233/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated233/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρο 686 του ΑΚ, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ανεξάρτητα από το πταίσμα του εργολάβου, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 233 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 233/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "…" που εδρεύει στη … Κεφαλληνίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Νομικό.
Των αναιρεσίβλητων : 1) Δ. Π. του Ε., κατοίκου .... 2) Χ. Γ. του Ε., κατοίκου .... 3) Γ. Σ. του Η., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Γρίβα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Μαΐου 1990 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 27/1991, 155/1995, 160/1999 προδικαστικές, 152/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1236/2002 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 26 Μαρτίου 2003 αίτησή της και τους από 1 Νοεμβρίου 2004 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης διάβασε την από 10 Νοεμβρίου 2004 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεώργιου Αμελαδιώτη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου και οι, πρώτος και πέμπτος του δικογράφου των πρόσθετων και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 686 του ΑΚ, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ανεξάρτητα από το πταίσμα του εργολάβου, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου.
Σε περίπτωση υπαναχώρησης, η σύμβαση καταργείται αναδρομικώς και επέρχεται απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων, οι δε παροχές των μερών αποδίδονται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, η οποία επέρχεται κατ' άρθρο 341 παρ. 1 του ΑΚ, και με την παρέλευση της δήλης ημέρας που συμφωνήθηκε, ο εργοδότης έχει τα δικαιώματα που προβλέπονται από το άρθρο 383 του ΑΚ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 700 του ΑΚ, ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση, στην περίπτωση δε αυτή οφείλει να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνημένη αμοιβή. Ο εργοδότης, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή του εργολάβου περί καταβολής της αμοιβής, λόγω καταγγελίας κατ' άρθρο 700 του ΑΚ, μπορεί να ισχυρισθεί, ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε σύμφωνα με το άρθρο 686 του ΑΚ, και κατά συνέπεια, ότι ο εργολάβος δεν έχει αξίωση για την πληρωμή της αμοιβής.
Τέλος, η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη περί υπαναχώρησης ή καταγγελίας μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συνάγεται υπαναχώρηση ή καταγγελία από τα γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 910/1972). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι - εργολάβοι, με την από 8-5-1990 αγωγή τους, όπως από αυτήν προκύπτει, ισχυρίσθηκαν, ότι η αναιρεσείουσα- εργοδότρια κατήγγειλε στις 19-7-1989 την ένδικη εργολαβική σύμβαση, πριν ακόμη αποπερατωθεί το συμφωνηθέν έργο και ότι συνεπώς τους οφείλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή εκ δρχ. 16.445.500.
Η αναιρεσείουσα, με τις από 15.4.1991 προτάσεις, που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, αρνήθηκε αιτιολογημένα τον αγωγικό ισχυρισμό περί καταγγελίας της εργολαβικής σύμβασης, ισχυριζόμενη περαιτέρω, ότι οι αναιρεσίβλητοι εγκατέλειψαν το έργο, με αποτέλεσμα να αναγκασθεί αυτή να αναθέσει τη συνέχισή του σε άλλον εργολάβο, δηλ.
ότι υπαναχώρησε σιωπηρώς από τη σύμβαση. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με το από 20-6-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό, αφενός οι αναιρεσίβλητοι και αφετέρου ο Ο. Τ., ο οποίος ενεργούσε για τον εαυτό του, αλλά και ως άμεσος αντιπρόσωπος των δύο αδελφών του Σ.
και Ε. Τ., συνήψαν στο … σύμβαση μισθώσεως έργου, με την οποία οι πρώτοι (εργολάβοι) ανέλαβαν την υποχρέωση να ανεγείρουν ξενοδοχειακό συγκρότημα 104 κλινών σε οικόπεδο των εργοδοτών, ευρισκόμενο στο υπ' αριθ. 19 οικοδομικό τετράγωνο, εντός της κωμοπόλεως Σάμης Κεφαλληνίας, αντί αμοιβής κατά μονάδα εκτελούμενης εργασίας.
Το συνολικό έργο συμφωνήθηκε να εκτελεσθεί και παραδοθεί τμηματικώς, η δε εργολαβική αμοιβή να καταβάλλεται με βάση τη συμφωνηθείσα για κάθε εργασία τιμή μονάδας κατά την παράδοση κάθε επιμέρους ενότητας του έργου. Ορίσθηκε, επίσης, η 1-5-1989, ως δήλη ημέρα παραδόσεως του έργου, το οποίο έπρεπε να εκτελεσθεί σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 171/88 οικοδομική άδεια του πολεοδομικού γραφείου Κεφαλληνίας, τη στατική μελέτη του πολιτικού μηχανικού Β.
Ρ., τα αρχιτεκτονικά σχέδια του αρχιτέκτονος μηχανικού Τ. Ζ. και υπό την επίβλεψη της πολιτικού μηχανικού Μ. Ά.. Οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν σε έγκαιρη έναρξη των εργασιών την 28-6-1998. Κατά την διάρκεια εκτελέσεως του έργου, ήτοι την 2-11-1998, οι ανωτέρω αρχικοί εργοδότες, με συμβάσεις εκχωρήσεως και αναδοχής χρέους μεταβίβασαν στην αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία -προς την οποία έγινε η μεταβίβαση του άνω οικοπέδου ως εισφορά σε είδος για την σύσταση της- όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους από την παραπάνω εργολαβική σύμβαση.
Με τη μεταβίβαση αυτή η αναιρεσείουσα κατέστη υποκείμενο της προαναφερόμενης έννομης σχέσης, η οποία έκτοτε άρχισε να λειτουργεί μεταξύ αυτής, ως εργοδότριας και των αναιρεσιβλήτων ως εργολάβων. Μέχρι την 26-4-1989 είχε εκτελεσθεί και παραδοθεί μέρος του ανωτέρω έργου (εκσκαφές, θεμελιώσεις, μπαλώματα κλπ.).
Μετά την 26-4-1989 συνεχίσθηκε η εκτέλεση του έργου, μολονότι οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων άρχισαν να διαταράσσονται από το τέλος Απριλίου του έτους 1989 με ανταλλαγή εξωδίκων δηλώσεων των διαδίκων που διαμαρτύρονταν, οι μεν αναιρεσίβλητοι για μη καταβολή της συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής, η δε αναιρεσείουσα για αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση και παράδοση του έργου.
Στις 19-7-1989 η αναιρεσείουσα κατήγγειλε σιωπηρώς την άνω εργολαβική σύμβαση με την ανάθεση της εκτελέσεως των υπολοίπων για την αποπεράτωση του έργου εργασιών σε άλλο εργολάβο, μη αποδεχόμενη τη συνέχιση αυτών από τους αναιρεσίβλητους, με αποτέλεσμα να λυθεί η σύμβαση για το μέλλον. Κατά το χρονικό διάστημα από 26-4-1989 μέχρι την 19-7-1989 οι αναιρεσίβλητοι είχαν παραδώσει στην αναιρεσείουσα μέρος του συμφωνηθέντος έργου, για το οποίο δικαιούνται να λάβουν τη συνομολογηθείσα αμοιβή συνολικού ποσού 5.928.473 δρχ.
Περαιτέρω, ενόψει της ως άνω καταγγελίας, η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους και την αμοιβή που είχε συμφωνηθεί για τις αναφερόμενες εργασίες που δεν εκτελέσθηκαν, ανερχόμενη συνολικά στο ποσό των 10.216.330 δραχμών. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον τρόπο λύσεως της εργολαβικής σύμβασης, δηλαδή αν η σιωπηρή δήλωση της αναιρεσείουσας περί μη συνεχίσεως εκτελέσεως του έργου προς τους αναιρεσίβλητους είχε την έννοια της καταγγελίας (άρθρο 700 του ΑΚ), ή της υπαναχώρησης (άρθρα 389 και 686 του ΑΚ), αφού από τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, ότι η αναιρεσείουσα μετά τις 19-7-1989 ανέθεσε την εκτέλεση των υπολειπομένων για την αποπεράτωση του έργου εργασιών σε άλλο εργολάβο, μη αποδεχόμενη τη συνέχιση αυτών από τους αναιρεσίβλητους, δεν συνάγεται αναγκαίως δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας περί καταγγελίας, αλλά μπορεί να συναχθεί και δήλωση βουλήσεως περί υπαναχώρησης, τα δε αποτελέσματα , ανάλογα με την περίπτωση, διαφέρουν, ιδίως ως προς την ένδικη αξίωση περί καταβολής της αμοιβής, κατά τα ανωτέρω (ΑΠ 787/1996).
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά τους βάσιμους σχετικούς λόγους της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 παρ. 19 του ΚΠολΔ, πρώτο του κυρίως δικογράφου, και πρώτο και πέμπτο του δικογράφου των προσθέτων (όπως οι δύο τελευταίοι εκτιμώνται), να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1236/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ