Legislator Case Law & Legislation
2335/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds and for lack of reviewable error regarding compensation.

Case Number 2335/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court decision regarding expropriation compensation. The appellant argued the lower court erred by failing to declare a specific claim inadmissible and by miscalculating the remaining property's value reduction. The court rejected the inadmissibility claim as it did not concern public order and found the lower court's factual assessment of the property's value reduction to be a non-reviewable judgment on facts.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 3 KPolD; Art. 559 nos. 1 and 19 KPolD: An appeal cannot be based on one's own procedural acts unless they concern public order, and judgments on factual matters regarding property value reduction are not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
expropriation compensation appeal inadmissibility public order exception non-reviewable facts property value reduction

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 3 KPolD
Art. 559 no. 14 KPolD
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 13 para. 4 of Law 2882/2001
Art. 50 of the ECHR
Art. 1 of Protocol No. 1 to the ECHR
AP 185/1980

Cited Case Law

AI generated
AP 185/1980
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2335 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2335/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος ανακάλεσε την από 5/11/2009 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εν προκειμένω από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/5/2003 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 27/1/2005 ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν με άλλες αιτήσεις, ανταιτήσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1169/2005 μη οριστική και 2941/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/11/2007 αίτησή του και τους από 2/4/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 29/10/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή, κατά τον δεύτερο λόγο, όπως αυτός συμπληρώνεται με τον πρώτο εκ των προσθέτων λόγων και κατά το μέρος αυτού, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., και να απορριφθεί, κατά τους λοιπούς λόγους, η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2941/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθ. 562 παρ. 3 ΚΠολΔ, κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις, εκτός εάν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθ. 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο το αίτημα το υποβληθέν από τον αναιρεσείοντα, με την ανταίτησή του, την ασκηθείσα με τις προτάσεις, περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας, ως παρόδιου ιδιοκτήτη, παρότι αυτό ήταν απαράδεκτο, εκ του ότι δεν περιείχετο αντίστοιχο αίτημα στην (κύρια) αίτηση του νυν αναιρεσιβλήτου - υποχρέου προς αποζημίωση, Ελληνικού Δημοσίου και το οποίο (αίτημα του αναιρεσείοντα) δεν αφορά τη δημόσια τάξη, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

ΙΙ. Με το δεύτερο, από το αρθρ. 559 αριθ. 9 και 19 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώνεται με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, αποδίδεται στο δικάσαν Εφετείο η πλημμέλεια, ότι άφησε αδίκαστο το ίδιο, ως άνω, αίτημα (περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας), περί του οποίου ουδόλως αποφάνθηκε, άλλως, ότι απέρριψε αυτό σιωπηρά, χωρίς αιτιολογίες.

Από το παραδεκτώς, κατ' άρθρ. 561 περ. 2 Κ.Πολ.Δ. ελεγχόμενο δικόγραφο των προτάσεων του νυν αναιρεσείοντος, στο οποίο περιέχεται η ασκηθείσα υπ' αυτού ανταίτηση, προκύπτει, ότι αυτός, μεταξύ των λοιπών αιτημάτων, υπέβαλε και αίτημα περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας αυτού, ως παρόδιου ιδιοκτήτη. Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου, στη μεν μείζονα πρόταση αυτής αναφέρεται ότι "συνερευνώνται και οι δια των προτάσεων της πρώτης συζήτησης αντίθετες αιτήσεις που κρίθηκαν παραδεκτές και νόμιμες και αφορούν τις ιδιοκτησίες ΚΠ 72 (δηλαδή την ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος)", στη δε ελάσσονα πρόταση αυτής διαλαμβάνεται ειδικό κεφάλαιο, και ειδικώτερα το Κεφάλαιο Δ' αυτής "ως προς την ισχύ ή μη του τεκμηρίου ωφελείας", το οποίο αφορά "όλα τα παρόδια ακίνητα της ένδικης απαλλοτρίωσης", προκύπτει σαφώς, ότι το δικάσαν Εφετείο ερεύνησε και το αίτημα του αναιρεσείοντος, περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας και το απέρριψε, πλην, όμως, χωρίς αιτιολογία, ως προς την ιδιοκτησία ΚΠ 72.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, κατά το από το άρθρ. 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., μέρος αυτού. Επίσης, απορριπτέος είναι και κατά το μέρος αυτού, από το άρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, καθόσον το, ως άνω, αίτημα (περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας), το ασκηθέν, όπως προαναφέρθηκε, με ανταίτηση, υποβληθείσα με τις προτάσεις του αναιρεσείοντα, ήταν απορριπτέο, ως απαράδεκτο, δεδομένου ότι η ανταίτηση πρέπει να αναφέρεται στα ίδια κεφάλαια με την αίτηση, πλην όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν περιείχετο αντίστοιχο αίτημα στην (κύρια) αίτηση του νυν αναιρεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου, όπως προκύπτει από τον παραδεκτώς γενόμενο έλεγχο του τελευταίου αυτού δικογράφου και, ως εκ τούτου, το, ως άνω, αίτημα μόνο με αυτοτελή (κυρία) αίτηση μπορούσε να ασκηθεί.

Επομένως, το δικάσαν Εφετείο, το οποίο απέρριψε το, κατά, τα ως άνω, απαραδέκτως υποβληθέν αίτημα, έστω και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως αβάσιμο, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε (αρθ. 578 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 20 παρ. 7 του Ν. 2882/2001, το Εφετείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, από απαλλοτρίωση, δύναται να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, εφόσον είναι απαραίτητη για τη διάγνωση της αλήθειας, ενώ κατά την παράγρ. 7 του ίδιου άρθρου, το Εφετείο εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά.

Επίσης, κατά τη διάταξη του αρθρ. 19 παρ. 9 του ίδιου ως άνω νόμου, η οποία, κατά τη διάταξη, του άρθ. 20 παρ. 6, έχει εφαρμογή και κατά τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Από το συνδυασμό των, ως άνω, διατάξεων, προκύπτει, ότι η κρίση για το απαραίτητο ή μη της διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ανήκει κυριαρχικά στο Εφετείο, η δε κρίση του αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, καθώς και ότι η έκθεση του πραγματογνώμονα εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και λαμβάνεται υπόψη και εάν δεν πληροί τους όρους του νόμου.

Περαιτέρω, ο από το αρθ. 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης (παραβίαση του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων), δεν ιδρύεται στις ειδικές διαδικασίες, κατά τις οποίες λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου, μεταξύ των οποίων (ειδικών διαδικασιών) συγκαταλέγεται και η ειδική διαδικασία προσδιορισμού αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης.

Επομένως, ο τρίτος, κατά το ένα μέρος αυτού, από αρθ. 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι το δικάσαν Εφετείο απέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη μόνο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αλλά και σε κάθε περίπτωση, ως αβάσιμος, όπως, επίσης, αβάσιμος, είναι ο ίδιος, κατά το άλλο σκέλος αυτού, από το άρθ. 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ.

λόγος, για μη λήψη υπόψη των αναφερόμενων στο αναιρετήριο αποδεικτικών μέσων, καθόσον από την περιεχόμενη στη προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι "το δικαστήριο κατέληξε στο δικανικό του πόρισμα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, από όλα τα έγγραφα που νόμιμα, με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάμεσα στα οποία τα έγγραφα της απαλλοτριωτικής προδικασίας και έγγραφες γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, την έκθεση του νομίμως διορισθέντος και ορκισθέντος πραγματογνώμονος ...

και την έκθεση της ... που διορίστηκε από το Δημόσιο τεχνικός σύμβουλός του", προκύπτει ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη και τα φερόμενα ως δήθεν μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, καθώς και ότι συνεκτίμησε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, μαζί με όλα τα λοιπά, ως άνω, μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα και ότι δεν απέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη μόνο σαυτήν.

IV. Απορριπτέος, επίσης, ως απαράδεκτος είναι ο τέταρτος, από το αρθρ. 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την, ως άνω, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εκ του ότι αυτή, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, κατετέθη εκπρόθεσμα, καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στη διαδικασία για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη και εάν ακόμη δεν πληροί τους όρους του νόμου.

V. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώθηκε με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προβάλλεται η αιτίαση, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από το άρθ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., της παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των αρθρ. 13 παρ. 1 εδ. β Ν. 2882/2001 και του αρθ. 50 της ΕΣΔΑ και αρθ. 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν ακίνητο (έδαφος) ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, με στοιχεία ΚΠ 72.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον, με τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο σχετικά με το λόγο αυτό αιτιάσεις, υπό την προσχηματική επίκληση της παραβίασης των, ως άνω, διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς το ζήτημα του ύψους της καθορισθείσας αποζημίωσης, για το έδαφος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.

Με τον ίδιο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης, από το αρθ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο δικάσαν Εφετείο η πλημμέλεια α) της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του αρθ. 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 και αρθ. 50 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, ως προς το ζήτημα του αιτήματος περί επιδίκασης στον αναιρεσείοντα - ανταιτούντα ιδιαίτερης αποζημίωσης, για το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση, τμήμα του ακινήτου του, το οποίο απορρίφθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως αβάσιμο και β) της έλλειψης νόμιμης βάσης, ένεκα ανεπαρκούς αιτιολογίας, ως προς το ίδιο ως άνω ζήτημα.

Το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε τα εξής: "Η ΚΠ 72 ιδιοκτησία είχε εμβαδόν 729 μ2. Απαλλοτριώθηκαν 56 μ2 και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα εμβαδού 673 μ2, συνεπώς και πριν και μετά την απαλλοτρίωση πρόκειται για μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ακίνητο και τμήμα εκτός απαλ/σης. Η εκτιμητική επιτροπή λόγω της μικρής έκτασης που απαλλοτριώνεται εκτιμά τη μείωση της αξίας του εκτός απαλ/σης τμήματος σε 10%.

Ο ... στην από Δεκέμβριο 2002 έγγραφη γνωμοδότησή του εκτιμά τη μείωση αυτή σε 40%, εκθέτοντας ότι στο ακίνητο λειτουργεί βάσει σύμβασης μίσθωσης επιχείρηση επισκευής και εμπορίας σκαφών, οι εγκαταστάσεις της οποίας υπάρχουν στο βάθος του ακινήτου. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι λόγω του μικρού εμβαδού που απαλλοτριώνεται στο άνω ακίνητο, που ήταν μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, ουδόλως μειώνεται η αγοραία αξία του εναπομείναντος εκτός απαλ/σης τμήματος".

Και υπό τις, ως άνω, παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο, έκρινε, όπως προαναφέρθηκε, ότι το αίτημα της επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης, για το απομένον τμήμα της ΚΠ 72 ιδιοκτησίας είναι απορριπτέο. Με το να κρίνει έτσι, διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα αυτό, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι ο λόγος αυτός, κατά το από το αρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.

μέρος του, ενώ, κατά το μέρος αυτού, από το άρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν επήλθε ή όχι μείωση του απομένοντος, μετά την απαλλοτρίωση, τμήματος, συνιστά κρίση περί τα πράγματα, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 185/1980), οι δε επικαλούμενες στο αναιρετήριο, σχετικά με το μέρος αυτό του προκείμενου λόγου αιτιάσεις, αναφέρονται στην ανέλεγκτο κρίση του δικαστηρίου, περί του ότι το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση, τμήμα της ΚΠ 72 ιδιοκτησίας δεν υπέστη μείωση της αξίας του.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-11-2007 αίτηση του αναιρεσείοντα ..., γιά αναίρεση της υπ' αριθμ. 2941/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ