Supreme Court allows appeal against traffic accident judgment due to unclear reasoning on comparative negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a traffic accident case. The appellant argued that the lower court failed to provide clear reasoning regarding comparative negligence and the causal link between the parties' actions. The court found the lower court's justification insufficient and remanded the case for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 532, 533 §1, 559 §19, 183, 186 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court's reasoning on comparative negligence is unclear and insufficient for appellate review, necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2333 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2333/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πέππα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων Ζημιών με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζανετάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/11/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4203/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2882/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/9/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 22/10/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., όπως συμπληρώνεται από την Εισηγήτρια Αρεοπαγίτη, του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., όπως συμπληρώνεται από την Εισηγήτρια Αρεοπαγίτη, καθώς και του τρίτου λόγου αυτής, από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., την απόρριψη δε των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση (η οποία μπορεί να θεμελιώνεται και σε κανόνα δικονομικού δικαίου) πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 532 και 533 §1 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προ της εξετάσεως των λόγων της εφέσεως, ερευνά τις προϋποθέσεις του "τυπικώς παραδεκτού" αυτής και ειδικότερα την νομιμοποίηση των διαδίκων, το εκκλητό ή μη της προσβαλλομένης αποφάσεως και την άσκηση αυτής εκτός της κατά νόμου ορισμένης προθεσμίας.
Πέραν, όμως, τούτων, για το "τυπικώς παραδεκτό" της εφέσεως απαιτείται και η ανυπαρξία ορισμένων προϋποθέσεων όπως και η μη αποδοχή εκ μέρους του εκκαλούντος της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 299 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι η αποδοχή της αποφάσεως προ της ασκήσεως της εφέσεως, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεώς της και καθιστά απαράδεκτη την έφεση, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυναμένη να γίνει και σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός.
Τέτοια περίπτωση σιωπηράς παραιτήσεως από την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως συντρέχει και όταν ο εναχθείς ως οφειλέτης καταβάλει το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε στον ενάγοντα, με την πρωτόδικη απόφαση και με διάταξη προσωρινώς εκτελεστή, καθώς και την δικαστική δαπάνη, ως προς την οποία η απόφαση δεν κηρύσσεται προσωρινώς εκτελεστή, όταν η καταβολή γίνει χωρίς επιφύλαξη, προκειμένου δε περί εναγομένου νομικού προσώπου εφ' όσον η καταβολή έγινε από πρόσωπο που ασκεί την διοίκηση ή είναι εφοδιασμένο με την ειδική εξουσία να ενεργεί πράξεις αποδοχής (ΑΠ 86/1997).
Τα αποτελέσματα της αποδοχής επέρχονται εκ του νόμου, αυτή δε αποκτά ισχύ από της εκδηλώσεώς της, μη υποκείμενη σε ανάκληση, και δεν χρήζει της συναινέσεως του αντιδίκου του αποδεχομένου. Η τοιαύτη σιωπηρά αποδοχή της πρωτοδίκου αποφάσεως και το, συνεπεία αυτής, απαράδεκτο της εφέσεως, προτείνεται από τον εφεσίβλητο κατ' ένσταση, για την πληρότητα δε της ενστάσεως αυτής απαιτείται η επίκληση των, ως άνω, στοιχείων, τα οποία δεν προκύπτουν από την αυτεπάγγελτο έρευνα του δικαστηρίου.
Η έλλειψη, όμως, κάποιου από τα στοιχεία αυτά μπορεί να καλυφθεί, όταν η αποδοχή και οι πράξεις που την συγκροτούν συνομολογούνται από τον εκκαλούντα, με το εισαγωγικό δικόγραφο της εφέσεώς του, εφ' όσον στην περίπτωση αυτή η ομολογία τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως άνευ εννόμου επιρροής. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως, ενώ θα πρέπει το δικαστήριο, η απόφαση του οποίου προσβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως, να ήταν υποχρεωμένο να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση.
Μέσω δε του λόγου αυτού ελέγχεται και η αοριστία, ποσοτική, ή ποιοτική της αγωγής ή ενστάσεως, καθώς και το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 §2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι: με την υπ' αριθμ. 4203/29-9-2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε εν μέρει δεκτή η από 8-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας (με την οποία αυτή ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει τα εις αυτή ποσά, ως αποζημίωσή της για την ζημία την οποία υπέστη από το ένδικο ατύχημα, που έλαβε χώρα από υπαιτιότητα του ασφαλισμένου της, Σωτηρίου Σουκαρά, καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση αυτής, λόγω ηθικής βλάβης) και:
α) υποχρεώθηκε η εναγομένη - αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 1.443,36 Ευρώ, εντόκως νομίμως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, ενώ η διάταξη αυτή κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, β) αναγνωρίσθηκε, ότι η ανωτέρω εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτή το ποσό των 300 Ευρώ, εντόκως νομίμως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως και γ) επιβλήθηκε εις βάρος της ίδιας μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία όρισε σε 150 Ευρώ.
Την 21-11-2006, η ήδη αναιρεσίβλητος-εναγομένη άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως, στο δικόγραφο της οποίας, προ της αναπτύξεως των λόγων της εφέσεως, διέλαβε, ότι: "... Η ημετέρα Ασφαλιστική Εταιρεία παρά το γεγονός ότι η εκδοθείσα και ήδη εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 4203/2005 οριστική απόφασις εσφαλμένως εξετίμησε τας αποδείξεις, ως προς την υπαιτιότητα της εφεσιβλήτου και ουδόλως συνεκτίμησε το γεγονός ότι αυτή κατά τον χρόνο της επελεύσεως της συγκρούσεως ετέλει εις κατάστασιν μέθης, η οποία ευρίσκετο εις προφανή αιτιώδη σύνδεσμον μετά της ενδίκου συγκρούσεως, προέβη εις εξόφλησιν της ζημίας και τούτο εγένετο διότι τα έξοδα προσβολής της αποφάσεως ενώπιον του Εφετείου θα ανήρχοντο εις το ύψος των επιδικασθέντων κονδυλίων, ήτοι η προσβολή της αποφάσεως δι' εφέσεως ήτο οικονομικώς ασύμφορος και ούτω "προεκρίθη η αποδοχή" της εκδοθείσης αποφάσεως δι' ολοσχερούς εξοφλήσεως των κονδυλίων της μετά των τόκων και εξόδων ...
Έτσι, την 11-10-2005 καταβάλλομεν προς την πληρεξούσια δικηγόρο της εφεσιβλήτου εις πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των επιδικασθέντων κονδυλίων της ... αποφάσεως ... τα εξής ποσά α) δια κεφάλαιον 2.043,36 Ευρώ, β) δια νομίμως τόκους 159,55 Ευρώ και γ) δια δικαστική δαπάνην 15 Ευρώ ... Παρά ταύτα, ... η εφεσίβλητος δια της αυτής πληρεξουσίας δικηγόρου της ήσκησε καθ' ημών την από 14-2-2006 ...
δευτέραν αγωγήν της ...". Κατόπιν τούτου, η εφεσίβλητος - αναιρεσείουσα, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, ενώπιον του Εφετείου, πρότεινε τον ισχυρισμό περί του απαραδέκτου της εφέσεως, λόγω αποδοχής της εκκαλουμένης αποφάσεως από την εκκαλούσα, εφ' όσον αυτή εξόφλησε πλήρως και ολοσχερώς τα ποσά της αποφάσεως και παραιτήθηκε των ενδίκων μέσων, αναφερομένη μάλιστα στον "άπελπι ισχυρισμό της, ότι προέβη στην εξόφληση λόγω του οικονομικώς ασυμφόρου ασκήσεως ενδίκων μέσων", ενώ με την προσθήκη των προτάσεών της αναφέρθηκε εκ νέου στην αποδοχή της εκκαλουμένης αποφάσεως και την περί αυτής ομολογία της εκκαλούσας που περιέχεται στην έφεσή της.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, απέρριψε, ως αόριστο, τον ανωτέρω, περί απαραδέκτου της εφέσεως, ισχυρισμό της εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείουσας, επειδή δεν αναφέρετο ότι η καταβολή των ποσών έγινε ανεπιφυλάκτως από την εκκαλούσα και ότι "η παραίτηση και η καταβολή έγινε από πρόσωπο της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας που ασκούσε σύμφωνα με τον νόμο ή το καταστατικό τη διοίκησή της, ή είχε ειδική εξουσία να αποδέχεται αποφάσεις ή να παραιτείται από την άσκηση ενδίκων μέσων".
Όμως, με βάση όσα εκτίθενται ανωτέρω και στην μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψεως, το Εφετείο ουχί νομίμως απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό αυτό και κήρυξε ακυρότητα, με αποτέλεσμα την μη περαιτέρω κατ' ουσίαν έρευνα αυτού, ώστε να κριθεί το παραδεκτό ή μη της ασκήσεως της εφέσεως, εν όψει του ότι τα φερόμενα ως ελλείποντα, στον προαναφερόμενο ισχυρισμό της εφεσιβλήτου ήδη αναιρεσείουσας, πραγματικά περιστατικά συνομολουγούντο, με το δικόγραφο της εφέσεως, που είχε ασκήσει η ήδη αναιρεσίβλητος και ως εκ τούτου είχαν καλυφθεί.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, όπως, κατ' άρθρου 562§4 του Κ.Πολ.Δ., συμπληρώνεται από την εισηγήτρια Αρεοπαγίτη.
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 του ΝΓΠΝ/1911, 297-300, 330 εδ. β' και 914 Α.Κ., συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οχημάτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας αποτελεί και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση της συγκρούσεως αυτοκινήτων, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 12 §1 εδ. β' του ΚΟΚ, οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 αυτού, ο οδηγός, που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπ' όψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους.
Εξ άλλου, οι έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού, για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.
α' και β' και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και για παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται το δικαστήριο, ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.
Αντιφατικότητα δε των αιτιολογιών υπάρχει όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει ποια περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ορθώς εφήρμοσε τον νόμο. Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, εν σχέσει προς την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγών: "...
Στις 28-8-2004 και περί ώρα 5.50' πρωινή, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη Ψ, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, με συνεπιβαίνουσα την φίλη της ΑΑ, εκινείτο επί της Ν.Ε.Ο. ...-... στο ρεύμα πορείας προς ... επιστρέφοντας από ολονύκτια διασκέδαση. Την ίδια ημέρα και ώρα, ο ΒΒ, οδηγώντας την υπ' αριθμ. ...
δίκυκλο μοτοσικλέτα του, ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την δεύτερη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο στην ίδια ως άνω Εθνική οδό, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, σε απόσταση από το προαναφερόμενο αυτοκίνητο, και ομόρροπα με αυτό, έχοντας συνεπιβάτιδα στο πίσω κάθισμα της μοτοσικλέτας την ΓΓ.
Όταν η ενάγουσα έφθασε στο ύψος του 16ου χιλιομέτρου της Εθνικής Οδού όπου υπάρχει (στο προς ... ρεύμα κυκλοφορίας) δεξιά λωρίδα εκτάκτου ανάγκης, πλάτους 3,20 μέτρων και τρεις λωρίδες κύριας κυκλοφορίας πλάτους 3,60 μέτρων εκάστη και συνολικού πλάτους 10.80 μέτρων με μικρή κλίση και αριστερή ομαλή στροφή καθώς και επαρκής τεχνητός φωτισμός, κινήθηκε αρχικά στην λωρίδα εκτάκτου ανάγκης.
Στη συνέχεια, η ενάγουσα, έχουσα σκοπό να καταλάβει την μεσαία λωρίδα, προσπέρασε από αριστερά το ομόρροπα αυτής επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας κινούμενο Στρατιωτικό Λεωφορείο, εισήλθε έμπροσθεν αυτού και χωρίς να ελέγξει αν η μεσαία λωρίδα είναι ελεύθερη από άλλα κινούμενα σε αυτή οχήματα, παρενεβλήθη αιφνιδιαστικά στην πορεία του επί της μεσαίας λωρίδας κινούμενου εκείνη την στιγμή οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας ΒΒ, με αποτέλεσμα ο τελευταίος, ο οποίος εκινείτο με ταχύτητα υπερβαίνουσα κατά πολύ την επιτρεπόμενη τοιαύτη των 80 χιλιομέτρων ανά ώρα για την περιοχή, να επιπέσει με το εμπρόσθιο μέρος του επί του οπισθίου αριστερού μέρους του αυτοκινήτου της ενάγουσας.
Η σύγκρουση ήταν σφοδρότατη και εξ αυτής, το μεν Ι.Χ. αυτοκίνητο της ενάγουσας σταμάτησε προς τα δεξιά, στην λωρίδα εκτάκτου ανάγκης και σε απόσταση 81,75 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης, η δε μηχανή εκσφενδονίσθηκε στην αριστερή λωρίδα και σε απόσταση 62,75 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, προσκρούοντας στο διαχωριστικό των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας στηθαίο και εντεύθεν κατέληξε στο μέσον της αριστερής λωρίδας και σε απόσταση 10,85 μέτρων από το αρχικό σημείο πρόσκρουσης (του διαχωριστικού στηθαίου).
Λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, τραυματίσθηκαν, η ανωτέρω ενάγουσα και η συνεπιβαίνουσα στην δίκυκλη μοτοσικλέτα ΓΓ, η οποία βρέθηκε στο οδόστρωμα και τραυματίσθηκε βαρύτατα. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συνυπαίτιοι για την ένδικη σύγκρουση με ποσοστό συνυπαιτιότητας 50% έκαστος, είναι και οι δύο οδηγοί των συγκρουσθέντων οχημάτων, η μεν οδηγός του υπ' αριθμ. ...
Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και πραγματοποίησε επικίνδυνους ελιγμούς, αφού άλλαξε αιφνιδίως λωρίδα κυκλοφορίας από δεξιά προς τα αριστερά, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι η μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας είναι ελεύθερη από άλλα κινούμενα οχήματα και μάλιστα ευρισκόμενη υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δοθέντος ότι ανιχνεύθηκε 0,60mg/lt αίματος κατά την πρώτη μέτρηση και 0,65 mg/lt αίματος, όπως αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας που συνέταξε η Τροχαία Κηφισιάς, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ.1, 21 παρ.1 και 2 και 42 του Κ.Ο.Κ., ο δε οδηγός της υπ.
αριθμ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, επειδή είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ.1 και 2 του Κ.Ο.Κ., γι' αυτό δεν μπόρεσε να τροχοπεδήσει έγκαιρα ή να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό. Σαφείς περί των ανωτέρω συμπερασμάτων, είναι οι προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων ... και ..., στρατιωτικών, οι οποίοι την 28-8-2004 το πρωί, επέβαιναν σε υπηρεσιακό στρατιωτικό λεωφορείο που τους μετέφερε από στρατόπεδο ...
στο χωριό τόπου στο Ολυμπιακό στάδιο ...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε συνυπαιτίους στην επέλευση του ατυχήματος τους οδηγούς αμφοτέρων των εμπλακέντων σε αυτό αυτοκινήτων, με ποσοστό συνυπαιτιότητας 50% έκαστον και, εξαφανίζοντας, κατά παραδοχήν της εφέσεως, που ασκήθηκε από την εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητο, την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος του οδηγού της δικύκλου μοτοσικλέτας, ΒΒ, εμείωσε τα επιδικασθέντα, με την πρωτόδικο απόφαση, ποσά της αποζημιώσεως της ήδη αναιρεσείουσας, για την ζημία την οποία υπέστη από το ατύχημα, αναλόγως, του ποσοστού της συνυπαιτιότητάς της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, εν σχέσει προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ατυχήματος, ήτοι ως προς την σωστή ή μη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας της τελευταίας και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής (υπαιτιότητος) προς το επελθόν αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται: α) ότι η δίκυκλη μοτοσικλέτα, την οποία ωδήγει ο ΒΒ, εκινείτο στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας ομορρόπως, και "σε απόσταση", από το αυτοκίνητο της ήδη αναιρεσείουσας, το οποίο εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και διενήργησε υπέρβαση του προ αυτού κινουμένου στρατιωτικού λεωφορείου, εισελθόν έμπροσθεν αυτού και β) ότι το αυτοκίνητο της αναιρεσείουσας ακολούθως κινήθηκε αριστερά, με σκοπό να καταλάβει την μεσαία λωρίδα, και "παρενεβλήθη αιφνιδιαστικά" στην πορεία της μοτοσικλέτας, δεν αποσαφηνίζει:
α) αν, προ της προς τα αριστερά κινήσεως του αυτοκινήτου της, η αναιρεσείουσα είχε ενεργοποιήσει ή όχι τους φανούς αλλαγής κατευθύνσεως και είχε έτσι καταστήσει γνωστή, στους οδηγούς των κινουμένων στη μεσαία λωρίδα οχημάτων, την πρόθεσή της να εισέλθει σ' αυτή, β) σε ποια απόσταση ευρίσκετο η δίκυκλη μοτοσικλέτα, κατά τον χρόνο της προς τα αριστερά κινήσεως του αυτοκινήτου της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, γ) με πόση ταχύτητα έβαινε, κατά τον αυτό χρόνο, η δίκυκλη μοτοσικλέτα, αρκούμενο απλώς στην αναφορά, ότι έβαινε με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 80 χλμ/Ω.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση να αναιρεθεί εξ ολοκλήρου και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλου δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν, να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας της (άρθ. 186, 183 Κ.Πολ.Δ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
Εξ άλλου, αναιρουμένης της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι αφορούν στα αυτά κεφάλαια αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2882/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ