233/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 233 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 233/2011
Legislator headnote
AI generated233/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 233 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 233/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 233 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 233/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Κ. του Κ.-Κ., κατοίκου ..., 2) Ε. θυγατέρας Ι. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Πατρινό και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Γλύκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/9/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3490/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 678/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των ως άνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/12/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 1/9/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 678/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς και της συμπροσβαλλομένης υπ' αριθμ. 3490/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών και μη δυναμένων να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, προκύπτει ότι, εάν ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αυτή (έφεση) γίνει τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, διότι, εάν μεν η έφεση γίνει δεκτή κατ' ουσία, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται και παύει να ισχύει, εάν δε η έφεση απορριφθεί κατ' ουσία, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου (Ολ.ΑΠ 40/1996). Επομένως η υπό κρίση αναίρεση, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της υπ'αριθμ.3490/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η κατά της οποίας ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση, κρίθηκε τυπικά δεκτή και μετά από ουσιαστική έρευνα, απορρίφθηκε κατ' ουσία, με τη συμπροσβαλλομένη υπ'αριθμ.678/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, στην οποία ενσωματώθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη.
Το Εφετείο, δικάζον επί της έφεσης, της ασκηθείσας από τους εναγομένους-νυν αναιρεσείοντες, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας-νυν αναιρεσίβλητης-εκμισθώτριας, με την οποία ζητούσε την καταψήφιση των αιτουμένων στην αγωγή της ποσών, δέχθηκε, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ότι οι εναγόμενοι, ο πρώτος ως μισθωτής και η δεύτερη ως εγγυηθείσα την καλή εκτέλεση της μισθωτικής συμβάσεως, παραιτηθείσα από την ένσταση διζήσεως και ευθυνόμενη ως πρωτοφειλέτιδα, οφείλουν στην ενάγουσα τα αιτούμενα ποσά, για καθυστερούμενα μισθώματα, για συμπλήρωση της εγγυήσεως, για ασφάλιστρα του μισθίου και για δημοτικά τέλη και περαιτέρω, κρίνοντας την υπό των εναγομένων προβληθείσα ένσταση εξοφλήσεως, την οποία (και μόνον) αφορούν οι λόγοι αναίρεσης, δέχθηκε τα εξής: "Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν στον πρώτο βαθμό με τις προτάσεις τους και επαναλαμβάνουν στον παρόντα βαθμό με την έφεση, ότι έχουν εξοφλήσει τα παραπάνω μισθώματα και λοιπά κονδύλια και έχει έτσι αποσβεστεί η ένδικη απαίτηση και ότι δεν μπορούν να προσκομίσουν τις σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις, διότι καταστράφηκαν εξαιτίας της προαναφερόμενης πυρκαϊας, η οποία εκδηλώθηκε σε παρακείμενο προς το επίδικο ακίνητο εργοστάσιο της εταιρείας "Σ. Π. και ΣΙΑ ΑΕΒΕ" και επεκτάθηκε και στο μίσθιο. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος, αφού ο πρώτος εναγόμενος - μισθωτής, ενώ μπορούσε (όπως επισημάνθηκε και από την εκκαλουμένη) να ζητήσει από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και να προσκομίσει φωτοαντίγραφα των αποδείξεων εξοφλήσεως των μισθωμάτων, τις οποίες - κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας - υποβάλλουν οι επαγγελματίες στη φορολογική αρχή προς εξεύρεση των καθαρών κερδών τους, δεν έπραξε τούτο. Αντίθετα, ζήτησε από τη Δ.Ο.Υ. και προσκόμισε τις φορολογικές μόνο δηλώσεις των οικονομικών ετών 2003 και 2004 (χρήσεις 2002 - 2003) με τα μηχανογραφικά δελτία οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων που τις συνοδεύουν. Και από τα στοιχεία όμως αυτά κλονίζεται ο περί εξοφλήσεως ισχυρισμός του, αφού και για τα δυο παραπάνω έτη φέρεται ότι καταβλήθηκε το ίδιο ποσό μισθωμάτων (8.853,50 ευρώ), μολονότι α) όπως ήδη σημειώθηκε, από 1.4.2002 και εφεξής είχε συμφωνηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος και συνεπώς δεν μπορούσε να οφείλεται και για τα δύο έτη το αυτό μίσθωμα και β) εφόσον, όπως επίσης προαναφέρθηκε, λόγω της καταστροφής του μισθίου η μίσθωση λύθηκε στις 11.10.2003, θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση για το έτος 2003 να δηλωθεί μικρότερο ποσό μισθωμάτων, δηλαδή (752,63 Χ 9 και 11/30 μήνες =) 7.303,37 ευρώ. Η σχετική συνεπώς δήλωση του εναγομένου κατά το μέρος αυτό είναι προφανώς εικονική. Εξάλλου, η κατάθεση της μάρτυρα που εξήτασε ο εναγόμενος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν κρίνεται πειστική και δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα ασφαλούς δικαστικής κρίσεως για το παραπάνω ζήτημα, διότι είναι γενικόλογη και, ενώ δεν ενισχύεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, κλονίζεται απ' την κατάθεση του μάρτυρα - υπαλλήλου της ενάγουσας και από τα αναφερόμενα αμέσως πιο πάνω περιστατικά (μη προσκομιδή μιας έστω εξοφλητικής αποδείξεως - προσκομιδή ανακριβών - εικονικών φορολογικών δηλώσεων)." Ι. Ως "πράγματα", για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Οι λόγοι έφεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, αποτελούν "πράγματα", όταν έχουν αυτοτέλεια, δηλαδή όταν αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1103/1998). Αν από την απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε είτε ως απαράδεκτος, είτε κατ' ουσία, ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος. Επομένως, ο πρώτος, από το αρθ.559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πρωτοδίκως προβληθέντα και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης, ισχυρισμό-ένσταση των εναγομένων-νυν αναιρεσειόντων, ότι εξόφλησαν τα οφειλόμενα προς την ενάγουσα-εκμισθώτρια-νυν αναιρεσείουσα μισθώματα, τα οποία η τελευταία ζητούσε, με την ένδικη αγωγή της, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, ο μεν πρώτος εξ αυτών ως μισθωτής, η δε δευτέρα ως εγγυηθείσα την καλή εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης και ευθυνόμενη ως πρωτοφειλέτιδα, παραιτηθείσα από την ένσταση διζήσεως, είναι αβάσιμος, καθόσον από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα ισχυρισμό-ένσταση περί εξοφλήσεως και απέρριψε αυτόν, ως κατ' ουσία αβάσιμο. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος, κατά το μέρος αυτού, κατά το οποίο αναφέρεται σε αιτιάσεις περί του ότι το δικάσαν δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αίτημα των εναγομένων, περί προσαγωγής των λογιστικών βιβλίων της ενάγουσας εταιρείας, από τα οποία, κατά την άποψη αυτών (νυν αναιρεσειόντων) θα αποδεικνυόταν η ένστασή τους, περί εξοφλήσεως, είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, υπό την προαναφερθείσα έννοια, ώστε να θεμελιώνεται ο από το αρθ.559 αριθμ.8 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης. Αλλά και υπό την εκδοχή ότι, κατ' εκτίμηση των σχετικών με το λόγο αυτό αιτιάσεων του αναιρετηρίου, αποδίδεται η από το άρθ. 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο άφησε αδίκαστο το υποβληθέν υπό των εναγομένων αίτημα για επίδειξη εγγράφων (των ως άνω λογιστικών βιβλίων), ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση, κατ' άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του περιεχομένου των προτάσεων των εναγομένων, που κατατέθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι ουδόλως είχαν υποβάλει παρόμοιο αίτημα. Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένα δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως και ιδρύσεως του από το άρθ. 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου στις ειδικές διαδικασίες και ειδικώτερα στη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποίος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί (ΑΠ 1113/2009, ΑΠ 344/2007). Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθ. 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις περί κατανομής του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως (338 ΚΠολΔ), ως προς την απόδειξη της προβληθείσας από τους εναγομένους - νυν - αναιρεσείοντες ενστάσεως εξοφλήσεως, εκ του ότι αξίωσε από αυτούς να αποδείξουν την ένστασή τους, περί εξοφλήσεως των οφειλομένων μισθωμάτων, παρότι αυτοί επικαλούνταν ότι οι σχετικές (περί καταβολής) αποδείξεις είχαν καταστραφεί στην πυρκαϊά, είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκε απόφαση περί αποδείξεως, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, δεδομένου ότι το δικαστήριο, δικάσαν κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και εκτιμώντας ελεύθερα το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, κατέληξε στην κρίση του ότι δεν αποδείχθηκε η προβαλλόμενη από τους εναγομένους ένσταση εξοφλήσεως. Ο ίδιος λόγος, κατά την αιτίαση περί εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η παραβίαση.
ΙΙΙ. Ο από το αρθ.559 αριθμ.12 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση των ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον εάν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε, κατά νόμο, ενώ αντιθέτως, δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα αποδεικτικό μέσο, από άλλα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα ή εάν έκρινε τους μάρτυρες του ενός διαδίκου περισσότερο αξιόπιστους από του άλλου.
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 650 Κ.Πολ.Δ, η οποία έχει εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (αρθρ.654 του αυτού Κώδικα), προκύπτει ότι, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, εξαιρέσει της δικαστικής ομολογίας. Ενόψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ., με την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ως άνω ειδική διαδικασία, που προβλέπεται από τα άρθρα 647 επ.Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 559 αριθμ.12 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη της κατάθεσης της μάρτυρος, της εξετασθείσας με πρόταση των εναγομένων-αναιρεσειόντων, την οποία έκρινε ως ολιγώτερο αξιόπιστη από τη μάρτυρα της εναγομένης, σχετικά με το ζήτημα της αποδείξεως της εξοφλήσεως είναι απαράδεκτος.
IV. Με τον τρίτο, κατ' ορθή εκτίμηση από το αρθ.559 αριθμ.14 ΚΠολΔ (και όχι από το αρθ.559 αριθμ.19 ΚΠολΔ) λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη, ως αόριστη, παρότι αυτή, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, δεν περιείχε όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο αυτής και ειδικότερα δεν αναγράφονταν τα συγκεκριμένα ποσά της αναπροσαρμογής των μισθωμάτων, ώστε να είναι σαφές ποίο είναι το αιτούμενο ποσό κάθε συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, καθώς επίσης εκ του ότι δεν αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ποία είναι τα αιτούμενα ποσά των οφειλομένων μισθωμάτων για ορισμένες χρονικές περιόδους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από το παραδεκτώς, κατ'αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτιμώμενο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, προκύπτει ότι αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο και σαφή, το ποσό της συμφωνηθείσας αναπροσαρμογής του μισθώματος, για κάθε μισθωτικό έτος και για όλα τα έτη της μισθωτικής περιόδου, όπως επίσης αναφέρονται, κατά τρόπο ορισμένο και σαφή τα επί μέρους οφειλόμενα ποσά.
V. Με τον πέμπτο, από το αρθ.559 αριθμ.20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παραμόρφωσε τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα και ειδικότερα τις επικαλεσθείσες και προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα φορολογικές του δηλώσεις. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αιτίαση, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, αναφέρεται σε σφάλμα του δικάσαντος δικαστηρίου, ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος για την απόρριψη, ως αβασίμου κατ' ουσία της προβληθείσας ενστάσεως περί εξοφλήσεως των αιτουμένων με την κρινόμενη αγωγή, από την ενάγουσα - εκμισθώτρια - νυν αναιρεσίβλητη, καθυστερουμένων μισθωμάτων και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα, ενώ, εξ άλλου, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν εμόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, αλλά ότι συνεκτίμησε αυτά, μαζί με τα λοιπά μνημονεύομενα στην απόφασή του αποδεικτικά στοιχεία.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθ 176 και 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-12-2008 αίτηση των Ι. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 678/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και της συμπροσβαλλομένης υπ' αριθμ. 3490/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ