Legislator Case Law & Legislation
2331/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort liability, finding no loss and no error in evidence consideration.

Case Number 2331/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Court of Appeal's judgment regarding tort liability for a death. The court found no financial loss for the deceased's spouse based on the family's financial needs and assets, rendering the claim inadmissible under civil procedure law. Furthermore, the court rejected arguments that the lower court failed to consider specific evidence or the defense of contributory negligence, stating the record clearly showed these factors were evaluated.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Articles 559, 176, 183 of the Code of Civil Procedure: Tort liability requires unlawful conduct, causation, and damage; an appeal based on alleged failure to consider evidence or misapplication of contributory negligence is inadmissible if the lower court's reasoning demonstrates such factors were duly examined.

Keywords

AI generated
tort liability financial loss contributory negligence evidence consideration civil procedure appeal family assets unlawful conduct

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 341, 346 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2331 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2331/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6, 7) Χ7, κατοίκων ..., 8) Χ8, 9) Χ9, κατοίκων ..., 10) Χ10, 11) Χ11, 12) Χ1, κατοίκων ..., 13) Χ13, 14) Χ14, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κρανιδιώτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ, κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE (ΚΟΜΜΕΡΣΙΑΛ ΒΑΛΙΟΥ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που υποκατέστησε την στην ... εδρεύουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "GOTA INTERNATIONAL ΠΡΩΗΝ ΓΚΟΤΑΕΡ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", νομίμως εκπροσωπούμενη, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3/5/2004 και 22/9/2005 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3298/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7334/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/7/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 25/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου και του έκτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 παράγραφος 4 εδ α' και ε' του Ν 2696/1999 οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται, α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του.

Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δημιουργούνται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες του επίδικου τροχαίου ατυχήματος: "Στις 23-11-2002 και περί ώρα 20.00' βραδυνή, ο ΑΑ, ηλικίας 86 ετών, διέσχιζε καθέτως, με αργό βήμα, το οδόστρωμα του προς ...

οδηγούντος ρεύματος κυκλοφορίας της λεωφόρου ... στην περιοχή ..., στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 179 αυτής και λίγο πριν από τη διασταύρωσή της μετά της οδού ..., προερχόμενος από το εφαπτόμενο του ανωτέρω ρεύματος κυκλοφορίας πεζοδρόμιο και κατευθυνόμενος προς την υφιστάμενη κεντρική διαχωριστική νησίδα ασφαλείας της πιο πάνω λεωφόρου, με πρόθεση να διαπεραιωθεί στη συνέχεια στο απέναντι πεζοδρόμιο, οπότε ο πρώτος των εκκαλούντων-εναγομένων (Ψ), οδηγώντας το υπ' αριθμ ...

ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στον ίδιο και ήταν ασφαλισμένο κατά τον ανωτέρω χρόνο, ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη για ζημίες κατά την οδήγησή του, στη δεύτερη εκκαλούσα-εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "Commercial Value ΑΑΕ", η οποία τυγχάνει καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, υπεισελθούσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, καθώς και στη δικονομική θέση της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Gota International ΑΑΕ", κινούμενος, με κατεύθυνση από ...

προς ..., στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της εν λόγω λεωφόρου (που είναι διπλής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και κεντρική διαχωριστική νησίδα ασφαλείας πλάτους 4 μέτρων μεταξύ των δύο αντίθετων ρευμάτων της, στην οποία κατευθυνόταν, κατά τα άνω, ο πεζός Ψ, διασχίζοντας το προς ...

οδόστρωμα αυτής, (όπου έβαινε το προαναφερόμενο αυτοκίνητο), από απροσεξία και επιπολαιότητά του δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του επί της οδού, δεν ασκούσε τον επιβαλλόμενο έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα αυτού αναλόγως των επικρατουσών συνθηκών (βραδυνής ώρας και προσεγγίσεώς του σε ισόπεδο οδικό κόμβο), για να είναι σε θέση να διακόπτει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλέψει, όπως πεζούς βαδίζοντες επί του οδοστρώματος (παραβάσεις άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 ΚΟΚ), με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως τον προαναφερόμενο υπερήλικα πεζό άνδρα, κινούμενο αργά από δεξιά προς τ' αριστερά σε σχέση με την πορεία του και έχοντα διανύσει κατ' εκείνη τη στιγμή το μεγαλύτερο τμήμα (πλέον των 2/3) του πλάτους 8 μέτρων καταστρώματος της οδού - αφού εκείνος είχε εισέλθει στην εφαπτόμενη της νησίδας ασφαλείας (αριστερή) λωρίδα κυκλοφορίας και υπολείπονταν λίγα βήματα μέχρι να ανέλθει στη νησίδα -, να μην προβεί δε σε αποτελεσματικό αποφευκτικό ελιγμό ή να ακινητοποιήσει εγκαίρως το όχημά του προ του πεζού αλλ' αντιθέτως, να τον παρασύρει με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του, να τον εκτινάξει στο καπώ και στο παρμπρίζ αυτού, το οποίο έσπασε και, τελικά, να τον ρίξει επί του οδοστρώματος, με συνέπεια να υποστεί βαριές σωματικές κακώσεις κυρίως στο κεφάλι και στο θώρακα (κρανιοεγκεφαλική κάκωση, πολλαπλά κατάγματα πλευρών, πνευμοθώρακα αριστερά κλπ), παρά δε τις ιατρικές φροντίδες, που του παρασχέθηκαν, ως πολυτραυματία, ο οργανισμός του να μην μπορέσει να ανταπεξέλθει στον τραυματισμό του, αφού, ως επιπλοκή των ανωτέρω σωματικών βλαβών υπέστη αμφοτερόπλευρο πνευμονική εμβολή και απεβίωσε στις 25-11-2002 (δύο ημέρες μετά το ατύχημα) στο Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Ελευσίνας "Θριάσιο", όπου νοσηλευόταν.

Το προπεριγραφέν ατύχημα και ο εξ αυτού προκληθείς θανάσιμος τραυματισμός του ΑΑ οφείλονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, κατά ποσοστό 70% σε απερισκεψία και ανεπιτηδειότητα του πρώτου εκκαλούντος-εναγομένου, ιδιοκτήτη και οδηγού του ασφαλισμένου στη δεύτερη εκκαλούσα-εναγομένη ασφαλιστική εταιρία πιο πάνω αυτοκινήτου, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια, τις οποίες θα κατέβαλλε κάθε συνετός οδηγός σε ανάλογες περιστάσεις και, από τις προεκτεθείσες πράξεις και παραλείψεις του, έγινε από αμέλειά του υπαίτιος τούτων κατά το ανωτέρω ποσοστό.

Συνυπαίτιος, όμως, του ατυχήματος και του εξ αυτού επελθόντος θανάτου του κατά το υπόλοιπο ποσοστό του 30% υπήρξε ο ίδιος ο θανατωθείς, ο οποίος, επιδείξας ομοίως απερισκεψία και έλλειψη της απαιτούμενης προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιχείρησε να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της ανωτέρω λεωφόρου ..., που είναι κεντρικός και πολυσύχναστος δρόμος, εκτός διαβάσεων πεζών μολονότι, σημειωτέον, ακριβώς στο σημείο του ατυχήματος υπάρχουν υπόγειες διαβάσεις για όσους προτίθενται να διασχίσουν πεζοί τη λεωφόρο, χωρίς προηγουμένως, παρά το ότι εκεί η οδός ήταν ευθεία, με απεριόριστη ορατότητα και επαρκή τεχνητό φωτισμό, να ελέγξει με τη δέουσα προσοχή την κίνηση επ' αυτής και να βεβαιωθεί, ότι μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων (παραβάσεις άρθρων 12 παρ. 1 και 38 παρ. 4 εδ α' και ε' ΚΟΚ), όπως θα έπραττε κάθε συνετός πεζός υπό τις αυτές συνθήκες, συντελώντας έτσι και αυτός, κατά τα ανωτέρω, δια της αμελούς συμπεριφοράς του, στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί, ότι αποκλειστικά υπεύθυνος για την πρόκληση του ατυχήματος ήταν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, εξαφάνισε αυτήν και δέχθηκε την ένσταση συνυπαιτιότητας του θύματος που νόμιμα είχαν προτείνει οι αναιρεσίβλητοι-εναγόμενοι.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 38 περ. α' και ε' του Ν 2696/1999 (ΚΟΚ), αφού και οι δύο σε συνδυασμό ερμηνευόμενες επιβάλλουν υποχρεώσεις στους πεζούς να αναζητήσουν ασφαλή τρόπο διάβασης της οδού και αυτός στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν δια της υπόγειας διάβασης πεζών που κατά τις παραδοχές υπήρχε στο σημείο του ατυχήματος.

Παράλληλα το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του για την κατάφαση της συνυπαιτιότητας του θύματος πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία του θύματος στο οδόστρωμα, το τμήμα της οδού που είχε διανύσει και το σημείο που έγινε η πρόσκρουση του αυτοκινήτου στο σώμα του θύματος και αναφέρονται με σαφήνεια τα στοιχεία από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα για το ζήτημα της υπαιτιότητας.

Ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, επομένως, με τους οποίους αποδίδονται στην απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙ. Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και κατά τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο και τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις προαναφερόμενες πλημμέλειες, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του την ένσταση συνυπαιτιότητας του θύματος, που δεν είχε νομίμως προβληθεί, κατά τα εκτιθέμενα, και ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ανωτέρω ένσταση.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων που υπάρχουν στο φάκελο προκύπτει ότι η ένσταση συνυπαιτιότητας εκ μέρους των εναγομένων προτάθηκε νομίμως και παραδεκτώς. Ειδικότερα από τα πρακτικά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι η ένσταση προβλήθηκε και έχει καταχωρηθεί εκεί συνοπτικά (ένσταση συνυπαιτιότητας 90%), στις προτάσεις ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου αναπτύσσεται αναλυτικά (τα περιστατικά κατά το μεγαλύτερο μέρος ταυτίζονται με αυτά της αιτιολογημένης άρνησης) και επαναλαμβάνονται και στην έφεση των αναιρεσιβλήτων.

Τα ανωτέρω προκύπτουν και από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης αφού και εκεί γίνεται δεκτό ότι η ένσταση συνυπαιτιότητας είχε προβληθεί αλλά προβάλλεται ο αβάσιμος ισχυρισμός ότι δεν είχε διατυπωθεί αίτημα. Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λαμβάνοντας υπόψη ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί.

Περαιτέρω, ούτε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υπέπεσε το Εφετείο, διότι από την περικοπή των προτάσεων που περιέχονται στο δικόγραφο της αναίρεσης προκύπτει ότι η υποβολή της ένστασης συνυπαιτιότητας είναι πλήρης και παραδεκτή, αφού εκτίθενται τα περιστατικά που κατά τους ισχυρισμούς των ενισταμένων θεμελιώνουν το πταίσμα του θύματος, η παραδοχή δε αυτής έχει ως συνέπεια τη μείωση της αποζημίωσης που επιδικάζεται.

Ο τρίτος και ο τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, συνεπώς, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β' ΑΚ, που παρέχει αξίωση αποζημίωσης και σε εκείνον που είχε απέναντι στο θανατωθέντα αξίωση διατροφής από το νόμο συνάγεται ότι η αξίωση αυτή αποτελεί γνήσια αξίωση αποζημίωσης και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο της διατροφής στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος να τον διατρέφει.

Έτσι, από άποψη έκτασης η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1389 επ., 1442 επ., και 1485 επ., ΑΚ περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής. Η απορρέουσα από την ΑΚ 928 εδ β' αξίωση αποζημίωσης έχει άμεση σχέση με την αξίωση διατροφής, διότι τόσο η γένεση του δικαιώματος αποζημίωσης, όσο και το οφειλόμενο ποσό (μέτρο), προσδιορίζονται από τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ για τη διατροφή (ανιόντων-κατιόντων ή συζύγων), που όφειλε το θύμα σ' εκείνον που ζητά αποζημίωση από τον υπεύθυνο για τη θανάτωση του υποχρέου διατροφής.

Έτσι, λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης αυτής η πιθανή διάρκεια της ζωής του θύματος και του δικαιούχου και η πιθανή εξέλιξη της οικονομικής τους κατάστασης. Ενόψει των ανωτέρω, με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 1389, 1390 και 1485 επ. ΑΚ τα δικαστήρια υποχρεούνται να επιδικάσουν διατροφή στο σύζυγο ή τα τέκνα του ανωτέρω προσώπου και, συνακόλουθα και αποζημίωση σε καθένα από τα πρόσωπα αυτά για τη λόγω της θανάτωσής του στέρηση της διατροφής (ΟλΑΠ 3/2004).

Περαιτέρω, η ύπαρξη και το μέγεθος που μπορεί να ζητηθεί ως αποζημίωση, εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το συσχετισμό των δυνάμεων των συζύγων από τον οποίο θα προκύπτει η υποχρέωση, το είδος και το μέγεθος της συνεισφοράς του παθόντος συζύγου με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών με βάση τα στοιχεία που θα εκτίθενται από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 39/1997).

Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση δε εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή, ενώ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ, 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης περιστατικά σχετικά με το αίτημα της ενάγουσας Χ1 για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω της στέρησης διατροφής από το θάνατο του συζύγου της: "Ο προαναφερόμενος 86ετής αποβιώσας είχε τελέσει νόμιμο γάμο κατά το έτος 1938 με την εφεσίβλητη-ενάγουσα Χ1, ηλικίας κατά το χρόνο του θανάτου του 82 ετών και είχαν αποκτήσει τέσσερα ενήλικα έγγαμα τέκνα με ανεξάρτητες οικογένειες, την ..., ηλικίας τότε 62 ετών, κάτοικο ..., τον ..., ηλικίας τότε 60 ετών, κάτοικο ..., τη ..., ηλικίας τότε 44 ετών, και το ..., ηλικίας κατά τον ίδιο χρόνο 52 ετών, κατοίκους ...

Αυτός και η ανωτέρω σύζυγός του κατοικούσαν τους οκτώ μήνες του έτους στη γενέτειρά τους, ... και τους υπόλοιπους τέσσερις (κυρίως χειμερινούς) μήνες διέμεναν στον ..., όπου διατηρούσαν μισθωμένη κατοικία. Κατά το χρόνο του θανάτου του ο αποβιώσας ήταν συνταξιούχος του ΤΕΒΕ με καθαρή μηνιαία σύνταξη ύψους 472,79 ευρώ, ενώ η εφεσίβλητη-ενάγουσα σύζυγός του ήταν συνταξιούχος του ΟΓΑ με καθαρή μηνιαία σύνταξη ύψους 175,64 ευρώ, επί πλέον δε η τελευταία προσέφερε την προσωπική της εργασία για την αντιμετώπιση των αναγκών του συζυγικού οίκου, ασχολούμενη αποκλειστικά με τα οικιακά (μαγείρεμα, πλύσιμο ρούχων, σιδέρωμα, καθαρισμό της οικίας τους, φροντίδα του συζύγου της κλπ), αποτιμώμενη σε 300 ευρώ μηνιαίως.

Έτσι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η συνεισφορά του συζύγου στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ήταν η σύνταξη του ΤΕΒΕ, την οποία εκείνος λάμβανε (472,79 ευρώ μηνιαίως) και η συνεισφορά της συζύγου προς τούτο ήταν η σύνταξη του ΟΓΑ, την οποία εκείνη λάμβανε (175,64 ευρώ μηνιαίως), καθώς και η παροχή των προσωπικών της υπηρεσιών στη συζυγική οικία (αξίας 300 ευρώ μηνιαίως), η αποτίμηση της οποίας προστίθεται στο ανωτέρω εισόδημά της, ανερχόμενο συνολικά σε (175,64 + 300) 475,64 ευρώ μηνιαίως.

Ενόψει, λοιπόν, της κοινής υποχρεώσεως των συζύγων για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες (άρθρα 1389, 1390 ΑΚ), από το συσχετισμό των κατά τα άνω (σχεδόν ισάξιων) δυνάμεών τους, ήτοι 472,79 ευρώ του συζύγου και 475,64 ευρώ της συζύγου, δεν προκύπτει στη συγκεκριμένη περίπτωση διαφορά υπέρ της τελευταίας υπό την έννοια, ότι ο θανατωθείς είχε μεγαλύτερη συνεισφορά, ώστε να θεμελιώνεται αντίστοιχα δικαίωμα αυτής να αξιώσει από τους εκκαλούντες-εναγομένους αποζημίωσης για στέρηση της διατροφής της, εξαιτίας του εκ του ατυχήματος θανάτου αυτού".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε το σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή αξίωση της πρώτης αναιρεσείουσας (χήρας του θύματος) για επιδίκαση διατροφής, εξαφάνισε αυτήν και απέρριψε καθ' ολοκληρίαν το αίτημα αυτό της αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται παραπάνω, αφού καθόρισε τις δυνάμεις των δύο συζύγων στον οικογενειακό προϋπολογισμό αποτίμησε και τη συνεισφορά της ενάγουσας και από το συσχετισμό αυτό κατέληξε στο πόρισμα ότι δεν υφίσταται απώλεια (χρηματική) αυτή από το θάνατο του συζύγου της.

Κατ' ακολουθίαν δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε και στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, αφού περιέχονται στην απόφαση επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τις ανάγκες του συζυγικού οίκου, τις δυνάμεις και των δύο συζύγων, από το συσχετισμό των οποίων δεν προκύπτει η ύπαρξη ζημίας.

Ο πέμπτος και ο έκτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες για το προαναφερόμενο κεφάλαιο της αγωγής, επομένως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

IV. Ο έβδομος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του θύματος επειδή δεν αναζήτησε και δεν διήλθε από τις υπόγειες διαβάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και με τις παραδοχές του καταφάσκει την συνυπαιτιότητα του πεζού, την οποία άλλωστε στηρίζει και σε άλλους παράγοντες, εκτός από την παράλειψή του να χρησιμοποιήσει τις διαβάσεις.

V. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκαν υπόψη τα αναφερόμενα στην αίτηση αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα ότι δεν προκύπτει αν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες από τους αναιρεσείοντες φωτογραφίες. Από τη βεβαίωση όμως του Δικαστηρίου αλλά και το εν γένει περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκαν υπόψη και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Ο όγδοος λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, που προσάπτει στην απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

VI. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν τη δικαστικά δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Ιουλίου 2008 αίτηση της ... κλπ για αναίρεση της 7334/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ