Supreme Court allows appeal against land expropriation compensation, remanding case for retrial on specific property issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision on land expropriation compensation, remanding the case for retrial. The Court found the lower court's reasoning insufficient regarding why certain properties could no longer be integrated into a planned settlement extension and noted an error in setting higher compensation rates for specific properties without proper justification. Consequently, the appeal was upheld only for the appellants and specific property values, with the case sent back to the same court for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine an appeal ex officio if a summoned party fails to appear, and remands a case for retrial when the lower court's reasoning is insufficient or when it adjudicates on matters not requested by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2338 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2338/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και στην προκειμένη περίπτωση από το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Χ1, 2) Χ2 έως και 36) α) Χ36Α, κατοίκου ..., β) Χ36Β, γ) Χ36Γ, κατοίκων ... με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος την 20/10/2008 αρχικά υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητου Χ1, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αργυρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ψ1, 2) Ψ2, κατοίκων ..., 3) Ψ3, κατοίκου ..., 4) Ψ4, κατοίκου ... (υπό στοιχεία 34, 35, 39, 40 αντίστοιχα στην αίτηση αναιρέσεως), οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με ημερομηνία κατάθεσης 16/1/2006 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και τις με ημερομηνία κατάθεσης 23/2/2006 και 6/7/2007 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Λαμίας και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 102/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 21/11/2007 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 388/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 2/6/2009 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 11/12/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο αντίδικος εκείνου, που επίσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, ο υπό στοιχεία 34, 35, 39 και 40 αναιρεσίβλητοι-καθ' ων η κλήση δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ..., ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και τις υπ' αριθ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Άμφισσας ..., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι καλούντες, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης κλήσης, με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την παρούσα συνεδρίαση της 6-11-2009, προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους ως άνω καθ' ων. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων τούτων.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως (ΟλΑΠ 22/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, από την προσκομιζόμενη ... ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος ..., στις 20.10.2008 απεβίωσε στην Πολυκλινική Αθηνών ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Ψ1, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα: α) ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Αθηναίων και β) ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό Χ36Α και τους δύο γιούς του Χ36Β και Χ36Γ. Επομένως, οι τελευταίοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος (άρθρα 1710, 1813 και 1846 ΑΚ), εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αργυρόπουλο, νομίμως δήλωσαν με την από 2-9-2009 κλήση, το θάνατο του πιο πάνω αναιρεσιβλήτου και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης που διακόπηκε βίαια λόγω του θανάτου αυτού.
ΙΙΙ. Kατά το άρθρο 17 παρ. 2 εδαφ. α' του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριουμένου. Εξάλλου, το άρθρο 13 του Ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) ορίζει στην παράγραφο 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα, που απομένει στον ιδιοκτήτη, υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση, που καθορίζει την αποζημίωση, προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση.
Περαιτέρω, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ορίζει, ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους, που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.
Συνεπώς, στην περίπτωση, που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση, που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ΚΑΑΑ δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνον την εκ της αποζημιώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά εκείνη, που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Διότι, άλλως, ως προς την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου και επομένως η περιουσία του δεν θα αποκαθίστατο. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 24/31-5-1985 (ΦΕΚ Δ' 270), καθορίζονται οι όροι, που απαιτούνται για να είναι, κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση, άρτια και οικοδομήσιμα τα εκτός ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών κείμενα γήπεδα.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 13 παρ. 4 του ΚΑΑΑ, προκύπτει, ότι για τον προσδιορισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου αναγκαίο στοιχείο είναι και αν αυτό είχε πριν από την απαλλοτρίωση, ως δευτερεύοντα έστω προορισμό, την ανοικοδόμηση και πληρούσε τους επιτρεπομένους όρους δομήσεως κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι' έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή στις αιτιολογίες, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 23-2-2006 αίτηση των αναιρεσιβλήτων Χ1 κλπ, που επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αυτοί ζήτησαν τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση των μερών των ακινήτων τους, που αναφέρουν σ' αυτή. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι "πρόκειται για τα ακίνητα με αριθμούς ιδιοκτησίας 24, 23, 39, 46Β, 56, 47, 10Γ 10Δ, 41Α, 3 1, 63, 32, 41, Ι0Εα, Ι0Στα, 58, 64Α, 14, 40, 46Α, 64 και 52.
Τα αρχικά ακίνητα ήταν τα περισσότερα κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμα. Μετά την απαλλοτρίωση υποβιβάστηκαν σε κοινά αγροτεμάχια και τα περισσότερα από αυτά είναι ακατάλληλα για καλλιέργεια ή οποιαδήποτε άλλη χρήση ή αξιοποίηση. Οι διαπιστώσεις αυτές αναφέρονται στην από 25.5.2006 έκθεση προεκτίμησης, όπου και για τους παραπάνω λόγους η μείωση της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων αναβιβάζεται από 80-95% και μόνο σε δύο εξ αυτών σε 65%.
Κατ' εκτίμηση των ανωτέρω το δικαστήριο κρίνει ότι η οφειλόμενη ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα τμήματα των απαλλοτριουμένων ακινήτων των αιτούντων της από 23.2.2006 αίτησης, λόγω μείωσης της αξίας τους πρέπει να προσδιοριστεί σε ποσοστό 100%". Όμως, με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ανωτέρω αιτήματος των 38 πρώτων αναιρεσιβλήτων.
Συγκεκριμένα, στην απόφαση αυτή περιέχεται η αντίφαση ότι, ενώ δέχεται μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων από 80-95% και σε δύο σε 65%, χωρίς να τα προσδιορίζει, τελικά προσδιορίζει τη μείωση της αξίας των σε 100%. Επιπλέον, η απόφαση αυτή περιέχει ασάφειες, καθόσον: α) δεν αναφέρεται η συνολική έκταση των ακινήτων των ως άνω αναιρεσιβλήτων πριν από την απαλλοτρίωση των μερών από αυτά, που απαλλοτριώνονται και των τμημάτων, που μένουν εκτός της απαλλοτριώσεως.
β) Δεν διευκρινίζεται εάν το εδαφικό τμήμα κάθε ακινήτου, που τυχόν απομένει μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος μέρους, αποτελεί ενιαία έκταση ή αποτελείται από περισσότερα τμήματα και στην τελευταία περίπτωση ποια είναι η έκταση του κάθε τμήματος και ποιο είναι το σχήμα αυτού, εάν τα τμήματα αυτά έχουν πρόσοψη στην οδό ή είναι περίκλειστα και εάν οι συνθήκες αυτές δυσχεραίνουν ή όχι την καλλιέργειά τους.
γ) Δεν διαλαμβάνεται, εάν τα πιο πάνω ακίνητα των 38 πρώτων αναιρεσιβλήτων, που φέρονται ότι βρίσκονται μέσα στα διοικητικά όρια δημοτικού διαμερίσματος, είχαν πριν από την απαλλοτρίωση ως δευτερεύοντα προορισμό την ανοικοδόμηση ή δεν είχαν τέτοιο προορισμό, σε καταφατική δε περίπτωση εάν πριν από την απαλλοτρίωση ήταν άρτια κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και οικοδομήσιμα ή όχι και εάν το κάθε τμήμα, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, παραμένει ή όχι άρτιο και οικοδομήσιμο.
Και δ) Δέχεται αορίστως ότι τα περισσότερα απ' αυτά είναι ακατάλληλα για καλλιέργεια ή οποιαδήποτε άλλη χρήση, χωρίς να διευκρινίζει ποια και για ποιο λόγο. Ενόψει των ανωτέρω ελλείψεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με το ζήτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
IV. Στο άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 ορίζεται ότι: "1. Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου. 2. Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης ...".
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "Οι αιτούντες, στην από 6.7.2006 αίτηση, η οποία υποβλήθηκε παραδεκτά, εντός της δίμηνης προθεσμίας, εκθέτουν σ' αυτήν αναλυτικά τους λόγους και ζητούν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 και την κατάργηση του τεκμηρίου αυτοαποζημίωσης.
Πρόκειται για τα ακίνητα με αριθμούς 10Αα, 10Αβ, 10Βα, 10Ββ, 10Γ, 10Δ, 10Εα: 10Εβ, 10Εγ, 10Στα, 10Στβ. 14, 18Β, 19, 20, 21, 23, 24, 25Α, 25Β, 29Α , 29Β , 31, 32, 36, 36Α, 37, 39, 40, 41, 41Α, 42, 44. 46, 46Α, 46Β, 46Γα, 46Γγ, 46Γδ, 46Γε, 47, 56, 58, 63 και 64Α του κτηματολογικού διαγράμματος. Τα εν λόγω ακίνητα, όπως αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω στοιχεία, δεν ωφελούνται από τη διάνοιξη της νέας οδού, αφού ορισμένα από αυτά και συγκεκριμένα τα 10Αβ, 10Ββ, 10Αα, 10Βα, 10Γ, 10Δ, 10Εα, 10Στα, 10Εβ, 10Στβ, 10Εγ, 14, 18Β, 19, 20, 21, 23, 24, 25Α , 25Β, 29Α και 24Β δεν διαθέτουν το απαραίτητο βάθος των 45 μέτρων και την πρόσοψη των 25 μέτρων, που απαιτούνται για να χαρακτηρισθούν ως άρτια και οικοδομήσιμα, κατά παρέκκλιση, τα δε υπό στοιχεία 36, 36Α, 37, 41Α, 42, 44, 46Γα, 46Γγ, 46Γδ, 46Γε και 47, είχαν ήδη πρόσωπο στην επαρχιακή οδό ...-...
και ήταν οικοδομήσιμα, ενώ μετά τη διάνοιξη μειώνεται η επιφάνειά τους, δεν είναι πλέον δυνατή η ένταξη των ακινήτων αυτών στην επέκταση των ορίων του οικισμού Δ.Δ. ... και δημιουργείται για αυτά δυσμενές περιβάλλον, λόγω της αύξησης του θορύβου από τη συνεχή κίνηση βαρέων οχημάτων μέσα σε περιοχή αμιγούς κύριας και παραθεριστικής κατοικίας.
Το ίδιο ισχύει και για τα ακίνητα με στοιχεία 39, 40, 41, 46, 46Α, 46Β, 56, 63, 64Α. Περαιτέρω τα ακίνητα με στοιχεία 31 και 32 ήταν πριν τη διάνοιξη άρτια και οικοδομήσιμα, αλλά μετά την κατασκευή της οδού διαχωρίστηκαν σε δύο τμήματα εκατέρωθεν της οδού, τα οποία δεν είναι πλέον οικοδομήσιμα, δεν μπορούν να ενταχθούν στην επέκταση των ορίων του οικισμού του Δ.Δ. ..., δημιουργείται και γι' αυτά δυσμενές οικιστικό περιβάλλον, λόγω της κίνησης των οχημάτων στη νέα οδό και τα εναπομείναντα τμήματά τους δεν είναι πλέον ούτε αγροτικά εκμεταλλεύσιμα.
Τέλος, το ακίνητο υπό στοιχεία 58, δεν είναι οικοδομήσιμο, ευρίσκεται 6 μέτρα κάτω από την επιφάνεια του νέου δρόμου, δεν έχει πλέον πρόσβαση στη νέα ή την παλαιά οδό και είναι απαραίτητο να διανοιχθεί δρόμος πρόσβασης προς το ανωτέρω ακίνητο". Στη συνέχεια, όπως και στο διατακτικό αναφέρεται, η αναιρεσιβαλλομένη κατήργησε το τεκμήριο αυτοαποζημίωσης για όλα τα προαναφεθέντα ακίνητα.
Όμως, με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της μη ύπαρξης ωφέλειας των ανωτέρω ιδιοκτησιών των 38 πρώτων των αναιρεσιβλήτων, διότι δεν διευκρινίζει: α) Για τα ακίνητα 10Αβ, 10Ββ. 10Αα, Ι0Βα, 10Γ, 10Δ, 10Εα, 10Στα, 10Εβ, 10Στβ. 10Εγ, 14, 18Β, 19, 20, 21, 23, 24, 25Α 25Β, 29Α και 29Β, πόσο βάθος και πόσα μέτρα πρόσοψη είχαν πριν την απαλλοτρίωση και βάσει ποιας ειδικότερης διάταξης νόμου είναι υποχρεωμένες οι ιδιοκτησίες αυτές να αφήσουν την σχετική απόσταση από τον άξονα της οδού ή το όριο της απαλλοτρίωσης.
β) Για τα ακίνητα 36, 36Α, 37, 41Α, 42, 44. 46Γα, 46ΓγΓ 46Γδ, 46Γε, 47, 31, 32, 39, 40, 41, 46, 46Α, 46Β, 56, 63 και 64Α ποια ήταν η επιφάνεια πριν την απαλλοτρίωση και ποια μετά από αυτήν. Ειδικότερα δε για τα ακίνητα με αρ. Κ.Π. 31, 32, 39, 40, 41, 46Α, 46Β, 56 και 63, όπως προαναφέρθηκε, δεν αναφέρεται εάν τα ακίνητα αυτά ήταν πριν την απαλλοτρίωση άρτια και οικοδομήσιμα, (καθόσον στον καθορισμό των ιδιαίτερων αποζημιώσεων συμπεριλαμβάνονται και τα ακίνητα αυτά, πλην από την ίδια την απόφαση, δεν προκύπτει αν πριν από την απαλλοτρίωση τα συγκεκριμένα ακίνητα ήταν κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμα.
Περαιτέρω, και όσον αφορά την κρίση του ότι δημιουργείται δυσμενές οικιστικό περιβάλλον, λόγω της κίνησης των οχημάτων στη νέα οδό και της αύξησης του θορύβου, δεν αναφέρεται ποια από τα ανωτέρω ακίνητα εξακολούθησαν να είναι άρτια και οικοδομήσιμα, έστω και κατά παρέκκλιση, δεδομένου ότι το δυσμενές οικιστικό περιβάλλον, που κατά την αναιρεσιβαλλομένη δημιουργήθηκε, μπορεί μόνο να αφορά εκείνα τα ακίνητα που, και μετά την απαλλοτρίωση, εξακολούθησαν να είναι άρτια και οικοδομήσιμα.
γ) Για την ιδιοκτησία με αρ. Κ.Π. 58 αν, πριν την απαλλοτρίωση ήταν οικοδομήσιμη, ποια η αρχική της έκταση και ποια η εναπομείνασα, καθώς, επίσης, και για ποιο λόγο αποκόπηκε αφενός η πρόσβαση στην παλαιά οδό, πρόσβαση που η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται ότι υπήρχε, και αφετέρου η πρόσβαση στη νέα οδό. Όμως, με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, αφού δεν μπορεί να ελεγχθεί, εάν όντως και σε ποιο μέτρο οι ανωτέρω ιδιοκτησίες, των οποίων εικαζόμενοι ιδιοκτήτες είναι οι 38 πρώτοι των καθ' ων, δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 33 παρ. 3 του Ν. 2971/2001, ήτοι, δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς την συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω εφαρμοσθείσας διατάξεως.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
V. Στο άρθρο 13 παρ. 1 του ΚΑΑΑ ορίζεται ότι: "Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν". Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, ως λόγο άρσης της αυτοαποζημίωσης, όσον αφορά τα ακίνητα με αριθμούς Κ.Π. 36, 36Α 37, 41Α, 42, 44, 46Γα, 46Γγ, 46Γδ. 46Γε, 47, 39, 40, 41, 46, 46Α, 46Β, 56, 63 και 64Α ότι δεν είναι πλέον δυνατή η ένταξη των ακινήτων αυτών στην επέκταση των ορίων του οικισμού του Δ.Δ. ... Όμως, με την κρίση του αυτή, το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω εφαρμοσθείσας διατάξεως και δεν αιτιολογείται γιατί προϋγουμένως ήταν δυνατή η ένταξη των ακινήτων αυτών στην επικαλούμενη επέκταση και τώρα δεν είναι. Επομένως, ο σχετικός, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθ.19 του άρθρου 559ΚΠολΔ και όχι από τον αριθ. 1, τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι βάσιμος.
VI. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 9 αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι "όσον αφορά τις ιδιοκτησίες με αριθ. Κ.Π. 60 και 69Α και εικαζόμενους δικαιούχους τους 39ο και 40ο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, παρότι αυτοί, αν και είχαν κλητευθεί, δεν παραστάθηκαν ενώπιον του Εφετείου Λαμίας, ώστε να ασκήσουν παραδεκτά ανταίτηση, ούτε άσκησαν αυτοτελή αίτηση, καθόρισε τιμή μονάδος μεγαλύτερη από εκείνη που καθορίστηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, ήτοι από το Εφετείο καθορίστηκε η τιμή για τις εδαφικές εκτάσεις των ανωτέρω ιδιοκτησιών στο ποσό των 12ευρώ ανά τ.μ., ενώ έπρεπε να καταστεί οριστική η προσωρινώς καθορισθείσα τιμή των 8 και 7 ευρώ ανά τ.μ. για τις ιδιοκτησίες αυτές". Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος.
VII. Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα μόνο ως προς τους αναιρεσίβλητους, και μόνο για τα κεφάλαιά της, που αναφέρονται παραπάνω, να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι στην παρούσα δίκη δεν χωρεί μείωση ή περιορισμός αυτών κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 102/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, και συγκεκριμένα μόνο ως προς τους αναιρεσίβλητους, και τα κεφάλαιά της, που αναφέρονται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της ανωτέρω αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ