233/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 233 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated233/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 233 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 233 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 233/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου. Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1115/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 353/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-4-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 6-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δύο πρώτων και την απόρριψη του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.
Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή ή έχουν μεταβληθεί τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται το δικαίωμα, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα της νομικής ή ιστορικής αιτίας (Ολ ΑΠ 19/2005).
Εξάλλου, με την από 17-4-1995 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του ΟΤΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1876/1990 και των άρθρων δεύτερου παρ. 6β΄ του Ν. 2167/1993 και δεύτερου παρ. 2 α' του Ν. 2257/1994, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την από 28-3-1997 ΕΣΣΕ, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ-ΟΤΕ) για την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων σε υπηρεσιακές λειτουργίες και ορίστηκε ειδικότερα ότι η πλήρωση των θέσεων προϊσταμένων υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης διαμερίσματος ή συγκροτήματος και άνω πραγματοποιείται α) με προκήρυξη των οικείων θέσεων, β) με βάση τα εκεί αναφερόμενα κριτήρια, βαθμολογούμενα με συντελεστές βαρύτητας που προσδιορίζονται κατά περίπτωση και γ) με υποβολή μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 15 ημερών σχετικής αιτήσεως μετά βιογραφικού σημειώματος από μέρους των ενδιαφερομένων υπαλλήλων.
Στην ανωτέρω ΕΣΣΕ προβλέπεται επίσης ότι η αξιολόγηση του προσωπικού γίνεται από επιτροπή που ορίζεται κάθε φορά από τον διευθύνοντα σύμβουλο, μετά από εξουσιοδότηση του Δ.Σ., ότι η σειρά κατάταξης των επιλεγομένων από την επιτροπή είναι υποχρεωτική για τον Οργανισμό και τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο και η τοποθέτηση στη θέση ευθύνης του προσωπικού που επιλέχθηκε, γίνεται με απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου και ότι σε περίπτωση μη υποβολής αίτησης συμμετοχής στην προκήρυξη της θέσης ή μη επιλογής σ' αυτή, ο διευθύνων σύμβουλος ή το αρμόδιο συμβούλιο αποφασίζει, κατά περίπτωση, για την πλήρωση των κενών θέσεων το δε προσωπικό με βαθμό διευθυντή και υποδιευθυντή τοποθετείται ως στέλεχος σε υπηρεσιακή λειτουργία στάθμης διεύθυνσης.
Περαιτέρω, με την από 16-5-1995 ΕΣΣΕ, που καταρτίστηκε επίσης σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, μεταξύ του ΟΤΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι από 1-6-1995 καταργούνται οι εκεί αναφερόμενες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου ΟΤΕ και ο όρος 25 της από 7-3-1990 ΕΣΣΕ, που πρόβλεπαν την καταβολή επιδόματος ευθύνης θέσεως στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών στάθμης τομέα και άνω και τον χαρακτηρισμό του ως οικειοθελούς παροχής, που δεν αποτελεί μέρος των τακτικών αποδοχών.
Τέλος, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΤΕ, κατά τη συνεδρίασή του της 2-9-1997, χορηγήθηκε, από 1-8-1997, στο προσωπικό με βαθμό διευθυντή και υποδιευθυντή και με -κατεχόμενη τουλάχιστον για ένα έτος- θέση προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως και άνω, επίδομα ανώτατου προσωπικού (ποσού 75.000 δραχμών μηνιαίως).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Με την 5202/1998 απόφασή του, που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, αναγνωρίστηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος είχε προσληφθεί από την εναγομένη την 15-1-1974 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εντάχθηκε στον κλάδο των τηλεπικοινωνιακών μηχανικών, έπρεπε να είχε προαχθεί στον βαθμό του υποδιευθυντή από 1-1-1993, λόγω της καταφανούς υπεροχής του έναντι των προαχθέντων συναδέλφων του και ότι η παράλειψη προαγωγής του ήταν παράνομη και υπαίτια.
Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι, αν ο ενάγων προαγόταν, θα ασκούσε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως και ότι, από τη σε βάρος του αδικοπραξία και τη συνακόλουθη μη ανάθεση σ' αυτόν καθηκόντων ανάλογων του βαθμού του, στερήθηκε, κατά το διάστημα από 1-1-1993 έως 31-5-1995, το επίδομα ευθύνης θέσης υποδιευθυντή.
Από την απόφαση αυτή παρήχθη καταρχήν δεδικασμένο για την ένδικη υπόθεση ως προς το ζήτημα ότι, αν ο ενάγων είχε προαχθεί στον βαθμό του υποδιευθυντή από 1-1-1993, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως και κατά το επίδικο διάστημα (1-8-1997 έως 1-6-1999) και θα λάμβανε το προαναφερόμενο επίδομα ανώτατου προσωπικού.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται το συνολικό ποσό των 2.822.204 δραχμών (ήδη 8.282 ευρώ) ως αποθετική ζημία για τη στέρηση του επιδόματος ανώτατου προσωπικού (με συνυπολογισμό των επιδομάτων εορτών και άδειας) κατά το παραπάνω διάστημα. Όμως, με την προαναφερόμενη από 28-3-1997 ΕΣΣΕ (που τροποποίησε την από 17-4-1995 όμοια), μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς που ίσχυε μέχρι τότε για την επιλογή και τοποθέτηση των προϊσταμένων σε υπηρεσιακές λειτουργίες και ορίστηκε ειδικότερα ότι η πλήρωση των θέσεων προϊσταμένων υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης διαμερίσματος ή συγκροτήματος και άνω πραγματοποιείται κατά τη διαδικασία που προεκτέθηκε.
Ενόψει της μεταβολής αυτής, το δεδικασμένο που πηγάζει από την παραπάνω 5202/1998 τελεσίδικη απόφαση καλύπτει μόνο την προδικαστική έννομη σχέση της αδικοπραξίας, δηλαδή την εκ μέρους της αναιρεσείουσας παράνομη και υπαίτια εμμονή της να μη αναθέτει στον αναιρεσίβλητο καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως για το διάστημα από 1-1-1993 έως 31-5-1995, όχι δε και το επιχειρούμενο να αντληθεί από αυτή δικαίωμα προς αποκατάσταση αποθετικής ζημίας του αναιρεσιβλήτου, με την απόληψη του επιδόματος ανώτατου προσωπικού για το διάστημα από 1-8-1997 έως 1-6-1999.
Με τη μεταβολή αυτή, άρα, έπαυσε να υπάρχει δέσμευση από το δεδικασμένο της προμνημονευόμενης αποφάσεως και για το προδικαστικό ζήτημα της παραλείψεως της αναιρεσείουσας να τοποθετήσει τον αναιρεσίβλητο σε θέση προϊσταμένου υποδιευθύνσεως κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1997 έως 1-6-1999, για το οποίο η ως άνω παράλειψη έπρεπε να εξεταστεί στα πλαίσια των ρυθμίσεων της πιο πάνω από 17-4-1995 ΕΣΣΕ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την από 28-3-1997 όμοια.
Έτσι, από το παραπάνω δεδικασμένο, δεν δημιουργείται δέσμευση και για την ύπαρξη του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να λάβει κατά το επίδικο διάστημα επίδομα ανώτατου προσωπικού, το οποίο άλλωστε διαφοροποιείται από το επίδομα ευθύνης θέσεως, τόσο ως προς την ιστορική και νομική αιτία, όσο και ως προς το περιεχόμενό του και δεν αποτελεί απλή μετονομασία του άνω επιδόματος.
Επομένως, το Εφετείο, που δεν εφάρμοσε τις διατάξεις της ΕΣΣΕ αυτής και κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο για το παραπάνω προδικαστικό ζήτημα, που καλύπτει και τις ένδικες αξιώσεις της μεταγενέστερης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, υπέπεσε στις πλημμέλειες που του αποδίδονται, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 16 του ΚΠολΔ και είναι γιαυτό βάσιμοι οι σχετικοί δύο πρώτοι λόγοι του αναιρετηρίου.
Κατά το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κ άθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 ΄του ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημίωσης για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.
Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.
Έτσι ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτός ισχύει μόνο για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν -κατά το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά- ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.
Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάστασή τους νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με την αδικοπραξία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές που προεκτέθηκαν, δέχθηκε περαιτέρω ότι η ένδικη αξίωση γεννήθηκε και κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξή της στις 2-9-1997, όταν ο αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση της αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσείουσας για τη χορήγηση του προαναφερόμενου επιδόματος και επομένως οι επιζήμιες συνέπειες από την αδικοπραξία που έλαβε χώρα με την παράλειψη της προαγωγής του τη 1-1-1993 δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν από τον αναιρεσίβλητο.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η παραγραφή της ένδικης αξίωσης άρχισε να τρέχει από 2-9-1997 και μέχρι το χρόνο επιδόσεως της αγωγής δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία και συνακόλουθα απέρριψε στην ουσία την ένσταση της παραγραφής που πρότεινε η αναιρεσείουσα. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ και επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 353/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ