Legislator Case Law & Legislation
2337/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict due to improper appeal filing after death.

Case Number 2337/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the deceased driver's family against a lower court ruling on a traffic accident. The appellant had filed the appeal after the driver's death without knowing of the death, while the opposing party argued the appeal was procedurally invalid. The court held that an appeal filed against a deceased person is void unless the appellant knew of the death to properly direct it at the heirs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, 286 et seq., 558, 573 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Article 35 of the Civil Code: An appeal filed against a deceased person is void unless the appellant knew of the death to direct it at the heirs.

Keywords

AI generated
appeal against deceased void appeal procedure knowledge of death heirs as parties Civil Procedure Code invalid legal action procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Articles 62, 73, 286 et seq., 558, 573 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 35 of the Civil Code
Article 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2337 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2337/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στα Μελίσσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ανδροβιτσανέα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Σ1 συζύγου Ψ1, 3) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Υ1, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 4 αναιρεσίβλητη Υ1 απεβίωσε στις ... σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ...ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου Πατρέων ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής α) Σ1 σύζυγος Ψ1, β) ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/2/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 15/9/2004 αγωγή του πρώτου των ως άνω αναιρεσειόντων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 369/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 395/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/7/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 22/10/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ., 558, 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 35 του Α.Κ., συνάγεται, ότι η απευθυνομένη κατά αποβιώσαντος προσώπου αίτηση αναιρέσεως, όπως και κάθε άλλο ένδικο μέσο, είναι άκυρος, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει την αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτών.

Η αίτηση, επομένως, αναιρέσεως, που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς, όμως, να γνωρίζει τον θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται, κατά την συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αναιρεσιβλήτου, και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται και κατά της Υ1, αντιδίκου των ήδη αναιρεσειόντων στην κατ' έφεση δίκη, η οποία, όπως προκύπτει από την προσκομιζομένη υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Πατρέων, απεβίωσε την ..., ήτοι πρό της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως.

Στη θέση αυτής, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά, εμφανίσθηκαν, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, η Σ1 σύζυγος Ψ1, και η ..., (θυγατέρες της), οι οποίες, με τις κατατεθείσες προτάσεις των, προβάλλουν υπεράσπιση, επί της ουσίας της διαφοράς, χωρίς να επικαλούνται ότι γνωστοποίησαν τον θάνατο της ανωτέρω στους αναιρεσείοντες ή ότι οι τελευταίοι έλαβαν οπωσδήποτε γνώση του θανάτου της.

Εκ τούτων συνάγεται, ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν λάβει γνώση, με οποιοδήποτε τρόπο, του θανάτου αυτής. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι έγκυρος και ισχυρή, ως προς αυτή, και νομίμως χωρεί η παρούσα συζήτηση με τίς προαναφερόμενες κληρονόμους της.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298 έως 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οχημάτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας αποτελεί και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση της συγκρούσεως αυτοκινήτων, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 2 του ΚΟΚ, ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνων υπόψη συνεχώς τις επικρατούσες συνθήκες ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού... τις συνθήκες κυκλοφορίας και τις καιρικές συνθήκες, κατά τρόπον ώστε να είναι εις θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Ιδιαίτερα επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές... την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά την διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής ως και κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας.

Εξ άλλου, οι έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού, για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.

α' και β' και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και για παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται το δικαστήριο, ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, συντρέχει και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Δεν ιδρύεται, όμως, ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν η αντίφαση ή η ανεπάρκεια ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "την ...

και περί ώρα 8.00 ο Χ1 (δεύτερος ενάγων της πρώτης παραπάνω αγωγής και τρίτος εναγόμενος της δεύτερης αγωγής) προστηθείς στην οδήγηση από τον πρώτο ενάγοντα της πρώτης αγωγής .... του Χ1 , οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. ταξί, ιδιοκτησίας του τελευταίου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στην τέταρτη εναγόμενη της δεύτερης αγωγής ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πρόνοια α.ε." και με αυτό έβαινε στην επαρχιακή οδό Κάτω Αχαΐας-Αράξου με κατεύθυνση προς Κάτω Αχαΐα.

Κατά τον ίδιο χρόνο ο Θ1, γιος των δυο πρώτων εναγόντων της δεύτερης παραπάνω αγωγής, αδελφός του τρίτου ενάγοντος και εγγονός της τέταρτης ενάγουσας της ίδιας αγωγής, προστηθείς στην οδήγηση από την πρώτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της τελευταίας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική τους ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη της πρώτης αγωγής ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", εκινείτο στην ίδια ως άνω επαρχιακή οδό, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς Άραξο.

Η, ως άνω, οδός είναι διπλής κατευθύνσεως με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και πλάτος οδοστρώματος 5,70 μέτρων, ήτοι πλάτος κάθε λωρίδας κυκλοφορίας 2,85 μέτρων και κατά τον ανωτέρω χρόνο το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό λόγω βροχόπτωσης. Όταν τα οχήματα έφτασαν στην χ.θ. 11,600 της ανωτέρω οδού, όπου στο σημείο αυτό υπάρχει διπλή διαχωριστική γραμμή και το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζονταν με σχετικές πινακίδες σε 50 χιλ.

ανά ώρα, τα δυο οχήματα συγκρούσθηκαν. Η σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα κυκλοφορίας του ταξί, πλην όμως πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής, και συγκρούσθηκαν το αριστερό μπροστινό μέρος του ενός οχήματος με το αριστερό μπροστινό μέρος του άλλου οχήματος και η σύγκρουση ήταν μετωπική γωνιακή και έκκεντρη και σφοδρότατη.

Η σύγκρουση των οχημάτων οφείλονταν σε συγκλίνουσα αμέλεια και των δυο οδηγών, οι οποίοι κατά την οδήγηση των οχημάτων τους δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού και συνίσταται η αμέλεια αυτή στα εξής: Για τον οδηγό του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, στο ότι έβαινε με μη επιτρεπόμενη ταχύτητα 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, η οποία ήταν ανωτέρω της επιτρεπομένης και ρυθμιζομένης με πινακίδα αυτής των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα αλλά και της προσήκουσας αυτής των 30 χιλιομέτρων ανά ώρα, στην οποία έπρεπε κατ' αρθρ. 19 παρ. 2, 3 του ΚΟΚ λόγω των ειδικών συνθηκών της οδού (ολισθηρότητας οδοστρώματος λόγω βροχόπτωσης) υποχρεωτικά να είχε μειώσει αυτή, με συνέπεια ότι αντιλήφθηκε κάποιο προπορευμένο όχημα να έχει σταθμεύσει επί της οδού και επιχείρησε να ακινητοποιήσει το όχημα του με πέδηση και κίνηση προς τα αριστερά προκειμένου ν' αποφύγει την σύγκρουση μετ' αυτού, να μη μπορέσει να το ακινητοποιήσει εντός του ρεύματος πορείας του και να εισέλθει το όχημα του εν μέρει (λοξά και με το μπροστινό αριστερό μέρος) στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουσθεί με το μπροστινό αυτό αριστερό μέρος με το αριστερό μπροστινό μέρος του αντίθετα ερχόμενου αυτοκινήτου (ταξί) που οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος της πρώτης ένδικης αγωγής-τρίτος εναγόμενος της δεύτερης ένδικης αγωγής.

Η αμέλεια του οδηγού του ταξί συνίσταται στο ότι αυτός οδηγούσε το όχημα του με μη επιτρεπόμενη ταχύτητα 80 χιλιομέτρων ανά ώρα, η οποία ήταν ανωτέρα της επιτρεπόμενης και ρυθμιζόμενης με πινακίδα αυτής των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα αλλά και της προσήκουσας αυτής των 30 χιλιομέτρων ανά ώρα, στην οποία έπρεπε, κατ' αρθρ. 19 παρ. 1 και 3 του ΚΟΚ λόγω των ειδικών συνθηκών της οδού που επικρατούσαν (ολισθηρότητα οδοστρώματος) υποχρεωτικά να είχε μειώσει αυτή, με συνέπεια, λόγω της αυξημένης αυτής ταχύτητας να μη μπορέσει, αν και αντελήφθηκε από απόσταση 30-40 μέτρων το αντίθετα κινούμενο όχημα να τροχοπεδεί και να κινείται προς το μέσον του οδοστρώματος, ν' αποφύγει τη σύγκρουση, μειώνοντας την ταχύτητα με την οποία έβαινε και κάνοντας ελιγμό προς τα δεξιά του οδοστρώματος του, όπου υπήρχε ελεύθερο οδόστρωμα αλλά και κινούμενος ακόμη δεξιότερα στο έρεισμα πλάτους 6 μέτρων που υπήρχε στο σημείο εκείνο, όπου και στάση λεωφορείου.

Αν ο οδηγός αυτός κινούνταν με την προσήκουσα ταχύτητα των 30 χιλιομέτρων αλλά και την ρυθμιζόμενη με πινακίδα αυτή των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, όταν αντελήφθηκε από την απόσταση των 30-40 μέτρων το αντίθετα κινούμενο αυτοκίνητο να τροχοπεδεί και να παρεκκλίνει της πορείας του προς τ' αριστερά (βλ. από 6-7-2004 ένορκη κατάθεση του ίδιου ενώπιον του αστυνόμου του Τ.Τ. ...) ασφαλώς και θα είχε αποφύγει τη σύγκρουση κινούμενος δεξιότερα στο ρεύμα πορείας του που ήταν ελεύθερο αλλά και ακόμα δεξιότερα στο έρεισμα της οδού.

Το ότι το όχημα αυτό κινούνταν με ταχύτητα 80 χιλιομέτρων ανά ώρα συνάγεται και από το γεγονός που αποδείχθηκε, ότι προ 200 μέτρων είχε επιχειρήσει προσπέραση από τ' αριστερά του προπορευόμενου οχήματος με αριθμ. κυκλ. ... της ασφαλείας ..., το οποίο οδηγούσε ο αστυνομικός Μ1 με συνοδηγό τον επίσης αστυνομικό Μ2, το οποίο κινούνταν με ταχύτητα 50 χιλιομέτρων ανά ώρα και είχε απομακρυνθεί απ' αυτό 200 μέτρα, που σημαίνει ότι κινούνταν με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα αυτής των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα.

Συνάγεται, επίσης, η ταχύτητα από την σφοδρότητα της ένδικης πρόσκρουσης, που είχε ως αποτέλεσμα το εν λόγω αυτοκίνητο (ταξί) να περιστραφεί περί τον άξονά του και στη συνέχεια να συρθεί σε απόσταση 12,40 μέτρα μπροστά και λοξά και να προσκρούσει σε εικονοστάσι το οποίο έθραυσε και στη συνέχεια στην τσιμέντινη κολώνα της υπάρχουσας εκτός του οδοστρώματος στάσης λεωφορείων, ενώ το άλλο αυτοκίνητο (Ι.Χ.Ε.), επειδή είχε μειωθεί η ταχύτητα του κατά την πρόσκρουση λόγω της προηγηθείσης πέδησης και δεν υπερέβαινε τα 40 χιλιόμετρα, μετακινήθηκε προς τα πίσω και περιεστράφει κάθετα στον άξονα του δρόμου και ακινητοποιήθηκε με το μπροστινό του μέρος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και το υπόλοιπο στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας.

Αποδείχθηκε, ότι ο οδηγός του ταξί κατά το χρόνο του ατυχήματος, διέθετε ερασιτεχνική και όχι επαγγελματική άδεια ικανότητας οδηγού. Το γεγονός όμως αυτό δεν τελεί σε αιτιώδη σχέση με την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Επομένως, με βάση τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά, και οι δυο πιο πάνω οδηγοί είναι συνυπαίτιοι για τη σύγκρουση και το ποσοστό συνυπαιτιότητας τους ανέρχεται για μεν τον οδηγό του ταξί σε 40% για δε τον οδηγό του Ι.Χ.Ε.

σε 60%...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε συνυπαιτίους αμφοτέρους τους οδηγούς των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα αυτοκινήτων και, κατά παραδοχή της εφέσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικο απόφαση, με την οποία είχε κριθεί αποκλειστικό υπαίτιος του ατυχήματος ο θανών συγγενής των τελευταίων, Θ1, και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή τούτων και την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος.

Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, κατά το μέρος που αναφέρονται στο ζήτημα της υπαιτιότητος του πρώτου αναιρεσείοντος στην επέλευση του ατυχήματος, ως οδηγού του υπ' αριθμ. Κυκλ. ... αυτοκινήτου ΤΑΞΙ, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στη μείζονα πρόταση της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, εφ' όσον σ' αυτή διαλαμβάνονται πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, εν σχέσει προς την εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων.

Οι επικαλούμενες δε με το αναιρετήριο ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος, που έχει συναχθεί από αυτές, το οποίο όμως στην απόφαση παρατίθεται σαφώς. Εξ άλλου, κρίνοντας το Εφετείο ότι ο ανωτέρω αναιρεσείων δεν εμείωσε την ταχύτητα του αυτοκινήτου ΤΑΞΙ, το οποίο ωδήγει, στην προσήκουσα τοιαύτη των 30 Χ/Ω, ως στοιχείο της συνυπαιτιότητός του στην επέλευση του ατυχήματος, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 2 και 3 του ΚΟΚ, εφ' όσον δέχεται την επικράτηση ειδικών συνθηκών επί της οδού, κατά τον χρόνο του ατυχήματος (ήτοι ολισθηρότητα του οδοστρώματος λόγω βροχοπτώσεως), που επέβαλλαν την μείωση της ταχύτητας κάτω του ορίου των 50 Χ/Ω, που καθορίζετο με ειδική πινακίδα (ενώ αυτός έβαινε με ταχύτητα 80 Χ/Ω).

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 και 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα εναντία, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 5559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, όταν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), δηλαδή αν απέδωσε σε έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 του Κ.Πολ.Δ., περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το αληθινό και ακολούθως, στηριζόμενο μόνο σ' αυτό ή κυρίως σ' αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα.

Δεν ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για την συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Στην παρούσα περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων στο αναιρετήριο προανακριτικών ενόρκων καταθέσεων των αυτοπτών μαρτύρων, Μ2 και Μ1, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από τα αναφερόμενα σ' αυτές, εν σχέσει με την ταχύτητα με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο που ωδήγει ο πρώτος αναιρεσείων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά δεν συγκροτούν παραμόρφωση εγγράφου, υπό την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού περιεχομένου αυτού. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, στο σύνολό της, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας των (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 10-7-2008, αίτηση των Χ1 κ.λ.π., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 395/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ