Legislator Case Law & Legislation
2332/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations and procedural grounds regarding insurance claims.

Case Number 2332/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting her insurance claim. The appellant argued that the statute of limitations was interrupted by a prior lawsuit filed in 1992, which she claimed was dismissed for formal defects rather than substantive reasons. The court found the appeal inadmissible because the appellant failed to prove the prior lawsuit was dismissed for formal reasons, and the third ground was rejected as it contradicted the lower court's reasoning. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 10 of Law 2486/1997; Art. 195 of the Code of Obligations: The statute of limitations for insurance claims is calculated from the end of the year in which the claim arose, and the interruption of the limitation period requires a formal dismissal of the prior suit for formal reasons, not substantive ones.

Keywords

AI generated
statute of limitations insurance contract interruption of limitation procedural dismissal supreme court appeal legal costs substantive vs formal

Cited Legislation

AI generated
Art. 10 of Law 2486/1997
Art. 195 of the Code of Obligations
Art. 33 and 34 of Law 2496/1997
Art. 24 and 25 of the Introductory Law to the Civil Code
Art. 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 561(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
No. 26068/2003
No. 6324/2005
No. 15766/2006
No. 26/2008
No. 29183/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2332 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2332/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Νούσια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26068/2003 και 6324/2005 μη οριστικές, η 15766/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 26/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/9/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 26/10/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 26/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 2486/1997, αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται, στις ασφαλίσεις ζημιών, μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν, κατά δε το άρθ. 195 Εμπ.Ν., κάθε αγωγή που πηγάζει από τη σύμβαση της ασφάλισης ή της ζωής, παραγράφεται μετά την παρέλευση τριών (3) ετών, που αρχίζουν από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση.

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθ. 33 και 34 του ως άνω Ν. 2496/1997 και των αναλογικά εφαρμοζομένων διατάξεων των αρθ. 24 και 25 Εισ. Ν. ΑΚ., συνάγεται ότι η ουσιαστική έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού επέρχεται έξη (6) μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Ε.Κ., ήτοι, από 17-11-1997 και ότι ο νεότερος αυτός νόμος εφαρμόζεται στις περιπτώσεις, που η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίσθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του, καταλαμβάνει, όμως και τις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνήφθησαν προηγουμένως, εάν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε μετά την έναρξη της ισχύος του.

Αντίθετα, εάν η ασφαλιστική περίπτωση έχει επέλθει πριν από την έναρξη της ισχύος του (δηλαδή πριν από 17-11-1997), τότε έχουν εφαρμογή οι οικείες διατάξεις του Εμπ.Ν. και προκειμένου περί παραγραφής της αξίωσης του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, η, ως άνω, διάταξη του αρθ. 195 Εμπ.Ν. Επίσης, κατά το άρθρο 251 Α.Κ., η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και εκείνων του άρθρου 201 Εμπ. Ν. συνάγεται ότι, επί συμβάσεως ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή έναντι του ασφαλιστή, γεννάται όταν ο τρίτος που ζημιώθηκε, έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο τη σχετική προς αποκατάσταση της ζημιάς του αγωγή, γιατί έκτοτε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση (κίνδυνος), έστω και αν δεν έχει προσδιορισθεί με δικαστική απόφαση ή εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξίωσης του τρίτου, που ζημιώθηκε και επομένως ούτε και το ποσό της αξίωσης του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή και έκτοτε καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή.

Κατά συνέπεια, η αξίωση αυτή του ασφαλισμένου παραγράφεται με την παρέλευση τεσσάρων ετών ή τριών ετών, κατά τα ως άνω, που αρχίζουν από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο επιδόθηκε στον ασφαλισμένο η αγωγή του ζημιωθέντος τρίτου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθ. 72 ΚΠολΔ, εάν ο οφειλέτης δεν προβαίνει σε δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του, ο δανειστής του μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία, για λογαριασμό του, ασκώντας αυτός τα δικαιώματα του οφειλέτη του (πλαγιαστική αγωγή).

Προϋπόθεση, όμως, για την ευδοκίμηση της πλαγιαστικής αγωγής, την οποία ο ζημιωθείς τρίτος ασκεί κατά του ασφαλιστή, σε περίπτωση αδράνειας του οφειλέτη του ασφαλισμένου, είναι να μην έχει υποπέσει σε παραγραφή η (κυρία) αξίωση του οφειλέτη - ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή. Τέλος, από τη διάταξη του αρθ. 260 Α.Κ., το οποίο ορίζει ότι, η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο, συνάγεται ότι, αρκεί για τη διακοπής της παραγραφής οποιαδήποτε συμπεριφορά ή ενέργεια του οφειλέτη προς το δανειστή, με την οποία εκφράζεται, ρητώς ή σιωπηρώς, αλλά σαφώς, η πεποίθηση του οφειλέτη για την ύπαρξη της υποχρέωσής του και της αξίωσης του δανειστή, εις τρόπον ώστε να μην παρίσταται αναγκαία η έγερση της οικείας αγωγής, χωρίς να είναι απαραίτητο, η τοιαύτη συμπεριφορά ή ενέργεια του οφειλέτη να έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα ή να γίνεται με το σκοπό ανάληψης υποχρέωσης ή να γίνει αποδεκτή από το δανειστή.

Τοιαύτη αναγνώριση συνιστά και η παροχή νομικής προστασίας προς τον ασφαλισμένο από τον ασφαλιστή, που συμμετέχει στη δίκη για την απόκρουση της αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου, με κοινή νομική εκπροσώπηση. Η δια του τρόπου αυτού αναγνώριση και η, συνεπεία αυτής επελθούσα διακοπή της παραγραφής παύει (και αρχίζει έκτοτε νέα παραγραφή) μετά την πράξη, δια της οποίας εγένετο η αναγνώριση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, κρίνοντας επί της πλαγιαστικής αγωγής, την οποία η ενάγουσα - νυν αναιρεσείουσα άσκησε κατά της εναγομένης - νυν αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας δέχθηκε τα εξής: "Οι ενάγουσες της ένδικης πλαγιαστικής αγωγής Χ και ...(η δεύτερη μη διάδικος στην παρούσα δίκη) άσκησαν κατά των εναγομένων Ψ1 και Ψ2 (επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) και της ασφαλιστικής εταιρίας "Εθνική - Α.Ε.Ε.Γ.Α." την από. 11-6-1992 αγωγή, τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητώντας αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για τη ζημία που υπέστησαν, εξαιτίας του τραυματισμού τους, σε τροχαίο ατύχημα, που έγινε στο 19° χλμ.

της Ε.Ο. ...στις 16-6-1987, από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου που οδηγούσε το ΜΗ ... αυτοκίνητο, προστηθείς από τον δεύτερο εναγόμενο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για ζημιές σε τρίτους στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 29.183/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε, λόγω παραγραφής, η αγωγή.

ως προς την τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τους άλλους δύο εναγόμενους. Σημειώνεται ότι, με την απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν σωρεύεται στο δικόγραφο της αγωγής πλαγιαστική αγωγή του δευτέρου εναγομένου κατά της τρίτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας και η συμπλήρωση του αιτήματος του εναγομένου για σώρευσή της με τις προτάσεις του ήταν απαράδεκτη.

Μετά την έκδοση της απόφασης (8-12-1998) δεν έγινε επίδοσή της ούτε ασκήθηκε έφεση, όπως συνομολογείται από όλους τους διαδίκους και προκύπτει (η μη άσκηση έφεσης) από το ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ούτε έγινε άλλη διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Έτσι μετά την παρέλευση τριετίας από του τέλους του έτους εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση, οι αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφηκαν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αφού εν προκειμένω εφαρμόζεται η παραγραφή του αρθρ. 195 Εμπ.Ν.

Η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 5-6-2002 και επιδόθηκε στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία στις 7-6-2002 (βλ. επισημείωση στο αντίγραφο της αγωγής του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ...). Τότε όμως η αξίωση των ασφαλισμένων της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, την οποία ασκούν πλαγιαστικώς οι ενάγουσες, είχε παραγραφεί γιατί είχε παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της τριετίας από τις 31-12-1998, όπως βάσιμα ισχυρίσθηκε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με ένστασή της που ορισμένως και νομίμως προέβαλε και καταχωρίστηκε στα πρακτικά της συζήτησης στις 11-6-2003 και ανέπτυξε στις στη δίκη εκείνη κατατεθείσες προτάσεις της.

Διακοπή της παραγραφής μετά τις 31-12-1998 δεν επήλθε με οποιοδήποτε τρόπο. Ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι η πλαγιαστική αγωγή είχε σωρευθεί στην κύρια αγωγή τους (από 11-6-1992), η οποία με την προαναφερόμενη 29.183/8-12-1998 απόφαση απορρίφθηκε ως αόριστη και την εγείρουν και πάλι μέσα σε έξι μήνες, κατ' αρθρ. 263 παρ. 2 ΑΚ, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε ασκηθεί καν πλαγιαστική αγωγή και όχι ότι ήταν αόριστη.

Η διατήρηση της πληρεξουσιότητας του δικηγόρου όλων των εναγομένων της πρώτης αγωγής (από 11-6-1992) που ήταν κοινή και πράγματι συγκροτεί (η κοινή εκπροσώπηση) την έννοια της αναγνωρίσεως της αξιώσεως ως λόγο διακοπής της παραγραφής (βλ. ανωτέρω) ουδόλως επηρεάζει την παραγραφή, αφού μετά τη λήξη της επιδικίας, με έκδοση οριστικής απόφασης, δεν αναστέλλεται η παραγραφή εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο".

Και υπό τις ως άνω παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο έκρινε απορριπτέα, λόγω παραγραφής, την κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ασκηθείσα πλαγιαστική αγωγή, δεχθέν ως βάσιμη κατ'ουσία την έφεση της τελευταίας και αφού εξαφάνισε, ως προς αυτήν (ασφαλιστική εταιρεία), την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο αντιθέτως είχε αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, εδίκασε εκ νέου την αγωγή και απέρριψε αυτή.

Ι. Με τον πρώτο, κατά το ένα σκέλος αυτού, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 260 και 270 Α.Κ., εκ του ότι δέχθηκε ότι η νέα (τριετής) παραγραφή της ένδικης αξίωσης, η οποία (παραγραφή) είχε διακοπεί με την αναγνώριση της ένδικης αξίωσης από την εναγομένη - νυν αναιρεσίβλητο ασφαλιστική εταιρεία, δια της συμμετοχής της στη δίκη με κοινό πληρεξούσιο δικηγόρο, με τον συνεναγόμενο - ασφαλισμένο της, άρχισε να προσμετράται από την έκδοση (8-12-1998) της οριστικής απόφασης (29183/1998) και ότι, κατά συνέπεια, η τριετία είχε συμπληρωθεί μέχρι την άσκηση της υπό δίκη (από 7-6-2002) αγωγής, ενώ, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, η προσμέτρηση του χρόνου της νέας παραγραφής αρχίζει, μετά τη συμπλήρωση της τριετούς προθεσμίας προς άσκηση εφέσεως κατά της ως άνω, μη επιδοθείσας, οριστικής απόφασης, ήτοι την 8-12-2001, άλλως την 11-6-2003, ήτοι την ημερομηνία συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, χρονικά σημεία, κατά τα οποία, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, έπαυσε η συμμετοχή στη δίκη της εναγομένης - νυν αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, δια κοινής με τον ασφαλισμένο της εκπροσώπησης και περατώθηκε η αναγνώριση.

Κατά δε το άλλο σκέλος του ίδιου λόγου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην, από το αρθ. 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., προβλεπόμενη πλημμέλεια, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα αντένσταση, περί διακοπής της παραγραφής, δια της αναγνώρισης της ένδικης αξίωσης από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με τη συμμετοχή της στη δίκη, δια κοινού πληρεξουσίου δικηγόρου, με τον συνεναγόμενό της ασφαλισμένο.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος αυτού, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον, από την τελευταία πράξη, με την οποία εγένετο η αναγνώριση της ένδικης αξίωσης, δια της κοινής συμμετοχής στη δίκη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, ομού μετά του ασφαλισμένου - συνεναγομένου της, δηλαδή κατά τη δικάσιμο της 29-9-1998, μετά την οποία εξεδόθη η υπ' αριθμ. ...

απόφαση, με την οποία παύει, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, η δια της αναγνώρισης επελθούσα διακοπή της παραγραφής και αρχίζει νέα παραγραφή, μέχρι την άσκηση (7-5-2002) της υπό κρίση αγωγής, είχε παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της τριετίας, ο οποίος ισχύει, για την παραγραφή της ένδικης αξίωσης, σύμφωνα με τα κατωτέρω στον δεύτερο λόγο αναίρεσης αναφερόμενα και κατά συνέπεια η ένδικη αξίωση είχε υποπέσει σε παραγραφή.

Με το να κρίνει έτσι κατ' αποτέλεσμα και το δικάσαν Εφετείο, έστω και με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι η κοινή εκπροσώπηση όλων των εναγομένων της πρώτης αγωγής, η οποία συγκροτεί την έννοια της αναγνώρισης της αξίωσης, ως λόγο διακοπής της παραγραφής "ουδόλως επηρεάζει την παραγραφή, αφού μετά τη λήξη της επιδικίας, με την έκδοση οριστικής απόφασης δεν αναστέλλεται η παραγραφή, εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο" - αιτιολογία η οποία συνάδει όταν η νέα παραγραφή αρχίζει μετά τη διακοπή, την επελθούσα με την άσκηση της αγωγής (αρθ. 261 ΑΚ) περίπτωση, εξ άλλου, στην οποία αναφέρεται και η απόφαση της Ολομέλειας του Α.Π. (1143/1983), στην οποία απρόσφορα παραπέμπει η προσβαλλομένη απόφαση, και όχι μετά τη διακοπή, την επελθούσα με την αναγνώριση της αξίωσης (αρθ. 260 ΑΚ) - δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σαυτό πλημμέλεια της παραβίασης των αρθ. 260 και 270 ΑΚ εξού και όπως προαναφέρθηκε είναι απορριπτέος ο προκείμενο λόγος (αρθ. 578 ΚΠολΔ).

Επίσης, απορριπτέος, ως αβάσιμος είναι ο ίδιος (πρώτος) και κατά το άλλο σκέλος αυτού λόγος αναίρεσης, καθόσον, από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της εναγομένης - αντένσταση, περί διακοπής της παραγραφής, δια της αναγνώρισης της ένδικης απαίτησης και τον απέρριψε.

ΙΙ. Με το δεύτερο, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στο δικάσαν Εφετείο η πλημμέλεια της παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ειδικώτερα ότι το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του αρθ. 195 Εμπ. Ν., η οποία, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, δέχθηκε ότι η ένδικη αξίωση υπόκειται σε τριετή παραγραφή, η οποία είχε ήδη συμπληρωθεί μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ενώ, κατά την άποψή της, έπρεπε να εφαρμοσθεί η μη εφαρμοσθείσα διάταξη του αρθ. 10 Ν. 2496/1997, με την οποία προβλέπεται τετραετής παραγραφή. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη, ο Ν. 2496/1997, με τον οποίον προβλέπεται τετραετής παραγραφή των αξιώσεων που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση, για τις ασφαλίσεις ζημιών, έχει εφαρμογή και στις ασφαλιστικές συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η πραγμάτωση της ασφαλιστικής περίπτωσης επήλθε μετά την έναρξη της ισχύος αυτού, ενώ εάν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ανάγεται σε χρόνο πριν από την έναρξη της ισχύος του (17-11-1998), όπως εν προκειμένω, τότε έχει εφαρμογή η διάταξη του αρθ. 195 Εμπ.Ν. (τριετής παραγραφή), όπως ορθώς αποφάνθηκε, ως προς το ζήτημα αυτό, το δικάσαν Εφετείο. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Με τον τρίτο, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με το να απορρίψει ως αβάσιμη την αντένσταση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, περί καταχρηστικής άσκησης από την αναιρεσίβλητη - εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία της ένστασης παραγραφής της ένδικης αξίωσης, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης, ευθέως και εκ πλαγίου, της διάταξης του αρθ. 281 ΑΚ.

Το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, ως προς το ζήτημα αυτό, τα εξής: "Εξάλλου η προβολή της ένστασης παραγραφής εκ μέρους της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας δεν ασκείται καταχρηστικά, όπως ισχυρίζονται με αντένστασή τους οι ενάγουσες, οι οποίες ουδόλως εμποδίσθηκαν στην άσκηση της αξίωσής τους από την ασφαλιστική εταιρία, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι με την συμπεριφορά της τους είχε δημιουργήσει την πεποίθηση ότι θα τους κατέβαλε αποζημίωση χωρίς την έκδοση δικαστικής απόφασης σε βάρος της, ενώ στους ζημιωθέντες κατά το ίδιο ατύχημα συζύγους τους κατέβαλε αποζημίωση μετά την έκδοση της 528Ν/1989 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που την υποχρέωσε προς τούτο.

Επομένως, εφόσον η μη έγκαιρη άσκηση της αξίωσης των εναγομένων της κύριας αγωγής (πρώτου και δεύτερου) πλαγιαστικώς από τις ενάγουσες δεν τελεί σε αποκλειστικό αιτιώδη σύνδεσμο προς τη διαγωγή της εναγόμενης πρέπει η αντένσταση τους να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με το να κρίνει έτσι, υπό τις ως άνω παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε την ως άνω διάταξη του αρθ. 281 ΑΚ, ενώ, εξ άλλου, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες διέλαβε ως προς το εν λόγω ζήτημα, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικώς, ως προς τις αιτιάσεις περί αντίφασης, σχετικά με την αιτιολογία της απόφασης, η οποία αναφέρεται στην αναγνώριση της ένδικης αξίωσης, την επελθούσα δια της κοινής νομικής εκπροσώπησης, σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, ότι η αιτιολογία αυτή αναφέρεται στο κεφάλαιο της απόρριψης της προαναφερθείσας αντένστασης περί διακοπής της παραγραφής, δια της αναγνώρισης της αξίωσης και δεν βρίσκεται σε αντίθεση με την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, που αναφέρεται στο τελευταίο κεφάλαιο της απόρριψης της αντένστασης του 281 Α.Κ.

Κατά συνέπεια, ο προκείμενος (τρίτος) λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

IV. Με τον τέταρτο, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση της παράβασης του αρθ. 263 Α.Κ., εκ του ότι, το δικάσαν Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της ως άνω διάταξης, απέρριψε, ως αβάσιμη, την υπό της ενάγουσας - νυν αναιρεσείουσας προβληθείσα αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής, η οποία (διακοπή) είχε επέλθει με την άσκηση της προγενέστερης (από 12-6-1992) αγωγής της, δεδομένου ότι, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, η υπό δίκη αγωγή (επιδοθείσα την 7-6-2002), ασκήθηκε εντός του προβλεπομένου από την ως άνω διάταξη εξαμήνου, μετά την απόρριψη της ως άνω πρώτης αγωγής, για λόγους δικονομικούς και όχι ουσιαστικούς, με την υπ'αριθμ. 29183/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, μη επιδοθείσα, κατέστη τελεσίδικη, δια της παρόδου απράκτου της τριετούς προθεσμίας άσκησης ενδίκων μέσων.

Η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενό της, έκρινε ως προς το ζήτημα αυτό, ότι ο ως άνω ισχυρισμός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι "το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε ασκηθεί καν πλαγιαστική αγωγή και όχι ότι ήταν αόριστη", ενώ, από το παραδεκτώς, κατ' αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ελεγχόμενο περιεχόμενο της υπ' αριθμ....

τελεσίδικης απόφασης προκύπτει ότι, ως προς το ζήτημα αυτό, κρίθηκαν τα εξής: "Το Δικαστήριο εκτιμώντας το περιεχόμενο του δικογράφου (της από 11-6-1992 αγωγής) όπου μονολεκτικά αναφέρεται, ότι η αγωγή ασκείται και πλαγιαστικά, λόγω της αδιαφορίας του δευτέρου εναγομένου, δίχως να υπάρχει σε οποιοδήποτε σημείο του δικογράφου, σαφές αίτημα (άρθρο 113, 215 ΚΠολΔ) για καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, από την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, στο δεύτερο εναγόμενο, κρίνει, ότι, ουδόλως σωρεύεται πλαγιαστική αγωγή στο κρινόμενη δικόγραφο, η δε συμπλήρωση του αιτήματος με τις προτάσεις είναι απαράδεκτη".

Κατά συνέπεια, ο προκείμενος λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι στο δικόγραφο της πρώτης (από 11-6-1992) αγωγής σωρεύετο και πλαγιαστική αγωγή κατά της εναγομένης - νυν αναιρεσίβλητης - ασφαλιστικής εταιρείας, και ότι αυτή απορρίφθηκε, για λόγους τυπικούς (ως αόριστη).

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (αρθ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-9-2008 αίτηση της Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 26/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ