαφορετικά και, εν γένει, κάνει εκτενή αναφορά στις αποδείξεις, τις οποίες επανεκτιμά, σύμφωνα με τις δικές της προσεγγίσεις, δίδει σ’ αυτές άλλο περιεχόμενο και, γενικά, θεωρεί, ότι η μη απάντηση του Εφετείου στα ως άνω ερωτήματα, αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, το δικαστήριο της ουσίας, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα λοιπά, από μέρους της αναιρεσείουσας προβαλλόμενα, αποτελούν, απαράδεκτες αιτιάσεις, εφ’ όσον αναφέρονται σε θέματα ουσίας και εκτίμηση των αποδείξεων, που βρίσκονται πέραν της έρευνας του παρόντος δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, οι λόγοι της αναίρεσης, που προβάλλουν την από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια (πρώτος και δεύτερος κατά τα οικεία μέρη τους και τέταρτος στο σύνολο του (στοιχεία α, β, γ, δ) είναι αβάσιμοι. Β)Η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον, αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς και όχι για τη διαπίστωση αυτών (ΑΠ 1652/2009, ΑΠ 2075/2007). Όχι, δηλαδή, όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1662/2010). Περαιτέρω, η νομιμοποίηση του διαδίκου, απορρέει, κατά κανόνα, από το νόμο και, κυρίως, από διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου η, ενίοτε, και του δικονομικού δικαίου. Όποιος εμφανίζεται, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται, κατ’ αρχήν, ως ενάγων ή εναγόμενος, αντιστοίχως. Ο λόγος αναίρεσης, ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δεν υπάρχει, ή υπάρχει, ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση, στηρίζεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 18/2005). Αν, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποίησης σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή απορρίπτεται, ως απαράδεκτη (αόριστη) και ο σχετικός αναιρετικός λόγος στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1582/2008). Αν η έλλειψη νομιμοποίησης, συνδέεται με τις παραδοχές της απόφασης επί της ουσίας, στηρίζεται ο λόγος αυτός στο άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ. Τέλος, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του περιστατικά της αγωγής, που στηρίζουν τη νομιμοποίηση, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ (ΑΠ 354/2008). Στην ερευνώμενη περίπτωση: α)όπως προκύπτει, από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) της ένδικης αγωγής, αυτή περιέχει, όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται για να είναι ορισμένη, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που στην αρχή αναφέρθηκαν. Ειδικότερα, σ’ αυτή αναφέρονται, αναλυτικά, η σύμβαση έργου, οι όροι της, η προσφορά προς παράδοση και η παράδοση του έργου, οι τιμές του έργου κατά μονάδα, αναλυτικά, η αμοιβή και ο τρόπος καταβολής της, όπως και όλα τα στοιχεία για τη θεμελίωση της παθητικής νομιμοποίησης του αναιρεσίβλητου, αλλά και της ενεργητικής της αναιρεσείουσας. Το δε Εφετείο, με σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αντιμετωπίζει το θέμα της αοριστίας της αγωγής και της παθητικής νομιμοποίησης του ήδη αναιρεσίβλητου. Επομένως, οι σχετικές από το άρθρο 559 αρ.1, 8 και 14 ΚΠολΔ αιτιάσεις, που αναφέρονται στους πρώτο και τρίτο λόγους της αναίρεσης, είναι αβάσιμες. Γ)Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που έκανε δεκτά, στους κανόνες των άρθρων 681 και 694 ΑΚ, τα οποία και ορθά εφήρμοσε. Το ότι στην απόφαση γίνεται αναφορά στην πρόθεση της αναιρεσείουσας να εντάξει το έργο στον αναπτυξιακό νόμο 2601/1998, δεν έχει την έννοια, ως η αναιρεσείουσα υπολαμβάνει, πως έπρεπε να εφαρμοστεί το Ν.Δ. 694/1974 (άρθρ. 80, 83, 90, 91, 92 και 93) σε συνδυασμό με τα άρθρα 185, 683, 697 και 698 ΑΚ. Κατά ταύτα, η προβαλλόμενη συναφώς, με το οικείο μέρος του πρώτου αναιρετικού λόγου, πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη. Για τους ήδη δε αναφερθέντες λόγους, είναι αβάσιμη και η προβαλλόμενη από την ίδια διάταξη, με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους, πλημμέλεια για μη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας (και των συναλλακτικών ηθών), τα οποία δεν προσδιορίζονται, αλλά και συνδέονται, απαραδέκτως, με τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Δ)Περαιτέρω, σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα, ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ.5, 252 και 253 ΑΚ. Η αναιρεσείουσα, προβάλλει, ότι η αξίωση του αναιρεσιβλήτου παρεγράφη, μεταθέτει το χρόνο "όχλησης η διαμαρτυρίας το πρώτο τον Αύγουστο του έτους 2007, ήτοι μετά παρέλευση 5 και πλέον ετών...", πράγμα, όμως, που αποτελεί, επανεκτίμηση αποδείξεων, απαράδεκτη στο παρόν δικαστήριο (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Άλλωστε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διαλαμβάνει συναφώς πλήρη αιτιολογία απαντώντας σαφώς στον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας. Άρα, ο συναφής από το άρθρο 559 αρ.1 και 8 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης (κατά το σχετικό μέρος του), είναι αβάσιμος.
IV. Κατά το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αν προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, από την απόφαση, πως ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που, νόμιμα, προσκομίστηκαν, ο λόγος είναι αβάσιμος (ΑΠ Ολ. 2/2008). Δεν είναι, όμως, απαραίτητο να γίνεται αναλυτικά, ειδική μνεία και αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, ούτε να συγκεκριμενοποιείται η αποδεικτική βαρύτητα καθ’ ενός από αυτά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος, δεχόμενο, ότι το έγγραφο περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα τα οποία, όντως, περιλαμβάνει, όχι όμως, όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό. Και τούτο, διότι, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. (Ολ. ΑΠ 25/2011). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί, ειδικά, το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007). Όπως, ήδη, ως άνω αναφέρθηκε, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της, για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης της, μάρτυρες και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ειδικώς μνημονευόμενα ή μη, όπως και μία ένορκη βεβαίωση. Κατά ταύτα, δεν καταλείπεται αμφιβολία, σε συνδυασμό και με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν νόμιμα, όπως και όσα θεωρεί, ως μη προσκομισθέντα, η αναιρεσείουσα. Ειδικότερα: α)ελήφθησαν υπόψη και τα αναφερόμενα στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης. Άλλωστε, η προβαλλόμενη ως απαράδεκτη διόρθωση του δικογράφου της αγωγής, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσίβλητος, ενώ στο δικόγραφο της αγωγής αναφέρει, πως η ανάθεση της κατασκευής του έργου είχε γίνει από την αναιρεσείουσα δι’ εκπροσώπου της, ενώ μετέπειτα διορθώθηκε, στο ότι η ανάθεση έγινε επ’ ευθείας, δεν βαρύνει, εφ’ όσον οδηγεί στο αυτό έννομο αποτέλεσμα (άρθρ. 224 ΚΠολΔ) και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης απαντούν σαφώς στο ως άνω παράπονο. Β)ελήφθησαν υπόψη και τα λοιπά έγγραφα (μήνυση, αγωγή, 35/2005 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου, επίδοση εξώδικης διαμαρτυρίας, υπεύθυνη δήλωση, επιταγή της ΕΤΕ). Άρα, οι τα αντίθετα (από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ) προβάλλοντες πρώτος, δεύτερος και τρίτος (ως εκτιμάται) λόγοι αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος τους, είναι αβάσιμοι. Το αυτό δε, πρέπει να γίνει δεκτό για τα αναφερόμενα στο δεύτερο αναιρετικό λόγο, για λήψη υπόψη εγγράφου, που δεν προσκομίστηκε, δοθέντος ότι το Εφετείο κάνει ειδικό λόγο για το ...2.7.2002 έγγραφο, αν τούτο θεωρηθεί (αφού σ’ αυτό κυρίως αναφέρεται), ότι νοεί η αναιρεσείουσα. Ακόμη, το αν προσκομίστηκε ή μη η ...7/10.4.2004 μεταχρονολογημένη δίγραμμη επιταγή, δεν βαρύνει, αφού το Εφετείο, δεν αναφέρεται ειδικώς σ’ αυτή, αλλά δέχεται, ότι δεν αποδείχθηκε η καταβολή ποσού 43.000 ευρώ με αυτή. Οι ουσιαστικές δε παραδοχές του Εφετείου κείνται εκτός του αντικειμένου ερεύνης του παρόντος δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Άλλωστε, η μνεία του δικαστηρίου, ότι προσκομίστηκαν ή δεν προσκομίστηκαν κάποια αποδεικτικά μέσα, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 63/1987, ΑΠ 552/1986).
Συνεπώς και ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, κατά το ως άνω μέρος του, είναι αβάσιμος. Γ)Περαιτέρω, με βάση τα παραπάνω, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία, σε κάθε περίπτωση, ουδόλως συγκεκριμενοποιείται. Δ)Ακόμη, ουδόλως προκύπτει παραμόρφωση του ...2.7.2002 εγγράφου (κοστολόγηση εργασιών), στο οποίο, σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν, εκτενώς αναφέρθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Το αν, σ’ αυτό υπάρχει μόνο πρόταση για κατάρτιση σύμβασης, όντως έγινε ή μη αποδοχή του, αν από το έγγραφο αυτό ελλείπουν ή μη ουσιώδη στοιχεία (όγκος, επιφάνειες, υλικά κλπ), δεν αποτελούν παρά διαφορετικές ουσιαστικές προσεγγίσεις και αξιολογήσεις του περιεχομένου του συγκεκριμένου εγγράφου από μέρους της αναιρεσείουσας, οι οποίες, όμως, δεν συνιστούν την ως άνω πλημμέλεια, για τους νομικούς λόγους που προαναφέρθηκαν.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το οικείο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ μέρος του, είναι αβάσιμος.
Κατά τα ήδη αναφερθέντα: α)το Εφετείο δεν δέχεται την από 2.7.2002 γραπτή προσφορά-κοστολόγηση εργασιών, ως ολοκληρωμένη σύμβαση έργου όπως και ήδη ανωτέρω αναλύθηκε β)τα περί της ακριβούς ιδιότητας της Ό. Κ. - Κ. (αν ελάμβανε οδηγίες και από ποιόν, αν ήταν αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας ή όχι, γιατί δεν γίνεται δεκτό πως ήταν η αληθής εργολάβος του έργου), η αξιολόγηση της έννομης συνέπειας των στην απόφαση αναφερόμενων επιταγών, το αν το έργο αποπερατώθηκε μέσα στις νόμιμες προθεσμίες, η αναφορά στα διδάγματα της κοινής πείρας, για το πότε λαμβάνει χώρα η εκτέλεση του έργου, το αν είναι αυθαίρετη ή μη η ακριβής ημερομηνία της σύνταξης της επιμέτρησης, δεν αποτελούν θέματα ελλιπούς αιτιολογίας, αλλά επανεκτίμηση των αποδείξεων, που ήδη, δεν εισάγεται παραδεκτά για κρίση (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει τις από το άρθρο 559 αρ.19 και 559 αρ.1 (χωρίς ειδικότερες αιτιάσεις) ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.12 παρ.2 Ν.4055/2012) και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Ιανουαρίου 2014 αίτηση της Γ. Ν. Τ. προς αναίρεση της 4747/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ