Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations and inadmissibility grounds regarding insurance claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's judgment regarding insurance liability claims. The appellant argued for a twenty-year statute of limitations for lost income, but the Court found the lower court correctly applied a two-year limitation period starting from the accident date. Furthermore, the Court rejected the appeal on procedural grounds because the appellant failed to specify the content of the twenty-year limitation argument in the appeal petition, rendering it inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 10(1), (2) Law 489/1976; Art. 559(9) CPC: The two-year statute of limitations for claims against insurers begins from the accident date regardless of knowledge, and appeals must specify the contested argument's content to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2330 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2330/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Φιλιππόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Μαραβέλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καραμανώφ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17/12/2004 και 10/5/2006 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2596/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 487/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/7/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 24/9/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 10 του Ν. 489/1976 ορίζει, ότι το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η δεύτερη παράγραφος του ίδιου άνω άρθρου ορίζει ότι η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής.
Από τις άνω διατάξεις προκύπτει, ότι η διετής κατά του υπόχρεου ασφαλιστή παραγραφή της αξιώσεως του δικαιούχου αρχίζει από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος (βλ. ΑΚ 241) και δεν έχει σημασία πότε ο δικαιούχος λαμβάνει γνώση της ζημίας, όπως το τελευταίο συμβαίνει στην ΑΚ 937. Η διετής αυτή παραγραφή ισχύει για όλες τις ζημίες (επελθούσες και μέλλουσες), εκτός από εκείνες, των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914, 922, 937 παρ. 1 ΑΚ ορίζεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώνεται το ζημιογόνο γεγονός, με οποιαδήποτε μορφή ζημίας, θετικής ή αποθετικής, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, παρούσα και μέλλουσα, εάν είναι αυτή προβλεπτή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική επιδίωξη είναι δυνατή, αρχίζει η παραγραφή της σχετικής αξιώσεως προς αποζημίωση, η οποία είναι πενταετής από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Τρέχει δε από τότε ο χρόνος παραγραφής για όλες τις ζημίες, επελθούσες και μέλλουσες, εκτός από εκείνες των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Δεν είναι δε απαραίτητος για την έναρξη της παραγραφής ο ακριβής κατά ποσό προσδιορισμός της ζημίας. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ.
α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά από είκοσι έτη και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, επέρχεται, καταρχήν, επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ. 1 εδ.
α' ΑΚ, σε 20ετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως αποζημιώσεως για αποθετική ζημία (απώλεια προσόδων) της αναγομένης δηλαδή και σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση. Κι αυτό, γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία, για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η επιμήκυνση όμως του χρόνου της παραγραφής κατά τους όρους του άρθρου 268 ΑΚ προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως, δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί, λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ (ΟλΑΠ 24/2003, 38/1996,23/1994).
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Τέλος, κατά τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την από 2.12.2002 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 9489/3.12.2002 αγωγή του, κατά των αυτών εναγομένων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρον, οφείλουν να του καταβάλλουν, εκτός άλλων, ως αποζημίωσή του, λόγω της εκ του τραυματισμού του ανικανότητάς του προς εργασία στην επιχείρηση του ...
και τις πρόσθετες κατά τα Σαββατοκύριακα εργασίες, του χρονικού διαστήματος από 19.5.1999 μέχρι και 31.12.2002, τα ποσά των 21.658,11 και 12.685 ευρώ, αντίστοιχα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 487/2004 εν μέρει οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθη ως αβάσιμη κατά το, ως άνω, κονδύλιό της, με την αιτιολογία ότι ο εναγών, ως Αλβανός υπήκοος, μη διεπόμενος, συνεπώς, από το κοινοτικό δίκαιο, δεν κατείχε νόμιμη άδεια εργασίας η παραμονής στην Ελλάδα, εντεύθεν δε η σύμβαση εργασίας του ήταν άκυρη και αυτός δεν μπορούσε να ζητήσει αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος, που θα το επιτύγχανε από την εργασία του, και περαιτέρω διετάχθη η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, στη συνέχεια δε η 5083/2005 οριστική απόφασή του, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη κατά τα λοιπά.
Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε, κατά των αυτών εναγομένων, την ένδικη από 17.12.2004 αγωγή του, με την οποία, αφού δήλωσε, ότι παραιτείται του δικαιώματος ασκήσεως εφέσεως κατά της προαναφερομένης αποφάσεως για το απορριφθέν κεφάλαιο της αποθετικής ζημίας του, ζήτησε, όπως προαναφέρθηκε, την επιδίκαση των ποσών 55.520 και 33.616 ευρώ, ως αποζημίωσή του, για διαφυγόντα εισοδήματα, του διαστήματος από 19.5.1999 μέχρι 31.12.2005, λόγω της ολικής ανικανότητάς του προς άσκηση των προαναφερόμενων επαγγελματικών δραστηριοτήτων του, καθώς επίσης και τις, εκ 27.750 και 16.650 ευρώ, δαπάνες του για απασχόληση οικιακής βοηθού και λήψεως βελτιωμένης διατροφής, αντίστοιχα, του χρονικού διαστήματος από 16.11.2002 μέχρι 31.12.2005.
Οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος, οι ασκούμενες δηλαδή με την ένδικη (από 17.12.2004) αγωγή, γεννήθηκαν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, στις 19.5.1999, οπότε έλαβε χώρα η αδικοπραξία και εκδηλώθηκε ο επιζήμιος χαρακτήρας της πράξεως για την όλη ζημία, που αποτελεί ενιαία απαίτηση και δεν αναγεννάται εξακολουθητικώς για την μέλλουσα ζημία.
Τούτο δε γιατί από τότε (19.5.1999) επήλθαν οι παραπάνω αναφερόμενες σωματικές βλάβες του ενάγοντος και η συνεπεία αυτών εφ' όρου ζωής ανικανότητά του προς εργασία. Η ζημία δε του ενάγοντος δεν οφείλεται σε μεταγενέστερη απροσδόκητη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, δυσμενή εξέλιξη των, ως άνω, σωματικών του βλαβών, και σε απρόβλεπτη επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του, αλλά, ενόψει του είδους και της εκτάσεως του τραυματισμού του, ήταν προβλεπτή, αναμενόμενη, κατά τους κοινούς κανόνες και την συνήθη πορεία των πραγμάτων και γνωστή στον ενάγοντα από το χρόνο του τραυματισμού του, καθώς επίσης και ο περαιτέρω προσδιορισμός και υπολογισμός της εκτάσεως της (ζημίας του).
Η κρίση αυτή, στην οποία οδηγήθηκε το Δικαστήριο από την συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δεν αναιρείται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα, ενισχύεται: α) από το περιεχόμενο των, ως άνω εκθέσεων ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, 2) από όσα ο ίδιος ο ενάγων εξέθεσε στην παραπάνω αναφερόμενη από 2.12.2002 αγωγή του, με την οποία επικαλέστηκε μόνιμη αναπηρία του και ζήτησε, εκτός άλλων, την επιδίκαση πρόσθετης εκ του άρθρου 931 Α.Κ.
αποζημιώσεως, αίτημά του έγινε εν μέρει δεκτό ως και κατ' ουσία βάσιμο και γ) από την ένορκη κατάθεση της πρωτοδίκως εξετασθείσης μάρτυρος αποδείξεως, η οποία σαφώς και εξ ιδίας αντιλήψεως, ως αδελφή του και παρέχουσα σ' αυτόν τη συνδρομή της για την κάλυψη των διαφόρων καθημερινών αναγκών, καταθέτει επί λέξει "...
όπως είναι σήμερα, έτσι ήταν και μετά τον τραυματισμό του. Η κατάστασή του είναι στάσιμη". Η κρινόμενη από 17.12.2004 αγωγή επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις 10.1.2005, (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...) και στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, στις 21.1.2005 (βλ.
την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του αυτού, ως άνω, δικαστικού επιμελητή).
Συνεπώς, οι αξιώσεις του ενάγοντος που ασκούνται για πρώτη φορά με την κρινόμενη, ως άνω, αγωγή του, (απολεσθέντα εισοδήματα του χρονικού διαστήματος από 1.1.2003 μέχρι 31.12.2005 και δαπάνες απασχολήσεως οικιακής βοηθού και λήψεως βελτιωμένης διατροφής), εκτός από εκείνες (αξιώσεις) που αφορούν στα απολεσθέντα εισοδήματα του χρονικού διαστήματος από 19.5.1999 μέχρι 31.12.2002, που επανασκούνται με την κρινόμενη αγωγή και για τις οποίες είχε ασκηθεί προγενεστέρως η από 2.12.2002 αγωγή, περί των οποίων αναλυτικά παρακάτω, έχουν υποκύψει το μεν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ ως προς τον πρώτο εναγόμενο, το δε στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, ως προς την ευθεία αξίωσή του κατά της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας.
Ειδικότερα, οι ανωτέρω αξιώσεις έχουν υποκύψει: α) στην πενταετή παραγραφή, δοθέντος ότι αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, έχει ήδη αρχίσει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τις 19.5.1999, συμπληρωθείσα στις 19.5.2004, εντεύθεν δε μέχρι την άσκηση της ένδικης ευθείας αγωγής, στις 10.1.2005 έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και β) στη διετή παραγραφή, καθόσον από την επόμενη του ατυχήματος, μέχρι την άσκηση της ευθείας αγωγής κατά της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, στις 21.1.2005, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας.
Ο ενάγων, προς απόκρουση των ενστάσεων αυτών, προβάλλει την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, με την άσκηση της προγενέστερης από 2.12.2002 αγωγής του. Όπως όμως προεκτέθηκε η προγενέστερη αυτή αγωγή, (εκτός από το κονδύλιο απολεσθέντων εισοδημάτων του, του χρονικού διαστήματος από 19.5.1999 μέχρι 31.12.2002), δεν περιλαμβάνει τις ένδικες, υπό την αναφερομένη παραπάνω διάκριση, αξιώσεις, ώστε να επέλθει διακοπή της παραγραφής τους.
Έτσι, αυτή, (προγενέστερη αγωγή), ασκηθείσα για μέρος μόνο της από τότε γεγενημένης και δικαστικά επιδιώξιμης όλης αξιώσεως του ενάγοντος, δεν επέφερε διακοπή της παραγραφής, για την υπόλοιπη ζημία του για τον περαιτέρω χρόνο, απορριπτόμενου εντεύθεν του, ως άνω, ισχυρισμού, ως αβασίμου κατ' ουσία. Κατ' ακολουθίαν, οι προβληθείσες από τους εναγομένους σχετικές ενστάσεις πρέπει κατά το μέρος που αφορούν στις προαναφερόμενες αξιώσεις, να γίνουν δεκτές ως και κατ' ουσία βάσιμες.
Η τελεσίδικη 6663/06 απόφαση δεν ωφελεί για τις, υπό την προαναφερομένη διάκριση αξιώσεις, επειδή αυτή, όπως εξ αυτής προκύπτει, δημοσιεύθηκε στις 31.8.2006, δηλ. μετά την παρέλευση της πενταετίας και διετίας, αντίστοιχα, μη εφαρμοζόμενης, συνεπώς, κατά τα ανωτέρω, της διατάξεως του άρθρου 268 του ΑΚ περί επιμηκύνσεως του χρόνου της παραγραφής σε εικοσαετή.
Οι ασκούμενες το πρώτον με την ένδικη αγωγή του αξιώσεις του ενάγοντος θα μπορούσαν να διασωθούν από την πενταετή και διετή παραγραφή, αν επρόκειτο για απρόβλεπτη ζημία, για την οποία αρχίζει νέα παραγραφή, προϋπόθεση, όμως, που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Το περαιτέρω επικαλούμενο από τον ενάγοντα, ότι, παρά τα όσα εξέθετε στα διάφορα δικόγραφά του, πίστευε πάντα ότι λόγω της νεαρής του ηλικίας θα μπορούσε να ξεπεράσει το πρόβλημα και ότι βεβαιώθηκε για τα αντίθετα, ότι δηλαδή είναι ανίκανος δια βίου, μετά τη δημοσίευση των παραπάνω αναφερομένων εκθέσεων ιατρικών πραγματογνωμοσυνών, το έτος 2004, κρίνεται αβάσιμο και απορριπτέο, καθόσον, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, η προσδοκία του ενάγοντος για ίασή του δεν εμποδίζει την ένσταση της παραγραφής (ΑΠ 738/2003).
Περαιτέρω και σχετικώς με τις ασκούμενες με την ένδικη αγωγή αξιώσεις του ενάγοντος, που αφορούν στα απολεσθέντα εισοδήματά του, του χρονικού διαστήματος από 19.5.1999 μέχρι 31.12.2002 - για τις οποίες είχε ασκηθεί η προγενέστερη από 2.12.2002 αγωγή - από το αποδεικτικό υλικό που προαναφέρθηκε αποδεικνύονται τα εξής:
Η επίδοση της προγενέστερης, ως άνω, αγωγής έγινε στον πρώτο εναγόμενο στις 19.2.2003 και στη δεύτερη εναγομένη στις 21.2,2003, όπως προκύπτει από τα, μετ' επικλήσεως, προσκομιζόμενα φωτοαντίγραφα αυτής, επί των οποίων υπάρχει η σχετική περί επιδόσεώς τους βεβαίωση του επιδόσαντος δικαστικού επιμελητή. Επί της αγωγής αυτής, όπως προεκτέθηκε, εκδόθηκε αρχικά η 487/2004 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη ως αβάσιμη κατά το περί απολεσθέντων εισοδημάτων κονδύλιό της.
Ακολούθως ο ενάγων άσκησε την από 17.12.2004 αγωγή του, με την οποία, παραιτούμενος του δικαιώματος ασκήσεως εφέσεως κατά της απορριπτικής, ως άνω, διατάξεως της 487/2004 αποφάσεως, ζήτησε την επιδίκαση σ' αυτόν πέραν των απολεσθέντων εισοδημάτων του ακολουθούντος χρονικού διαστήματος και των εισοδημάτων για τα οποία η προγενέστερη αγωγή του είχε απορριφθεί.
Συνεπώς η αφορώσα στα απολεσθέντα εισοδήματα του χρονικού διαστήματος από 19.5.1999 μέχρι 31.12.2002 αξίωση του ενάγοντος δεν υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή, αφού αυτή διεκόπη με τις παραπάνω αναφερόμενες διαδικαστικές πράξεις, μεταξύ των οποίων δεν έχει μεσολαβήσει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, υπέκυψε όμως στη διετή παραγραφή, αφού η από 2.12.2002 αγωγή επιδόθηκε στη δεύτερη εναγομένη στις 21.2.2003, με συνέπεια από την επομένη του ατυχήματος μέχρι την άσκηση της αγωγής να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας.
Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, δεχόμενο ως και κατ' ουσία βάσιμες στο σύνολό τους, τις προβληθείσες από τους εναγόμενους ενστάσεις πενταετούς και διετούς παραγραφής, έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και δη τόσον εκείνες για τις οποίες είχε ασκηθεί η προγενέστερη αγωγή του, (απολεσθέντα εισοδήματα) και οι οποίες επανασκούνται με την ένδικη από 17.12.2004 αγωγή, όσο και εκείνες που ασκούνται το πρώτον με αυτήν (ένδικη από 17.12.2004) αγωγή, έχουν υποκύψει στην πενταετή και διετή παραγραφή και απέρριψε την ευθεία αγωγή στο σύνολο της, αντί να δεχτεί: 1) αυτές (ενστάσεις), ως κατ' ουσία βάσιμες, μόνο κατά το μέρος αυτών που αφορούν στις ένδικες αξιώσεις, που ασκούνται το πρώτον με την από 17.12.2004 αγωγή, ως προς αμφότερους τους εναγομένους και 2) την προβληθείσα από τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ένσταση διετούς παραγραφής και για τις λοιπές αξιώσεις του ενάγοντος, δηλ.
εκείνες για τις οποίες είχε ασκηθεί η προγενέστερη αγωγή και να απορρίψει αυτές (ενστάσεις) κατά τα λοιπά ως αβάσιμες". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 ΚΠολΔ, με αριθ. 19 ο πρώτος και ο τρίτος κατά το μέρος που αποδίδει πλημμέλειες από τους αριθ. 19 και 1, που υποστηρίζουν τα αντίθετα.
ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προτείνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη τις από 8-12-1999, 30-5-2000, 6-2-2001 και 3-9-2002 βεβαιώσεις του Νοσοκομείου Γ. Γεννηματάς. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπετε αμφιβολία ότι, το Εφετείο, έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα και επομένως και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται "αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό". Ως έγγραφα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, η παραμόρφωση των οποίων δημιουργεί τον επώνυμο λόγο αναίρεσης, νοούνται τα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 432 ως 465 ΚΠολΔ, αποδεικτικά έγγραφα.
Αντίθετα, δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την παραπάνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τα πρακτικά της δίκης, στα οποία περιέχεται η κατάθεση μάρτυρα αποδείξεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο:
Ι) των από 8-12-1999, 30-5-2000, 6-2-2001 και 3-9-2002 βεβαιώσεων του Νοσοκομείου Γ. Γεννηματάς, ΙΙ Α) σκέλος πρώτο, των υπ' αριθμ. 203 και 204/04 πραγματογνωμοσυνών, ΙΙ Β) σκέλος δεύτερο, της κατάθεσης μάρτυρα αποδείξεως και ΙΙ Γ) της από 2-12-2002 αγωγής, με την οποία επικαλέστηκε μόνιμη αναπηρία. Ο λόγος της αναιρέσεως κατά το υπό στοιχείο ΙΙ Β, σκέλος πρώτο και δεύτερο είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, οι ως άνω γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων και τα πρακτικά της δίκης, στα οποία περιέχεται η κατάθεση μάρτυρα, δεν αποτελούν "έγγραφα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ.
Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν στήριξε την κρίση του περί των αποδεικτέων γεγονότων αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα, αλλά συνεκτίμησε αυτά με τα λοιπά μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων.
ΙV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 ΚΠολΔ, και 914, 929 ΑΚ συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε σε αγωγή για αποζημίωση σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου από αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο επί της νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία δίκης ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία του ενάγοντος που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο για τον οποίο και επιδικάστηκε αποζημίωση. Δεν αποτελεί όμως δεδικασμένο η απόφαση αυτή για ζημίες που ανάγονται σε μεταγενέστερο της πρώτης αγωγής χρόνο κατά τον οποίο είναι δυνατόν η αδικοπραξία να εξακολουθήσει αναδίδουσα επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληφθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή (ΑΠ 1012/2004).
Συνεπώς δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης αποφάσεως που εκδίδεται επί της πρώτης αγωγής του παθόντος δυσμενείς συνέπειες που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας καταστάσεως που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν ότι θα επέλθουν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η κρίση όμως του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, είναι κρίση περί τα πράγματα, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρ. 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της προηγηθείσης δίκης, (από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου), τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, οι παραδοχές του εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της αποφάσεως που προσβάλλεται, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της επικαλούμενης διατάξεως, που δύναται να είναι η ΚΠολΔ 331.
Επί πλέον πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σαφώς ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε νομίμως προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, γιατί δεν πρόκειται περί ισχυρισμού που αφορά τη δημόσια τάξη ώστε να δύναται να προταθεί το πρώτο στον Άρειο Πάγο. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδει πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο, που απορρέει από την 6663/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε, κατά τρόπο ορισμένο, στα δικαστήρια της ουσίας ισχυρισμός περί δεδικασμένου, ο οποίος να περιέχει τα ως άνω στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση, από τις διαλαμβανόμενες παρακάτω παραδοχές, προκύπτει ότι, το Εφετείο, έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και την απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που, υπό την επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, την προκύψασα από την εκτίμηση των αποδείξεων, περί του ζητήματος εάν οι μεταγενέστερες συνέπειες της υγείας του αναιρεσείοντος, που προκλήθηκαν από το τροχαίο ατύχημα, ήταν προβλεπτές ή μη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αυτή δέχτηκε, αναφορικά με την ένσταση περί δεδικασμένου τα εξής: "Από την υπ' αριθμ. 5083/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της πρώτης (από 2.12.2002 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 9489/02) αγωγής του ίδιου ενάγοντος κατά των ιδίων εναγομένων, ύστερα από την προεκδοθείσα 487/2004 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 6663/06 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Αθηνών), κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου (άρθρα 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ), ότι:
α) κατά το τροχαίο ατύχημα, που έλαβε χώρα, στις 19.5.1999 και περί ώρα 15:10, στη ... και επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ..., από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ο οποίος παραβίασε την υπάρχουσα στην πορεία του πινακίδα "SΤΟΡ" και συγκρούστηκε με την, οδηγούμενη από τον ..., με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα του, στην οποία επέβαινε ο ενάγων, ο τελευταίος τραυματίστηκε, υποστάς βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, με ενδοεγκεφαλική αιμορραγία και θλάση των μετωπιαίων λοβών, ανοικτό συντριπτικό κάταγμα αριστερού αγκώνα με απώλεια οστού, συντριπτικό κάταγμα αριστερής κλείδας και ανοικτό κάταγμα 1ου βαθμού αριστεράς κνήμης, όπως διαπιστώθηκε στο νοσοκομείο "Γ.
ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", στο οποίο διεκομίσθη από το νοσοκομείο "Αγία Όλγα", όπου μεταφέρθηκε αμέσως μετά το ατύχημα και ότι ο ενάγων τυγχάνει συνυπαίτιος για την πρόκληση του τραυματισμού του στο κεφάλι, κατά ποσοστό 30%, γιατί δεν φορούσε, όπως όφειλε, προστατευτικό κράνος. β) Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο παραπάνω νοσοκομείο υπεβλήθη σε νευροχειρουργική επέμβαση, ενώ τα κατάγματα του αριστερού αγκώνα, και της αριστερής κνήμης αντιμετωπίστηκαν με την εφαρμογή εξωτερικής οστεοσυνθέσεως, τύπου Ηοlman.
γ) Κατά την εξέτασή του, στις 14.10.2004 και 20.10.2004 από τους ορισθέντες, δυνάμει της προεκδοθείσης 487/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως πραγματογνώμονες, ..., νευροχειρούργου και ..., ορθοπεδικό - χειρούργο, αντίστοιχα, διαπιστώθηκε (από τον πρώτο τούτων) ότι ο τραυματισμός του στο κεφάλι έχει επιφέρει διαταραχές ομιλίας και μνήμης, ενώ οι βλάβες στους μετωπιαίους λοβούς έχουν επιφέρει μεταβολές στην προσωπικότητα και την συμπεριφορά, με περιορισμό στα ενδιαφέροντα, έλλειψη πρωτοβουλίας, απάθεια, αβουλία και αντικοινωνική συμπεριφορά, (και από το δεύτερο τούτων) ότι, υπάρχει ελάχιστη κίνηση στην περιοχή του αριστερού αγκώνα, κριγμός, δυσμορφία, παράδοξη κίνηση, όπως και βλαστότητα του άκρου.
Ακόμη ότι η κάμψη του αγκώνα είναι έως 100 μοίρες, η έκταση είναι περιορισμένη, με έλλειμμα 58 μοίρες περίπου και ότι υφίσταται βράχυνση του σύστοιχου βραχιόνιου οστού. δ) Εξ αιτίας των ανωτέρω ορθοπεδικών προβλημάτων, για τα οποία δεν προβλέπεται βελτίωση, ο ενάγων έχει υποστεί σωματική αναπηρία, που θα διαρκέσει δια βίου, το ποσοστό της οποίας ανέρχεται έως 44%, ενώ το ποσοστό της αναπηρίας του για τις εγκεφαλικές βλάβες του, οι οποίες είναι μόνιμες, ανέρχεται σε 60% και ε) εξαιτίας της αναπηρίας του ο ενάγων έχει καταστεί πλήρως ανίκανος δια βίου για την εργασία του εργάτη του θερμοκηπίου στην επιχείρηση του ..., που ασκούσε πριν τραυματιστεί.
Στο δεδικασμένο αυτό αναφέρθηκε, δεσμευόμενο, και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, η οποία δεν πλήττεται με λόγο εφέσεως για τις αναφορές της αυτές". Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και όσων αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το δεδικασμένο από την τελεσίδικη 6663/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αφορά τις αξιώσεις που ασκήθηκαν με την προηγούμενη από 2-12-2002 αγωγή, και δεν καταλαμβάνει και τις ζημίες της μεταγενέστερης περιόδου, από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2005, που αφορά η μεταγενέστερη από 17-12-2004 αγωγή, για το λόγο ότι, με βάση τις εκτιθέμενες παραδοχές, αιτιολογημένα κρίθηκε ότι οι αξιώσεις αυτές (μεταγενέσερες) γεννήθηκαν στις 19-5-1999, οπότε έλαβε χώρα η αδικοπραξία και εκδηλώθηκε ο επιζήμιος χαρακτήρας της πράξεως για την όλη ζημία, που αποτελεί ενιαία απαίτηση και δεν οφείλονται σε μεταγενέστερη απροσδόκητη και απρόβλεπτη επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του.
Επομένως, είναι κατ' ουσία αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδει πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ.
V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τα θεμελιούντα αντένσταση πραγματικά περιστατικά, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα και ακρίβεια όλο το περιεχόμενο της αντένστασης, για να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν η προβαλλόμενη αιτίαση θεμελιώνει τον αναιρετικό αυτό λόγο.
Δεν είναι πράγματα όμως με την πιο πάνω έννοια η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ότι "...
εάν δεν θεωρηθεί ... ότι πρόκειται περί απροβλέπτων δυσμενών συνεπειών της υγείας μου, επί των οποίων βασίζοντο οι αξιώσεις μου να θεωρηθεί ότι έναρξη της παραγραφής αρχίζει από την ημερομηνία συντάξεως της από 3-12-2002 αγωγής μου, δεδομένου ότι θα μπορούσε να συναχθεί ότι από την ημέρα αυτή εγώ έλαβα γνώση του υπαιτίου για αποζημίωση και της ζημίας μου".
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αντενστάσεως, προκειμένου να καταστεί δυνατό να διαπιστωθεί αν η προβαλλόμενη αιτίαση στοιχειοθετεί τον αναιρετικό αυτό λόγο. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό και εκ του πράγματος προκύπτει ότι τον απέρριψε κατ' ουσία.
Ειδικότερα, δέχτηκε ότι ο οι επίδικες αξιώσεις γεννήθηκαν στις 19-5-1999, οπότε έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση και έκτοτε παρήλθε ο χρόνος της παραγραφής, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Με την αόριστη δε επίκληση ότι "θα μπορούσε να συναχθεί ότι από τις 3-12-2002 έλαβε γνώση του υπαιτίου για αποζημίωση και της ζημίας του", θίγεται η αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
VI. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9, περιπτ. γ', του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559, αριθ. 8 ΚΠολΔ, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 956/1996, 1486/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο από το άρθρο 559, αριθ. 9, ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, συνίσταται στο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί εικοσαετούς παραγραφής της αξιώσεώς του από απώλεια εισοδημάτων. Δεδομένου ότι αυτή η αίτηση απόφανσης δεν εμπίπτει στην "αίτηση", υπό την έννοια του άρθρου 559, αριθ. 9 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες διατάξεις, πρέπει ο έκτος λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Πέραν τούτων ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και λόγω αοριστίας, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κριθεί αν προβλήθηκε παραδεκτώς, και να καταστεί δυνατό να διαπιστωθεί αν η προβαλλόμενη αιτίαση στοιχειοθετεί αναιρετικό λόγο.
VΙI. Εν όψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 173 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-7-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 487/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ για τον καθένα, λόγω της χωριστής παραστάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ