Legislator Case Law & Legislation
233/2015 AI generated

233/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 233/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. 2 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.

Legislator headnote

AI generated

233/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας αν τούτο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή πραγματικούς ισχυρισμούς που στηρίζουν κατά νόμο την αγωγή ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας.

Keywords

AI generated
termination of residential lease access to property depreciation of remaining property downzoning partial expropriation abandonment of expropriation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 233 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 233/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Γ. του Χ., 2) Β. Γ. του Χ., κατοίκων ... και 3) Κ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιούμα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα καθώς και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Ηπείρου, που κατοικοεδρεύει στα ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως, που κατατέθηκε στο Εφετείο Κερκύρας και συνεκδικάστηκε με την από 4-12-2012 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, καθώς και με αιτήσεις, ανταιτήσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις άλλων προσώπων, που επίσης δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 132/2013 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-6-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς διάβασε την από 7-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 17-6-2014 αιτήσεως για αναίρεση της 132/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας ως προς τους πρώτο και τέταρτο (εν μέρει) λόγους αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. 2 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε ότι με την 1081181/3626/ Δ0010/21-7-2010 κοινή Υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση της οδού Ηγουμενίτσας - Πρέβεζας για το τμήμα Καρτερίου μέχρι Πάργα στην περιοχή του Δήμου Μαργαριτίου Νομού Θεσπρωτίας.

Κατά τον προσδιορισμό όμως της αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων έλαβε υπόψη την αξία που είχαν αυτά κατά το χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως για προσδιορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας (22-3-2012) και όχι εκείνη του χρόνου συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της συζήτησης που έγινε ενώπιόν του (20-9-2013), παρόλο που είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον του έτους από τη συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. 'Ετσι που έκρινε παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. 2 ν. 2882/2001 με εσφαλμένη εφαρμογή και άρα ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. 2.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας αν τούτο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή πραγματικούς ισχυρισμούς που στηρίζουν κατά νόμο την αγωγή ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ανεπάρκεια αιτιολογίας ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο για τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομεινόντων από την επίδικη απαλλοτρίωση ακινήτων των αναιρεσειόντων, ήτοι για ένα τμήμα 1.638,96 τ.μ. και τμήμα 5.835,32 τ.μ. (Κ.Α. 054026), για άλλο τμήμα 8.591,75 τ.μ. (Κ.Α. 054031) και τμήμα 12.323 τ.μ. (Κ.Α. 054071), δέχθηκε τα ακόλουθα: "Επίσης από τα ίδια πιο πάνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι ορισμένα από τα τμήματα των ακινήτων τα οποία απέμειναν στους ιδιοκτήτες τους μετά την απαλλοτρίωση μέρους αυτών, όπως κατωτέρω παρατίθενται, υπέστησαν σημαντική μείωση της αξίας τους σε σχέση με την κατά προορισμό χρήση τους, είτε γιατί κατέστησαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, είτε γιατί είναι μεν άρτια, αλλά όχι οικοδομήσιμα λόγω των περιορισμών στις αποστάσεις των κτισμάτων που προβλέπονται από το Π.Δ. 24-5-1985.

Η παράμετρος αυτή λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από τους μελλοντικούς αγοραστές των ακινήτων αυτών και επιδρά σπουδαίως στην αξία διαθέσεώς τους, γι' αυτό και έλαβε υπόψη η αρμόδια επιτροπή προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, το γεγονός αυτό και εισηγήθηκε θετικά και με πλήρη αιτιολογία για την αναγνώριση αυτή περί μειώσεως της αξίας των ακινήτων αυτών στις οικείες εκθέσεις της, επί αντιστοίχου αιτήματος των ενδιαφερομένων προς αυτήν.

Κατ' ακολουθία πρέπει να προσδιοριστεί με την παρούσα απόφαση ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα που απομένουν στους ιδιοκτήτες, λαμβανομένων δε υπόψη της κατάστασης των ακινήτων πριν την απαλλοτρίωση, τη σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων των κατωτέρω ακινήτων και της οικονομικής τους εκμεταλλεύσεως, κρίνεται ότι η ζημία που θα επέλθει μετά βεβαιότητος μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος θα ανέλθει στο κατωτέρω αναφερόμενο για κάθε περίπτωση ποσοστό".

Στη συνέχεια καθόρισε πρόσθετη αποζημίωση για το εναπομένον ακίνητο εμβαδού 1.638,96 τ.μ. σε ποσοστό 60% της αξίας του, για το άλλο τμήμα εμβαδού 5.835,32 τ.μ. δέχτηκε ότι δεν υπάρχουν λόγοι για παροχή πρόσθετης αποζημίωσης, ενώ για το εναπομένον τμήμα ακινήτου, εμβαδού 8.591,75 τ.μ. (Κ.Α. 054031) δέχτηκε μείωση της αξίας του 15% και τέλος για το τμήμα του εναπομείνοντος ακινήτου εμβαδού 12.323 τ.μ. (Κ.Α. 054071) δέχτηκε ότι δεν μειώνεται η αξία του και δεν υφίσταται λόγος πρόσθετης αποζημιώσεως.

Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση από 4-12-2012 (αριθ. κατ. 239/2012) αίτηση των αναιρεσειόντων, σχετικά με τα περιστατικά που εξειδικεύουν τη μείωση της αξίας των αναπομεινάντων τμημάτων των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων. Άρα ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες κατά τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα ακίνητα εμβαδού 1.638,96 τ.μ. (Κ.Α. 054026) και 8.591,75 τ.μ. (Κ.Α. 054031), που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο αν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά υπήχθησαν ορθά ή όχι στη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 ν. 2882/2001.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος ως προς τα ανωτέρω δύο ακίνητα. 'Όμως ως προς τα τμήματα ακινήτων εμβαδού 5.835,32 τ.μ. (Κ.Α. 054026) και 12.323 τ.μ. (Κ.Α. 054071) διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μειώσεως της αξίας, αφού δεν εξηγεί σαφώς για ποιό λόγο δεν μειώθηκε και αυτών η αξία, ενόψει του ισχυρισμού των αιτούντων (αναιρεσειόντων) ότι μειώθηκε η δυνατότητα οικοδόμησής τους, αφού δεν μπορεί να γίνει σ' αυτά οικοδομή λόγω των αποστάσεων που απαιτείται να έχουν τα κτίρια από τον άξονα εθνικών οδών και το όριο του ακινήτου (άρθρ. 2 παρ. 1 Π.Δ. 209/11998 και άρθρ. 1 παρ. 5 Π.Δ. 24/31-5-1985), και ότι το δεύτερο ακίνητο επιπλέον έχει πολύ μεγάλη υψομετρική διαφορά, που είναι 6 μέτρα και έχει δημιουργηθεί μεταξύ της νέας Ε.Ο. και αυτού, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η πρόσβαση σε αυτή. Η ανεπάρκεια αυτή καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη υπαγωγής των περιστατικών που έγιναν δεκτά στην ανωτέρω διάταξη. Επομένως είναι βάσιμος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ως προς τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα εμβαδού 5.835,32 τ.μ. (Κ.Α. 054026) και 12.323 τ.μ. (Κ.Α. 054071).

3. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 3 προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρα (ήδη πενήντα μέτρα κατ' άρθρ. 14 παρ. 1 ν. 1349/1983), οι ωφελούμενοι παρόδιοι, ιδιοκτήτες εκάστης πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (ήδη εικοσιπέντε μέτρα κατ' άρθρ. 14 παρ. 1 ν. 1349/1983), δια συμμετοχής τους στις δαπάνες απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων υπό των οδών αυτών ακινήτων, ωφελούμενοι δε παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών.

Έτσι εισάγεται με τη διάταξη ειδικότερα της παρ. 3 του ως άνω άρθρου τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ' αυτή. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη εθνικής οδού. 'Ηδη το τεκμήριο αυτό ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 και κρίνεται από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο.

Κατά συνέπεια, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλ' αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί αποδεικνύοντας τα αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκταση και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως και γι' αυτή.

Εξάλλου, ως αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων θεμελιώνει τον από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, που συνιστούν το αποδεικτικό του πόρισμα, και δη όταν η αγωγή κρίθηκε βάσιμη ή αβάσιμη ουσιαστικά, οι παραδοχές του για τη συνδρομή ή έλλειψη των περιστατικών που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής (ή αιτήσεως).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με την από 4-12-2012 αίτησή τους (αριθ. κατ. 239/2012) ζήτησαν, εκτός των άλλων, να αναγνωρισθεί ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφελείας του ν. 653/1977 για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους από τη διάνοιξη της επίδικης οδού και ότι δεν έχουν υποχρέωση προς αυτοαποζημίωση. Το Εφετείο σχετικά με το αίτημα αυτό, ως προς τις αυτοαποζημιούμενες εδώ εκτάσεις των αναιρεσειόντων εμβαδού 2.917,66 τ.μ.

και 819,48 τ.μ. (Κ.Α. 054026), 860,64 τ.μ. (Κ.Α. 054031) και 1.156,02 (Κ.Α. 054071), δέχτηκε ανελέγτως τα εξής: "Η παλαιά εθνική οδός Ηγουμενίτσας - Πρέβεζας, ήταν μικρού πλάτους και είχε πολλές και επικίνδυνες στροφές, γι' αυτό και αποφασίστηκε η διαπλάτυνσή της και ο εκσυγχρονισμός της σε σύγχρονο αυτοκινητόδρομο, που να καταλήγει στον Λιμένα Ηγουμενίτσας δια μέσου της Εγνατίας Οδού, ο οποίος λιμένας αναβαθμίστηκε τα τελευταία χρόνια και γι' αυτό εγένοντο οι υπό κρίση απαλλοτριώσεις.

Με την βελτίωση και εκσυγχρονισμό της οδού αυτής, η οποία σημειωτέον είναι συγχρόνων προδιαγραφών, που καθιστά ευκολότερη, ασφαλέστερη και ταχύτερη την πρόσβαση στα μέρη από τα οποία διέρχεται, αναβαθμίστηκαν τόσο τα γειτονικά ακίνητα όσο και η ευρύτερη περιοχή. Άλλωστε τούτο επιβεβαιώνεται και από τον μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο, ο οποίος καταθέτει ότι δεν εγένοντο μέχρι τότε μεταβιβάσεις ακινήτων διότι ανέμεναν οι ιδιοκτήτες των αγρών την δημιουργία της οδού, υπονοώντας ότι ούτω θα αποκτούσαν μεγαλύτερη αξία τα ακίνητά τους.

Ρητά, εξάλλου ο μάρτυρας καταθέτει ότι τα οικόπεδα έχουν αποκτήσει αξία λόγω της κατασκευής της Εθνικής Οδού.

Συνεπώς, τα εναπομείναντα των απαλλοτριωθέντων τμημάτων τους ακίνητα, ωφελήθηκαν εκ της διανοίξεως της οδού αυτής. Εξ ετέρου η οδός αυτή είναι επαρκώς προσβάσιμη, έχει παράπλευρους αγροτικούς δρόμους και ευκόλως εισέρχεται κάποιος σ' αυτήν, διότι έχει πλείστες όσες θέσεις εισόδου σε όλο το μήκος της".

Στην συνέχεια απέρριψε το σχετικό αίτημα ως αβάσιμο. Το ανωτέρω αρνητικό αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου είναι επαρκές και χωρίς αντιφάσεις, αφού περιέχει τα περιστατικά που είναι αναγκαία, προκειμένου να κριθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις άρσεως του τεκμηρίου ωφελείας.

Επομένως, οι αντίθετοι, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα αναφερόμενα κεφάλαια στους πρώτο και τέταρτο (εν μέρει) λόγους αναιρέσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα του από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ τρίτου λόγου της. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν και προτάσεις, μειωμένη όμως κατ' άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957.

Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 132/2013 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ανωτέρω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Και Διατάζει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο με αριθμούς διπλοτύπων Α077270, 077271, 077272 και Α1612996, 1612997 και 1612998 Δημοσίου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ