232/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated232/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η απαιτούμενη για τη διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας πρόθεση βλάβης του δανειστή, εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος ( ΑΠ 559/2023, ΑΠ 1902/2013, 1475/2010). 5) γνώση του τρίτου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 232 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 232/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη - Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. - Χ. Σ. του Δ., κατοίκου Η.Π.Α. και 2) Α. συζύγου Δ. Σ. το γένος Χ. Τ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίδημο Φιλιππάκη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα ως ειδικής διαδόχου της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... LTD", που έχει εισέλθει στη θέση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" ως καθολική της διάδοχος. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κοντόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20/07/2021 αίτηση αναίρεσης (με αριθμό κατάθεσης .../2021 ) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα με αριθμό 35/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας , η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την υπ'αριθμ. ...2019 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ'αριθμ. 15/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης με αίτημα τη διάρρηξη της αναφερόμενης σε αυτή καταδολιευτικής δικαιοπραξίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1και 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) η ύπαρξη απαίτησης κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης. Την ιδιότητα του δανειστή λογίζεται ότι έχει και ο φορέας ενοχικής απαίτησης, που τελεί υπό αναβλητική προθεσμία, διότι η προθεσμία δεν εξαρτά τη γένεση του ενοχικού δικαιώματος από την πάροδο του χρόνου, που έχει ταχθεί, αλλά αναστέλλει μόνο την ενάσκησή του, την οποία μεταθέτει στο μέλλον, ήτοι αρκεί να έχουν συντελεστεί μέχρι και το χρόνο της απαλλοτρίωσης, τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησής του και να έχει γίνει αυτή ορισμένη, απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της περί διάρρηξης αγωγής (ΑΠ 1361/2022, ΑΠ 365/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 928/2014). 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη προς τρίτον, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων κάθε σοβαρή και ηθελημένη (μη εικονική) διάθεση ή εκποίηση με δικαιοπραξία ή άλλη ενέργεια, που επάγεται μείωση της υπέγγυας περιουσίας, ανεξάρτητα αν είναι επαχθής ή χαριστική, καθώς και κάθε παροχή γενόμενη από ηθικό καθήκον ή από λόγους κοινωνικής ευπρέπειας, διότι το γεγονός ότι η διάθεση αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 1217/2014, ΑΠ 805/2013). 3) ανεπάρκεια της υπόλοιπης εμφανούς περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση του δανειστή, η οποία οφείλεται αιτιωδώς στην απαλλοτρίωση.
Η αφερεγγυότητα πρέπει να υπάρχει (και) κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή και να υφίσταται κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (ΑΠ 1437/2019,ΑΠ 1284/2011, ΑΠ 846/2011). Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΑΠ 914/2020) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι` αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις ( ΑΠ 559/2023, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 928/2014). 4) δόλος του οφειλέτη , ήτοι πρόθεση βλάβης των δανειστών.
Η πρόθεση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει όταν αυτός (οφειλέτης) γνωρίζει, κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτρίωσης, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού, στην περίπτωση αυτή, είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, μη αναιρουμένου του καταδολιευτικού χαρακτήρα της απαλλοτρίωσης αν, εκτός από την πρόθεση βλάβης των δανειστών, επιδιώκει παράλληλα και άλλους σκοπούς (ΑΠ 1529/2023).
Η απαιτούμενη για τη διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας πρόθεση βλάβης του δανειστή, εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος ( ΑΠ 559/2023, ΑΠ 1902/2013, 1475/2010). 5) γνώση του τρίτου.
Η γνώση του τρίτου δεν απαιτείται κατά το άρθρο 942 ΑΚ, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 88/2023, ΑΠ 1320/2019, ΑΠ 28/2017). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 64-67 ν.δ. της 17.07/13.08.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" συνάγεται ότι κατά τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλομένους, θεωρείται δανειστής του άλλου, ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού, από τη σύναψη της σύμβασης, το οποίο είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, όπως προκύπτει από το άρθρο 112 παρ.2 ΕισΝΑΚ, ήτοι το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου.
Και πριν όμως από το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεστεί, ώστε η απαίτηση είναι γεγενημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσόν εκκαθαρισμένη (ΑΠ 1529/2023).
Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 223/2022, ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1491/2018).
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν ( ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται .
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017). Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 738/2022,ΑΠ 1472/2021, ΑΠ 255/2010).
Κατά το άρθρο δε 559 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 631/2023, ΑΠ 50/2020).
Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε ( ΑΠ 184/2017).
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 302/2023, ΑΠ 166/2016).
Κατά το άρθρο δε 559 αριθ.1 περ.β'του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε τα εξής : "Δυνάμει της υπ'αριθμ. ...2008 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου που συνήφθη μεταξύ της απώτερης δικαιοπαρόχου της ήδη εφεσίβλητης τράπεζας, ήτοι της ...
ΑΕ και της κοινοπραξίας "Κ/Ξ Λ. Α., Λ. Γ., Σ. Σ. -Χ., έργο κατασκευή και πώληση κατοικιών στον ... Πηλίου" (η οποία τότε δεν είχε αποκτήσει νομική προσωπικότητα, μέλη της είναι - άλλως ήταν - είναι οι αμέσως 3 προαναφερθέντες φυσικά πρόσωπα, ήτοι και ο εδώ πρώτος εκκαλών), χορηγήθηκε στην Κ/Ξ (τοκοχρεωλυτικό) δάνειο ύψους 500.000€.
Το δάνειο εκταμιεύτηκε τμηματικά, ήτοι στις 11-8-2008 ποσό 110.000€, στις 29-8-2008 ποσό 190.000€ και στις 29-4-2009 ποσό 200.000€, ενώ για την εξυπηρέτηση του ανοίχτηκε αλληλόχρεος λογαριασμός. Συνήφθη η σύμβαση αυτή και δόθηκε το δάνειο αυτό καθόσον η Κ/Ξ (διά των μελών της - φυσικών προσώπων) επιδίωκε να αναγείρει δύο διαφορετικές οικοδομές, με συνολικά 15 οριζόντιες ιδιοκτησίες -κατοικίες εντός δύο διαφορετικών - γειτονικών οικοπέδων, εμβαδού 384,79 τμ και 237,39 τμ αντίστοιχα, που βρίσκονται στον οικισμό ..., του Δήμου ... - Μουρεσίου (Περιφέρειας Μαγνησίας).
Αυτές οι 15 οριζόντιες ιδιοκτησίες - κατοικίες προορίζονταν για πώληση σε τρίτους (έναντι κέρδους). Στην δανειακή αυτή σύμβαση συμβλήθηκαν (ως εκπρόσωποι της Κ/Ξ, αλλά και) ως εγγυητές τα παραπάνω τρία μέλη της Κ/Ξ (ήτοι και ο εδώ πρώτος εκκαλών), ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες και σε ολόκληρο ο καθένας τους, με την Κ/Ξ, έναντι της δανείστριας τράπεζας, για το δάνειο αυτό.
Σε εξασφάλιση του δανείου, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 2763/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων), δυνάμει της οποίας εγγράφτηκε προσημείωση υποθήκης για ποσό 625.000 ευρώ στα δύο, ως άνω οικόπεδα (εμβαδού 384,79 τμ και 237,39 τμ) μετά των ανεγερθησομένων επ' αυτών συστατικών και λοιπών παραρτημάτων τους.
Τα δύο αυτά οικόπεδα (τότε, φέρονταν να) ήταν ιδιοκτησίας της Κ/Ξ, δυνάμει του υπ'αριθμ. ...2008 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Βόλου Ν. Κ., που μεταγράφτηκε νόμιμα. Όμως, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η Κ/Ξ δεν είχε αποκτήσει νομική προσωπικότητα, συνεπώς δεν μπορούσε να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα τα δύο αυτά οικόπεδα, εν τοις πράγμασι, να μην της ανήκουν.
Έτσι, μετά την σύνταξη του χρονικά μεταγενέστερου υπ'αριθμ. ...2010 διορθωτικού, του αμέσως παραπάνω αναφερομένου, συμβολαίου, του Συμβολαιογράφου Βόλου Ν. Κ., που μεταγράφτηκε νόμιμα, επακολούθησε (και) η έκδοση της υπ'αριθμ. ...2012 διορθωτικής απόφασης, του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), που δέχθηκε ότι ο εδώ μη διάδικος Α.
Λ. σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, ο ομοίως εδώ μη διάδικος Γ. Λ. σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, καθώς και ο εδώ διάδικος ... σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, είναι οι (πραγματικοί) κύριοι των δύο αυτών οικοπέδων. Σημειωτέον ότι κατά την απόφαση αυτή (σε χρόνο προγενέστερο της εκδόσεως της) στο οικόπεδο των 384,79 τμ αναγέρθηκε διώροφη οικοδομή με υπόγειο, χωρίς όμως αναφορά σε λοιπά επιμέρους στοιχεία της, καθώς και ότι στο οικόπεδο των 237,39 τμ αναγέρθηκε μία άλλη διώροφη οικοδομή με υπόγειο, χωρίς και εδώ αναφορά σε επιμέρους λοιπά στοιχεία της.
Κατά τα αναφερόμενα στην ίδια απόφαση, οι οικοδομές αυτές ανήκουν, αυτοδικαίως, στα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα τρία (3) φυσικά πρόσωπα, κατά τα ως άνω ίδια ποσοστά. Εν τέλει η υπ'αριθμ. 1383/2012 διορθωτική αυτή απόφαση, μεταρρύθμισε μόνο τα στοιχεία των ιδιοκτητών των ακινήτων αυτών, μη εγγίζοντας το ύψος της εξασφαλιστέας απαίτησης των 625.000 € που είχε δεχθεί η αρχική απόφαση, περίληψη της οποίας είχε καταχωρηθεί νόμιμα στον τόμο 51 και με αριθμό 107 των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ..., στις 7-8-2008.
Εκτιμάται λοιπόν, ότι η υπ'αριθμ. 1383/2012 διορθωτική αυτή απόφαση, δέχθηκε μόνο ότι τα ήδη προσημειωμένα αυτά δύο ακίνητα ανήκουν στα παραπάνω τρία φυσικά πρόσωπα (και όχι στην Κ/Ξ). Σημειωτέον ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει καταχώρηση της περίληψης της απόφασης αυτής στα οικεία βιβλία υποθηκών, πλην όμως όλοι οι εδώ διάδικοι φέρονται να αναγνωρίζουν ως εισέτι ισχυρή την προσημείωση υποθήκης, που προαναφέρεται.
Επακολούθησαν δε οι από 2009 και 2010 δύο πρόσθετες πράξεις τροποποίησης των συμβατικών όρων (της δανειακής σύμβασης) με την ως άνω τράπεζα (χωρίς τροποποίηση του ποσού των 500.000€), αλλά και μία όμοια μεταγενέστερη με την καθολική της διάδοχο, ήτοι την "... LTD". Σημειωτέον ότι κατά την από 3-1-2012 πρόσθετη (τρίτη κατά σειρά) αυτή πράξη, τα ως άνω μέλη της Κ/Ξ εγγράφως αναγνώρισαν ότι το υπόλοιπο της δανειακής οφειλής που προαναφέρθηκε ανέρχεται στις 178.080 €.
Στη συνέχεια η ως άνω τράπεζα "... LTD" μετονομάστηκε σε "... LTD", ενώ το έτος 2013 η ήδη εφεσίβλητη τράπεζα κατέστη ειδική διάδοχος της. Έκτοτε την διαδέχθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την προαναφερθείσα δανειακή σύμβαση. Από τις 13-2-2012 και εντεύθεν, οι ως άνω τρεις (3) υπόχρεοι, έπαψαν να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους έναντι της δανειοδότησης που προαναφέρθηκε.
Έτσι στις 15-6-2017 ο τηρούμενος σχετικός αλληλόχρεος τραπεζικός λογαριασμός παρουσίασε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 285.787,10 €. Αυθημερόν, ήτοι στις 15-6-2017, η εφεσίβλητη τράπεζα κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση δανείου (μετά των πρόσθετων πράξεων) και έκλεισε τον λογαριασμό. Ομοίως αυθημερόν, με την από 15-6-2017 εξώδικη επιστολή της - καταγγελία γνωστοποίησε στα παραπάνω τρία μέλη της Κ/Ξ την καταγγελία αυτή, αιτούμενη την άμεση εξόφληση του αμέσως ως άνω ποσού, ως υπόλοιπο του αρχικού δανείου.
Δεδομένου ότι ουδεμία καταβολή επακολούθησε, η εφεσίβλητη τράπεζα, με την υπ'αριθμ. ...2017 αίτηση της προς τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος τους. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. ...2017 διαταγή πληρωμής, που υποχρέωσε τους 3 παραπάνω (ήτοι και τον ήδη πρώτο εκκαλούντα), καθένα σε ολόκληρο, να καταβάλλουν στην εφεσίβλητη το ως άνω ποσό, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.
Περαιτέρω, δυνάμει της διαταγής αυτής, στις 27-12-2017, η εφεσίβλητη τράπεζα ενέγραψε προσημείωση υποθήκης, για εξασφάλιση της αντίστοιχης απαίτησης της ύψους 300.000 € στα παρακάτω ακίνητα. Ήτοι, στις οριζόντιες ιδιοκτησίες (1) στον με στοιχεία Υ1 βοηθητικό χώρο του υπογείου, εμβαδού 44,30 τμ, (2) στο με στοιχεία Υ2 βοηθητικό χώρο του υπογείου, εμβαδού 44,30 τμ, (3) στο με στοιχείο Υ3 βοηθητικό χώρο του υπογείου, εμβαδού 44,30 τμ, (4) στο με στοιχεία ΙΣ1 διαμέρισμα του ισογείου εμβαδού 44,30 τμ, και (5) στο με στοιχεία Α2 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου εμβαδού 44,70 τμ, που βρίσκονται στην διώροφη οικοδομή με υπόγειο που έχει ανεγερθεί (όπως προαναφέρθηκε) στο ως άνω οικόπεδο των 384,79 τμ.
Ενέγραψε ομοίως προσημείωση υποθήκης και στις επίσης παρακάτω οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι, (6) στον Υ1, βοηθητικό χώρο του υπογείου, εμβαδού 48,75 τμ, (7) στον Υ2 βοηθητικό χώρο του υπογείου, εμβαδού 44,74 τμ και (8) στο ΙΣ1 διαμέρισμα του ισογείου εμβαδού 48,75 τμ, που βρίσκονται στην διώροφη οικοδομή με υπόγειο η οποία έχει αναγερθεί (όπως ομοίως προαναφέρθηκε) στο ως άνω οικόπεδο των 237,39 τμ.
Τα οκτώ (8) αυτά, επί μέρους, ακίνητα - οριζόντιες ιδιοκτησίες ανήκουν, μετά των οικοπέδων (όπως επίσης προελέχθη) κατά κυριότητα, (α) σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου στον εδώ μη διάδικο Γ. Λ., (β) σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου στον ομοίως εδώ μη διάδικο Α. Λ., (γ) σε ποσοστό δε 50% εξ αδιαιρέτου ανήκουν στον εδώ πρώτο εκκαλούντα Σ. - Χ.
Σ.. Πέραν των ως άνω 8 οριζοντίων ιδιοκτησιών, δυνάμει της ίδιας διαταγής πληρωμής, εγγράφτηκε προσημείωση υποθήκης και στα αμέσως παρακάτω αναφερόμενα ακίνητα. Ήτοι στην ψιλή κυριότητα της (9) υπ'αριθμ. 3 αποθήκης εμβαδού 28,03 τμ του υπογείου οικοδομής στο 2ο συγκρότημα κατοικιών, όπως και (10) της υπ'αριθμ. 3 κατοικίας του ισογείου οικοδομής εμβαδού 28,03 τμ στο ίδιο 2ο συγκρότημα κατοικιών (που έχουν ανεγερθεί σε, άλλο - τρίτο - οικόπεδο εμβαδού 1.359,40 τμ).
Η ψιλή κυριότητα των δύο τελευταίων κατά σειρά αυτών ακινήτων (με προαναφερθέντα στοιχεία αναφοράς 9 και 10) ανήκει στον εδώ πρώτο εκκαλούντα Σ. - Χ. Σ. (βλ. προσκομισθείσα περίληψη εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, που εγγράφτηκε στον τόμο 54 και με αριθμό 71, των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ...), αλλά και όπως συνομολογεί η ήδη εφεσίβλητη τράπεζα στην επίδικη αγωγή της.
Κατά αυτής της διαταγής πληρωμής, οι παραπάνω, άσκησαν την υπ'αριθμ. ...2018 ανακοπή, που όμως απορρίφθηκε με την υπ'αριθμ. 79/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Η δε οφειλή, από την διαταγή πληρωμής, στις 21-3-2018 ανήλθε στις 309.888,18 €. Κατά την απορριπτικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο.
Έτσι η παραπάνω διαταγή πληρωμής από την οποία απορρέει η απαίτηση της εφεσίβλητης τράπεζας πλέον έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας. Μετά την αναγνώριση του υπολοίπου της δανειακής οφειλής (ύψους 178.080 €, στις 3-1-2012) και της παύσεως της καταβολής τοκοχρεωλυτικών δόσεων (από τις 13-2-2012 και εντεύθεν), ο εδώ πρώτος εκκαλών, δυνάμει του υπ'αριθμ. ...2012 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή, του Συμβολαιογράφου Βόλου Ν.
Κ., που μεταγράφτηκε νόμιμα, δώρισε την, μέχρι τότε ιδιοκτησίας του, ψιλή κυριότητα επί οριζόντιας ιδιοκτησίας, στην ήδη - κατά τον χρόνο εκείνο - επικαρπώτρια αυτής, μητέρα του και εδώ δεύτερη εκκαλούσα. Ο πρώτος εκκαλών είχε αποκτήσει (αυτή) την ψιλή κυριότητα (επί του ακινήτου που κατωτέρω περιγράφεται) με το αριθμ. ...2009 συμβόλαιο γονικής παροχής του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφτηκε νόμιμα.
Ανάγεται δε, η μεταβιβασθείσα - απαλλοτριωθείσα - ψιλή κυριότητα, κατά την περιγραφή στο συμβόλαιο δωρεάς που προαναφέρθηκε, στην με στοιχείο (Ε) διώροφη οικία με υπόγειο (μαιζονέτα) και μία κλειστή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, συνολικού εμβαδού 177,80 τμ (όπως κατά τα λοιπά εκεί λεπτομερώς περιγράφεται).
Αποτελεί η μαιζονέτα αυτή μέρος συγκροτήματος 5 όμοιων διώροφων κατοικιών (και τριών πισινών) που ανεγέρθηκαν, νόμιμα, σε (άλλο, τέταρτο κατά σειρά) οικόπεδο εμβαδού 2.516,09 τμ. Το οικόπεδο αυτό βρίσκεται στην θέση "..." του οικισμού ..., της ΤΚ ... που ανήκει στην Δ.Κ. Μουρεσίου του Δήμου ..., της Περιφέρειας Μαγνησίας, ενώ αποτυπώνεται και στο από Ιανουάριος 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Δ.
Κ. (που προσαρτήθηκε στο ως άνω συμβόλαιο). Σημειωτέον ότι μέρος του οικοπέδου αυτού εμβαδού 359,23 τμ βρίσκεται μέσα στα όρια του παραπάνω οικισμού, ενώ κατά το υπόλοιπο μέρος εμβαδού 2.156,86 τμ βρίσκεται έξω από τα όρια του οικισμού αυτού, απέχει δε 70 μέτρα από την θάλασσα. Κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (έτος 2012), η αντικειμενική αξία της ψιλής κυριότητας της ως άνω απαλλοτριωθείσας οριζόντιας ιδιοκτησίας -κατοικίας ήταν 81.383,41€, ενώ η αγοραία αξία της ανερχόταν στις περίπου 160.000 ευρώ.
Τότε, η επίδικη οφειλή δεν ήταν ούτε ληξιπρόθεσμη, ούτε εκκαθαρισμένη, αλλά ούτε και απαιτητή. Ήταν όμως γεγενημένη. Ήτοι κατά τον χρόνο εκείνο (21-12-2012) η δανειακή απαίτηση της ήδη εφεσίβλητης τράπεζας ανέρχονταν στις 186.000,73 €. Το ύψος της τότε οφειλής, δεν αμφισβητεί ο πρώτος εκκαλών. Γνώριζε λοιπόν ο πρώτος εκκαλών, κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης, την ύπαρξη, ήτοι το γεγενημένο της απαίτησης αυτής (παρά την όποια υπάρχουσα εμπράγματη εξασφάλιση, που προαναφέρθηκε).
Ο ίδιος ισχυρίστηκε, με τις έγγραφες προτάσεις του, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ήτοι ισχυρισμό που επαναδιατυπώνει και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα) ότι κατά τον χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης (21-12-2012) είχε ήδη αποφασίσει να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αμερική, καθώς και ότι μόνο αυτή η σκοπούμενη μετεγκατάσταση του ήταν η κυριαρχική αιτία που του υπαγόρευσε την επίδικη απαλλοτρίωση.
Ειδικότερα ιστορεί ότι το έτος 2011 τέλεσε γάμο με Αμερικανίδα υπήκοο, καθώς και ότι επιθυμία της συζύγου του ήταν επιστρέψει στην πατρίδα της. Ο ισχυρισμός αυτός (καθόσον δεν αποδείχθηκε σχετικά, με έγγραφα) παραπέμπει στο γεγονός ότι από της τελέσεως του γάμου έως και τις 21-12-2012, τόπος συνήθους διαμονής τους ήταν η Ελλάδα.
Ότι, πέραν των άλλων, ισχυρίστηκε (επί λέξει), "... η εύρεση εργασίας ... στις ΗΠΑ ... ήταν ... εύκολη υπόθεση ... και ... επικερδής". Τέλος, ισχυρίστηκε ότι, στα πλαίσια της σκοπούμενης αυτής μόνιμης μετεγκατάστασης, επιθυμούσε να απαλλαγεί από τα βάρη και τις εν γένει υποχρεώσεις της αστικής ακίνητης περιουσίας του στην Ελλάδα, διατηρώντας όμως τα δικαιώματα του επί της (λοιπής) ακίνητης περιουσίας του (που) η επαγγελματικής φύσεως εκμετάλλευση της οποίας, του απέφερε (άλλως αποφέρει) εισοδήματα.
Στους ισχυρισμούς αυτούς αναφέρεται και ο μάρτυρας ανταπόδειξης Π. Α. στην (προαναφερθείσα) υπ'αριθμ. ...2018 ένορκη βεβαίωση του. Όμως ο μάρτυρας αυτός δεν αναφέρεται στον ακριβή χρόνο που ο πρώτος εκκαλών (φέρεται να) μετεγκαταστάθηκε στην Αμερική, ούτε άλλωστε ο χρόνος αυτός προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας.
Περαιτέρω, ο μάρτυρας, δεν αναφέρεται στην εργασία που ο πρώτος εκκαλών, φέρεται να ασκεί, στην Αμερική, ούτε άλλωστε η εργασία αυτή (μετά των αποδοχών της) προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας. Το μόνο που προκύπτει, από την δικογραφία, αναφορικά με την σχέση του πρώτου εκκαλούντα με την Αμερική, είναι η αναγραφή διεύθυνσης στο εφετήριο.
Τέλος, ο μάρτυρας, που ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει την οικονομική πορεία των ξενοδοχείων ... και ..., μέτοχος στα οποία είναι και ο πρώτος εκκαλών (κατά τα παρακάτω αναφερόμενα), τα οποία βρίσκονται στο Πήλιο, αλλά και για άλλα οικονομικής φύσεως θέματα, δεν κατέθεσε σχετικά. Ήτοι δεν κατέθεσε για κανένα θέμα οικονομικής φύσεως.
Επίσης δεν κατέθεσε ούτε για την αιτία παύσης καταβολής των τοκοχρεωλυτικών δόσεων από τις 13-2-12, ούτε για την θέση του πρώτου εκκαλούντα (και των λοιπών μελών της Κ/Ξ) έναντι αυτής της επίδικης οφειλής, ούτε έλαβε θέση αναφορικά με την αδράνεια τους στην, ασυμπλήρωτη κατά λίγες ημέρες, πενταετία που επακολούθησε, ούτε για την, τυχόν, σκοπούμενη από μέρους των οφειλετών αντιμετώπιση της επίδικης οφειλής, με βάση την διαταγή πληρωμής.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ερευνώντας τον ανωτέρω ισχυρισμό (των εκκαλούντων), αρκέστηκε στην ρηματική διατύπωση ότι δεν είναι πειστικός. Το παρόν Δικαστήριο όμως, κατά τα αμέσως παραπάνω, εκτιμά ως αναληθή (και ελέγχει ως αναπόδεικτο) τον επίδικο ισχυρισμό περί επιθυμίας του πρώτου εκκαλούντα για ελαχιστοποίηση της ακίνητης περιουσίας του στην Ελλάδα, αλλά και μη πειστική την αμέσως ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση στο σύνολο της, αναφορικά όμως μόνο με την επίδικη οικονομικής φύσεως διαφορά.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι, ο ήδη πρώτος εκκαλών είχε κατά πλήρη κυριότητα, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ένα διαμέρισμα εμβαδού 210 τμ που βρίσκεται στον 1ο όροφο (οικοδομής), με υπόγειο εμβαδού 70 τμ, σε οικοδομή επί της οδού ..., στο Δήμο Κηφισιάς αξίας 75.000€. Το ιδανικό του όμως αυτό μερίδιο είναι βεβαρυμμένο με τέσσερις προσημειώσεις υποθηκών υπέρ της ...
ΑΕ, συνολικού ύψους 360.000 €, επί του οποίου δεν ενέγραψε (άλλη) προσημείωση υποθήκης η εδώ εφεσίβλητη, με την παραπάνω διαταγή πληρωμής. Το ακίνητο αυτό, η εφεσίβλητη τράπεζα, ισχυρίζεται ότι ήδη το έχει .μεταβιβάσει ο πρώτος εκκαλών στους γονείς του. Δεν προσκομίζεται όμως σχετικό έγγραφο προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, πλην όμως ο πρώτος εκκαλών τον συνομολογεί (τον ισχυρισμό αυτό).
Από το ύψος και μόνο της εγγραφείσας - υπάρχουσας προσημείωσης υποθήκης στο εν λόγω ακίνητο, εκτιμάται ότι, αυτό εξαρχής αφίσταται της αξιόχρεης περιουσίας του πρώτου εκκαλούντα.
Συνεπώς το παρόν Δικαστήριο δεν θα ενασχοληθεί με αυτό. Σημειωτέον ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παντελώς δεν αναφέρθηκε στο ακίνητο αυτό. Επίσης ο πρώτος εκκαλών είχε στην ιδιοκτησία του (και) το ιδανικό μερίδιο ποσοστού 30% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας, καθώς και ένα άλλο ιδανικό μερίδιο ποσοστού 20% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας, επί ισογείου διαμερίσματος εμβαδού 28,08 τμ αξίας 12.635€, αλλά και επί αποθήκης του υπογείου εμβαδού 28,08 τμ, αξίας 500 € που βρίσκεται σε οικοδομή στο 2ο συγκρότημα κατοικιών στην ίδια περιοχή.
Στην οικοδομή επί της οποίας βρίσκονται οι δύο αυτές οριζόντιες ιδιοκτησίες, η ..., έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης για εξασφάλιση ποσού 110.000€. Τις δύο αυτές οριζόντιες ιδιοκτησίες, ομοίως ως άνω, η εφεσίβλητη τράπεζα, ισχυρίζεται ότι ήδη έχει μεταβιβάσει ο πρώτος εκκαλών στους γονείς του. Δεν προσκομίζεται όμως σχετικό έγγραφο προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, πλην όμως ο πρώτος εκκαλών τον συνομολογεί (και τον ισχυρισμό αυτό).
Δεδομένου λοιπόν και εδώ, ειδικά από το ύψος της υπάρχουσας προσημείωσης υποθήκης, εκτιμάται ότι, τα εν λόγω δύο ακίνητα, εξαρχής αφίστανται της αξιόχρεης περιουσίας του πρώτου εκκαλούντα, το παρόν Δικαστήριο δεν θα ενασχοληθεί ούτε με αυτά. Σημειωτέον ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ομοίως παντελώς δεν αναφέρθηκε στα ακίνητα αυτά.
Πέραν των παραπάνω αποδείχτηκε ότι ανήκει στον πρώτο εκκαλούντα η ψιλή κυριότητα ισογείου διαμερίσματος - οριζόντιας ιδιοκτησίας - εμβαδού 28,03 τμ. Το διαμέρισμα αυτό βρίσκεται σε οικοδομή που έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο εμβαδού 1.359,40 τμ, στον ... Πηλίου. Η αγοραία αξία του ακινήτου αυτού είναι 17.658€, όπως άλλωστε και ο πρώτος εφεσίβλητος συνομολογεί.
Του ανήκει επίσης και η ψιλή κυριότητα αποθήκης εμβαδού 28,03 τμ, που βρίσκεται στην ίδια αμέσως ως άνω οικοδομή, αγοραίας αξίας 700€, όπως ομοίως αυτός συνομολογεί. Προαναφέρθηκε ότι στα δύο οικόπεδα των 384,79 τμ και 237, 39 τμ, τα ως άνω μέλη της Κ/Ξ ανήγειραν 2 διώροφες οικοδομές με συνολικά 15 διαφορετικές οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Από τις 15 αυτές οριζόντιες ιδιοκτησίες πωλήθηκαν σε τρίτους οι 7. Παρέμειναν λοιπόν στην ιδιοκτησία των μελών της Κ/Ξ οι λοιπές 8, ευρισκόμενες σε αμφότερες τις οικοδομές, για τις οποίες κατωτέρω λαμβάνει χώρα αναφορά. Σημειωτέον, στο σημείο αυτό, ότι οι εκκαλούντες προς επίρρωση των ισχυρισμών τους προσκομίζουν και επικαλούνται την από 12-3-2018 έκθεση εκτίμησης της ιδιωτικής μεσιτικής - εκτιμητικής εταιρείας υπό τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Κατά την έκθεση αυτή, οι λοιπές 8 οριζόντιες ιδιοκτησίες είναι αποπερατωμένες σε (κυμαινόμενο) ποσοστό από 75% - 95%. Ήτοι οι ιδιοκτησίες αυτές είναι ημιτελείς κατά τα αντίστοιχα ποσοστά, εμφανίζουσες τις εκεί λεπτομερώς αναφερόμενες ελλείψεις (σε επιχρίσματα, χρωματισμούς, έπιπλα κουζίνας, ντουλάπες, είδη υγιεινής και σε εγκατάσταση θέρμανσης).
Ο πρώτος εκκαλών είναι συγκύριος σ' αυτές τις 8 οριζόντιες ιδιοκτησίες. Ήτοι του ανήκει κατά πλήρη κυριότητα το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των αμέσως κατωτέρω αναφερομένων τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών, επί της οικοδομής στο οικόπεδο των 237,39 τμ. Ειδικότερα, (1), του ανήκει το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ισογείου διαμερίσματος με στοιχεία ΙΣ-1 εμβαδού 48,75 τμ.
Κατά την έκθεση εκτίμησης που προαναφέρθηκε η συνολική αγοραία αξία του (ημιτελούς) διαμερίσματος αυτού είναι (κατ' εκτίμηση, καθόσον η έκθεση αυτή διαφοροποιείται αναφορικά με το εμβαδόν και τους ορόφους) 57.392 €.
Συνεπώς η αξία του ποσοστού συνιδιοκτησίας του πρώτου εκκαλούντα στο ακίνητο αυτό, κατά την έκθεση εκτίμησης, περιορίζεται στο μισό ήτοι στις 28.696 €. Την αξία - αποτίμηση αυτή δέχθηκε ως βάσιμη και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα. (2) Κατά το ίδιο ποσοστό του ανήκει η με στοιχεία Υ-1 ημιτελής οριζόντια ιδιοκτησία στο υπόγειο, εμβαδού 48,75 τμ. Κατά την ως άνω έκθεση εκτίμησης η αξία του ημιτελούς ακινήτου αυτού ανέρχεται στις 43.875 €.
Συνεπώς η αξία του ποσοστού που ανήκει στον πρώτο εκκαλούντα ανέρχεται στις 21.937,50 €. Ομοίως την αποτίμηση αυτή δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως κατ' ουσίαν βάσιμη. (3) Τέλος, κατά το ίδιο ποσοστό του ανήκει η με στοιχεία Υ-2 ημιτελής οριζόντια ιδιοκτησία στο υπόγειο, εμβαδού 44,75 τμ. Κατά την ως άνω έκθεση εκτίμησης η αξία του ημιτελούς αυτού ακινήτου ανέρχεται στις 40.275€.
Συνεπώς η αξία του ποσοστού που ανήκει στον πρώτο εκκαλούντα ανέρχεται στις 20.137,50 €. Ομοίως, αυτή την αποτίμηση δέχθηκε ως βάσιμη το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Πέραν τούτων ο πρώτος εκκαλών είναι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου κύριος και επί των παρακάτω οριζοντίων ιδιοκτησιών, επί της οικοδομής που ανεγέρθηκε στο (άλλο) οικόπεδο των 384, 79 τμ. Ειδικότερα (4), του ανήκει κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου το με στοιχεία ΙΣ-1 ημιτελές διαμέρισμα του ισογείου εμβαδού 44,30 τμ. Στο διαμέρισμα αυτό έχει εγγραφεί και 2η προσημείωση υποθήκης υπέρ της τράπεζας ... (ήδη υπέρ της εφεσίβλητης) για εξασφάλιση ποσού 60.000 €. Η αγοραία αξία του διαμερίσματος αυτού, κατά την έκθεση εκτίμησης είναι 57.327 €.
Συνεπώς η αξία του ποσοστού που ανήκει στον πρώτο εκκαλούντα ανέρχεται στις 28.663,50 €. Ομοίως την αποτίμηση αυτή δέχθηκε ως βάσιμη το πρωτόδικο Δικαστήριο. (5) Του ανήκει επίσης κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου το με στοιχεία Α-2 ημιτελές διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, εμβαδού 44,70 τμ. Το διαμέρισμα αυτό βαρύνεται και με 2η προσημείωση υποθήκης για ποσό 60.000€ υπέρ της τράπεζας ... (ήτοι ήδη υπέρ της εφεσίβλητης). Η αγοραία αξία του διαμερίσματος αυτού κατά την έκθεση εκτίμησης ανέρχεται στις 63.697 €.
Συνεπώς η αξία του ποσοστού που ανήκει στον πρώτο εκκαλούντα ανέρχεται στις 31.848,50 €. Ομοίως την αποτίμηση αυτή δέχθηκε ως βάσιμη το πρωτόδικο Δικαστήριο. (6) Του ανήκει σε ποσοστό 1/2 αδιαιρέτου το με στοιχεία Υ-1 ημιτελές διαμέρισμα στο υπόγειο εμβαδού 44,30 τμ. Η αγοραία αξία του ακινήτου αυτού, κατά την έκθεση εκτίμησης ανέρχεται στις 39.870 €.
Συνεπώς η αξία του ποσοστού που ανήκει στον πρώτο εκκαλούντα είναι 19.935 €. Ομοίως αυτή την αποτίμηση δέχθηκε ως βάσιμη το πρωτόδικο Δικαστήριο. (7) Του ανήκει σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου το με στοιχεία Υ-2 ημιτελές διαμέρισμα του υπογείου εμβαδού 44,30 τμ. Η αγοραία αξία του διαμερίσματος 'αυτού, κατά την έκθεση εκτίμησης ανέρχεται στις 45.386 €.
Συνεπώς η αξία του ποσοστού που ανήκει στον πρώτο εκκαλούντα ανέρχεται στις 22.593 €. Αυτή την αποτίμηση δέχθηκε ως βάσιμη το πρωτόδικο Δικαστήριο. Τέλος (8) του ανήκει σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου το με στοιχεία Υ-3 ημιτελές διαμέρισμα του υπογείου, εμβαδού 44,30 τμ. Η αγοραία αξία του διαμερίσματος αυτού κατά την έκθεση εκτίμησης ανέρχεται στις 45.386 €.
Συνεπώς η αξία του ποσοστού που ανήκει στον πρώτο εκκαλούντα είναι 22.953 €. Αυτή την αποτίμηση δέχθηκε ως βάσιμη το πρωτόδικο Δικαστήριο. Κατόπιν όλων των παραπάνω, το άθροισμα της αγοραίας αξίας της αξιόχρεης περιουσίας του πρώτου εκκαλούντα, συμπεριλαμβανομένων και των δύο οριζόντιων ιδιοκτησιών που βαρύνονται με 2η προσημείωση, ανέρχεται στο (κατά την έκθεση εκτίμησης που προσκόμισαν οι εκκαλούντες και υιοθέτησε ως βάσιμη το πρωτόδικο Δικαστήριο) ποσό των 214.762 €.
Παρά την παραδοχή αυτή όμως, οι εκκαλούντες με την κρινόμενη έφεση τους, ισχυρίζονται ότι η αγοραία αξία της ακίνητης περιουσίας του πρώτου εκκαλούντα υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό αυτό (κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα). Η αξία λοιπόν του ενεργητικού της ακίνητης περιουσίας, του πρώτου εκκαλούντα, υπολείπεται κατά πολύ του ποσού των 300.000€ (άλλως των 309.888,18€).
Πέραν τούτων, ο πρώτος εκκαλών, έχει το 54% του μετοχικού κεφαλαίου της ξενοδοχειακής επιχείρησης υπό τον διακριτικό τίτλο ... που βρίσκεται στην περιοχή ... Πηλίου του Δήμου Μουρεσίου. Ήτοι έχει στην κυριότητα του 7.020 αντίστοιχες μετοχές (από τις συνολικά 13.000), κατά το από 10-9-2017 πρακτικό ετήσιας τακτικής γενικής συνέλευσης.
Η ονομαστική αξία των μετοχών αυτών είναι 16,64€ η κάθε μία, κατά το από 5-3-2018 Γενικό Πιστοποιητικό του ΓΕΜΗ. Επίσης ο πρώτος εκκαλών έχει το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της ξενοδοχειακής επιχείρησης υπό τον διακριτικό τίτλο ... που βρίσκεται στην Πορταριά Μαγνησίας. Ήτοι έχει στην κυριότητα του (άλλες) 129.650 αντίστοιχες μετοχές (από τις συνολικά 259.300).
Η ονομαστική αξία των μετοχών αυτών ήταν 10€ η κάθε μία, κατά το από 12-2-2018 Γενικό Πιστοποιητικό του ΓΕΜΗ. Όμως, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εντόπισε, δεν προκύπτει από πρόσφατα έγγραφα αν ο πρώτος εκκαλών συνεχίζει να κατέχει τις μετοχές αυτές, μη αρκούσης προς τούτο μόνης της προσκομιδής των ως άνω πρακτικών συνεδρίασης.
Πέραν τούτου όμως δεν προκύπτει, από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, η πραγματική αξία των μετοχών αυτών (ήτοι όχι μόνο η ονομαστική).
Συνεπώς, το παρόν Δικαστήριο (όπως και το πρωτόδικο) βάσιμα εκτιμά ότι η όποια αξία και ο όποιος αριθμός των μετοχών αυτών αδυνατεί να προστεθεί στο υπέγγυο και αξιόχρεο ενεργητικό της περιουσίας του πρώτου εκκαλούντα. Αναφορικά δε με την ακίνητη ως άνω περιουσία του πρώτου εκκαλούντα, πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν η αγοραία αξία των ημιτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών ανέρχεται (κατά μία έννοια) στα παραπάνω ποσά, πλην όμως αυτές, γνωστό τοις πάσι είναι ότι, δεν είναι εμπορεύσιμες άλλως διαπραγματευτέες κατά τα ποσά αυτά, λόγω της περιορισμένης, επ' αυτών, κυριότητας του πρώτου εκκαλούντα. Ήτοι κατά την τυχόν μελλοντική, καθ' οιονδήποτε τρόπο, εκποίηση αυτών, το συνολικό, αναμενόμενο ως εισπρακτέο τίμημα μετά βεβαιότητας θα υπολείπεται των ως άνω 214.762 €.
Συνεπώς η επίδικη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του ακινήτου των 177,80 τμ, την αγοραία αξία της οποίας το πρωτόδικο Δικαστήριο προσδιόρισε στις 112.000€ και την οποία δεν αμφισβητούν οι εδώ εκκαλούντες, είναι αυτή που ματαιώνει την πλήρη ικανοποίηση της απαίτησης της εφεσίβλητης από την αξιόχρεη περιουσία του πρώτου εκκαλούντα.
Με πρόθεση βλάβης λοιπόν της εφεσίβλητης ενήργησε ο πρώτος εκκαλών. Ήτοι ενήργησε με σκοπό να αποφύγει την ικανοποίηση της απαίτησης της (και) από την παραπάνω οικία. Η τυχόν πρόθεση της δεύτερης εκκαλούσας ή η τυχόν πλήρη άγνοια αυτής αναφορικά με την επίδικη οφειλή, δεν βαρύνει την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, καθόσον αυτή απέκτησε με χαριστική αιτία (άρθρα 942, 945 ΑΚ).
Στο δικόγραφο της ήδη επίδικης έφεσης, πριν την αναφορά των λόγων εφέσεων (που -εκτίθενται από την σελ. 8 και μετέπειτα), ήτοι στην σελ. 2 αυτής, οι εκκαλούντες διατείνονται ότι στην εκκαλούμενη απόφαση απουσιάζει η αναφορά της αποτίμησης της περιουσίας του πρώτου εκκαλούντα, καθώς και της απαίτησης της εφεσίβλητης.
Η αιτίαση αυτή όμως δεν ευσταθεί καθόσον στην εκκαλούμενη απόφαση ρητά λαμβάνει χώρα η αναφορά αυτών των δύο οικονομικών μεγεθών (όπως προαναφέρθηκε) και δη με τρόπο που να μην καταλείπεται αμφιβολία ή ερωτηματικό στον εκάστοτε αναγνώστη. Με άλλη αιτίαση, στην ίδια σελ. 2 του εφετήριου, οι εκκαλούντες, κατ'εκτίμηση, μέμφονται την πρωτόδικη απόφαση για εν μέρει αοριστία διότι ενώ δέχτηκε το, κατ' άθροιση, σύνολο της αξίας της ακίνητης περιουσίας που ανήκει στον πρώτο εκκαλούντα, στην πορεία δέχθηκε ότι η περιουσία αυτή έχει έτι μικρότερη αγοραία αξία (λόγω της εκεί περιορισμένης κυριότητας του πρώτου εκκαλούντα), χωρίς όμως και να έχει προσδιορίσει, με αριθμό, την μικρότερη αυτή αξία.
Ούτε η αιτίαση αυτή όμως ευσταθεί διότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε (όπως άλλωστε και το παρόν Δικαστήριο), ότι η τυχόν εκούσια εκποίηση των εμπράγματων δικαιωμάτων του πρώτου εκκαλούντα επί των ως άνω (συνολικά 10) οριζοντίων ιδιοκτησιών, αδυνατεί μόνο να επιφέρει την είσπραξη των ως άνω επιμέρους αγοραίων αξιών.
Ήτοι ποτέ δεν αποκλείστηκε ρητά η τυχόν δυνατότητα είσπραξης των αποτιμήσεων αυτών (π.χ. ως ανεδαφικών, με σημερινές αγοραίες αξίες), ούτε εν τέλει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το συνολικό και αναμενόμενο ως εισπραχθησόμενο τίμημα μόνο από την εκούσια εκποίηση των ακινήτων αυτών (ήτοι όχι την αναγκαστική) μετά βεβαιότητας θα υπολείπεται των 214.762 €.
Μόνο αν ρητά είχε αποφανθεί σχετικά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο θα ήταν υποχρεωμένο να προσδιορίσει και την αντίστοιχη αποτίμηση. Με τρίτη κατά σειρά αιτίαση στην ίδια σελ. 2 του εφετήριου, οι εκκαλούντες διατείνονται την ύπαρξη σφάλματος στην πρωτόδικη απόφαση που εστιάζεται στην εκεί (φερόμενη ως) έλλειψη αναφοράς του μη αρκετού της μερικής διάρρηξης.
Και η αιτίαση αυτή δεν ευσταθεί διότι στην εκκαλούμενη απόφαση (10ο φύλλο εμπρόσθια όψη στο τέλος και οπίσθια όψη στην αρχή) ρητά λαμβάνει χώρα αναφορά ότι δεν αρκεί η μερική διάρρηξη διότι, με την επίδικη απαίτηση, πρέπει να συνεκτιμηθούν τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ έκρινε και ως πιθανή την επίτευξη (του τελικού) εκπλειστηριάσματος μικρότερου της αγοραίας αξίας των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του πρώτου εκκαλούντα επί των επίδικων ακινήτων.
Παρέλειψε βέβαια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να αναφερθεί και στην, εν τοις πράγμασι, συνηθισμένη περίπτωση της έκδοσης περισσοτέρων του ενός προγράμματος πλειστηριασμού με αντίστοιχη οικονομική επιβάρυνση επί της εκπλειστηριαζόμενης περιουσίας. Με άλλη αιτίαση (σελ. 3 στο εφετήριο) οι εκκαλούντες, κατ'εκτίμηση, μέμφονται την πρωτόδικη απόφαση ότι δεν προέβη και σε ειδική αιτιολογία αναφορικά με τον δόλο που απέδωσε στον πρώτο εκκαλούντα, ως προς την επίδικη καταδολίευση.
Ούτε αυτή η αιτίαση ευσταθεί καθόσον στο κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης, μετά από εκτενή ανάπτυξη των πραγματικών - αποδειχθέντων περιστατικών, στο 8ο φύλλο αυτής, πρόσθια όψη μετά τη μέση, αποφαίνεται ότι (επί λέξει) "... ενήργησε δε αυτός με πρόθεση βλάβης των δανειστών ...". Η (τελική) απόφανση αυτή, παρά την αντίθετη άποψη που διατύπωσαν οι εκκαλούντες, δεν χρήζει ειδικής - επεξηγηματικής αιτιολογίας καθόσον αποτελεί το επιστέγασμα της προγενέστερης έρευνας επί των πραγματικών περιστατικών και λοιπών ισχυρισμών των διαδίκων.
Με τελευταία αντίστοιχη αιτίαση (σελ. 4, αρχή του εφετηρίου και πριν την αυτοτελή αναφορά στους λόγους έφεσης) οι εκκαλούντες διατείνονται ότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψιν της τα, κατ' εκτίμηση, προσκομισθέντα από αυτούς αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία (φέρεται να) προκύπτει αφενός μεν η επάρκεια της περιουσίας του πρώτου εκκαλούντα ως προς την κάλυψη της επίδικης οφειλής, αφετέρου δε η έλλειψη δόλου αυτού αναφορικά με την επίδικη απαλλοτρίωση.
Αρχικά, κατά το περιεχόμενο της εκκαλούμενης απόφασης, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψιν του όλα τα προσκομισθέντα ενώπιον του έγγραφα. Δεδομένου όμως ότι, οι εκκαλούντες, δεν επικαλούνται ούτε επικεντρώνονται σε ειδικά έγγραφα, που κατά την γνώμη τους είναι δυνατόν να άγουν σε απόρριψη της αγωγής, η συγκεκριμένη αυτή αιτίαση πάσχει αοριστίας.
Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο έφεσης (ο πρώτος λόγος έφεσης περί αοριστίας του δικογράφου της έφεσης ήδη έχει απορριφθεί), οι εκκαλούντες διατείνονται, όπως προαναφέρθηκε, ότι κατά τον χρόνο έγερσης της επίδικης αγωγής τα υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία του πρώτου εκκαλούντα αποτιμώντουσαν σε τελική αθροιστική χρηματική αξία ύψους 550.507,75€.
Η αιτίαση όμως αυτή πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, καθόσον, όπως ομοίως προαναφέρθηκε, η αξία του πραγματικού (και τεθέντος υπόψιν του παρόντος Δικαστηρίου) της εμπράγματης περιουσίας του πρώτου εκκαλούντα, ανέρχεται στο ποσό μόνο των 214.762€. Η αποτίμηση δε αυτή εξάγεται μόνο από την παραπάνω έκθεση εκτίμησης που προσκομίζουν οι εκκαλούντες και δη χωρίς αναφορά στις μικρότερες αξίες στις οποίες αναφέρθηκε η πρώτη από τους μάρτυρες απόδειξης.
Τα αντίθετα αντιστοίχως υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες, κρίνονται ως κατ'ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα. Με άλλη αιτίαση, περιεχόμενη στον ίδιο -δεύτερο λόγο έφεσης, οι εκκαλούντες διατείνονται ότι η επίδικη αξίωση της εφεσίβλητης είναι εξασφαλισμένη με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί των ακινήτων και των τριών μελών της Κ/Ξ, συνολικής αξίας 392.808€.
Η αιτίαση αυτή όμως δεν είναι νόμιμη, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας, καθόσον, κατ' αποκλειστική δικαιωματική επιλογή της εφεσίβλητης τράπεζας η αγωγή ασκήθηκε κατά των εδώ εκκαλούντων. Αδυνατούν όμως αυτοί να επικαλεστούν και υποχρέωση τρίτου αναφορικά με το επίδικο δικαίωμα. Με άλλη επιμέρους αιτίαση στον ίδιο λόγο έφεσης, κατ'εκτίμηση, οι εκκαλούντες διατείνονται ότι υπάρχει καταχρηστική άσκηση δικαιώματος από μέρους της εφεσίβλητης τράπεζας καθόσον η ικανοποίηση της απαίτησης της μπορεί να γίνει από την περιουσία και των λοιπών ως άνω δύο συνοφειλετών του πρώτου εκκαλούντα.
Ομοίως κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας η αιτίαση αυτή δεν είναι νόμιμη. Με άλλη αιτίαση στον ίδιο - δεύτερο λόγο έφεσης, κατ'εκτίμηση, οι εκκαλούντες, παραθέτοντας λεπτομερώς αυτή τη φορά τα περιουσιακά στοιχεία του πρώτου εκκαλούντα, με διαφορετική όμως αποτίμηση για το καθένα, καταλήγουν ότι η αξία τους ανέρχονταν κατά την έγερση της αγωγής, στις 550.507,75 €.
Η, στο σημείο αυτό επαναληφθείσα, αιτίαση αυτή όμως (με διαφορετική διατύπωση) έχει ήδη απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, κατά τα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα. Με τον τρίτο λόγο έφεσης, οι εκκαλούντες, αφού πρώτα, εκ νέου, ανατρέχουν στο ιστορικό των ισχυρισμών τους περί επαρκούς περιουσίας του πρώτου από αυτούς στην Ελλάδα, καθώς και στην απόφαση του περί μόνιμης μετοικήσεως στην Αμερική, διατείνονται ότι ελλείπει ο από μέρους του (αναγκαίος) δόλος για βλάβη των δανειστών με την επίδικη απαλλοτρίωση.
Κατά τα αναφερόμενα όμως στην αιτιολογία της παρούσας απόφασης, προέκυψε ότι πράγματι ο πρώτος εκκαλών αποσκοπούσε στην αποστέρηση της δυνατότητας της εφεσίβλητης τράπεζας να ικανοποιήσει την απαίτηση της από την απαλλοτριωθείσα περιουσία.
Συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ'ουσίαν. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο έφεσης, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι καταχρηστικά ενήργησε η εφεσίβλητη τράπεζα καθόσον προς εξασφάλιση της απαίτησης της που απορρέει από την ως άνω διαταγή πληρωμής, έχει ήδη εγγράψει και προσημείωση υποθήκης σε ακίνητα των συνοφειλετών του, η αξία των οποίων υπερκαλύπτει την απαίτηση.
Η (επαναλαμβανόμενη) αιτίαση αυτή όμως, κατά τα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα, αλλά και κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας, δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί. Με άλλη αιτίαση του τετάρτου λόγου εφέσεως, κατ'εκτίμηση, οι εκκαλούντες διατείνονται ότι η εφεσίβλητη τακτικά προέβαινε σε χρηματική αποτίμηση της προσημειωμένης περιουσίας των τριών οφειλετών της.
Ότι στα πλαίσια αυτά δημιούργησε την πεποίθηση στον πρώτο εκκαλούντα ότι δεν θα προβεί στην επίδικη ενέργεια καθόσον ουδέποτε στο παρελθόν προέβη είτε σε διαμαρτυρία είτε σε άσκηση μήνυσης εναντίον του, ενώ ήγειρε την επίδικη αγωγή, λίγο πριν την συμπλήρωση πενταετίας από της απαλλοτρίωσης. Ότι στα πλαίσια αυτά καταχρηστικά προέβη στην έγερση της επίδικης αγωγής, ειδικά δε καθόσον γνώριζε την ύπαρξη και την αξία των μετοχών του πρώτου εκκαλούντα στις ως άνω δύο ξενοδοχειακές μονάδες.
Αναφορικά με την ύπαρξη και την αξία των μετοχών, το παρόν Δικαστήριο, έχει ήδη τοποθετηθεί κατά τα παραπάνω αναφερόμενα. Περαιτέρω η επιμέρους αιτίαση περί υπαρκτής -ισχυρής πεποίθησης για μη άσκηση του επίδικου δικαιώματος από μέρους της εφεσίβλητης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν καθόσον ούτε ο μάρτυρας ανταπόδειξης κατέθεσε σχετικά, ούτε η εφεσίβλητη την συνομολογεί.
Η έλλειψη δε προηγούμενης διαμαρτυρίας ή άσκηση μήνυσης, αδυνατεί να αποδυναμώσει το επίδικο δικαίωμα της εφεσίβλητης. Απορριπτέος λοιπόν και ο τέταρτος λόγος εφέσεως. Ελλείψει δε άλλης ειδικής αιτιάσεως σε βάρος της πρωτοδίκου αποφάσεως, πέραν της γενικευμένης αρνήσεως της αγωγής, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της.
Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες κρίνονται ως κατ'ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την από 19-7-2019 έφεση των νυν αναιρεσειόντων κατά της υπ'αριθμ.15/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Εφετείου Βόλου που είχε δεχθεί την από 17-11-2017 αγωγή της ενάγουσας και διέρρηξε την αναφερόμενη εκεί δικαιοπραξία που καταρτίστηκε με την υπ'αριθμ. ...2012 συμβολαίου, δωρεάς εν ζωή, του Συμβολαιογράφου Βόλου, Ν.
Κ. . Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο , ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 939 επ ΑΚ που προαναφέρθηκαν, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας αφού ειδικότερα κατά τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης :
α) κατά τον χρόνο της ένδικης απαλλοτρίωσης (21-12-2012) υπήρχε γεγενημένη απαίτηση ποσού 186.000,73 ευρώ από τη σύμβαση δανείου και τη σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό της αναιρεσίβλητης τράπεζας κατά του οφειλέτη της, πρώτου αναιρεσείοντος β) η απαίτηση αυτή ύψους, 309.888,18 ευρώ, είχε καταστεί απαιτητή και ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, γ) ο πρώτος αναιρεσείων, πριν το οριστικό κλείσιμο των τηρούμενων λογαριασμών και ενώ υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο μετά την αναγνώριση του υπολοίπου της δανειακής οφειλής στις 3-1-2012, ύψους 178.080 ευρώ, μεταβίβασε προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα μητέρα του, στις 21-12-2012, το ένδικο ακίνητο, με χαριστική δικαιοπραξία (λόγω δωρεάς ), δ) ο πρώτος αναιρεσείων, κατά τους ως άνω κρίσιμους χρόνους, γνώριζε ότι δεν εξυπηρετούνταν οι ανωτέρω συμβάσεις πίστωσης και δανείου, αφού και οι τρεις υπόχρεοι (μέλη) από τις 13-2-2012 και εντεύθεν έπαψαν να καταβάλλουν και ότι παρ' όλα αυτά, προέβη στην ένδικη απαλλοτριωτική πράξη, καθόσον γνώριζε ότι με αυτή (μεταβίβαση) θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, ε) η απαλλοτρίωση αυτή έγινε με σκοπό βλάβης της αναιρεσίβλητης, προκειμένου αυτή να αποστερηθεί της δυνατότητας να ικανοποιήσει την απαίτησή της, ύψους 309.888,18 ευρώ, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και 186.000,73 ευρώ κατά την μεταβίβαση, αφού η εναπομείνασα ακίνητη περιουσία του, αξίας 214.762 ευρώ, δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης.
Το Εφετείο, επίσης με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, ότι ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από τα στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των άλλων συνοφειλετών δεχόμενο ότι η αιτίαση περί εξασφάλισης της απαίτησης από την προσημείωση υποθήκης επί των ακινήτων των λοιπών συνοφειλετών είναι μη νόμιμη, καθόσον κατ'αποκλειστική δικαιωματική επιλογή η αγωγή ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων και αδυνατούν να επικαλεσθούν αυτοί υποχρέωση τρίτου σχετικά με το επίδικο δικαίωμα.
Συνεπώς τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό του προαναφερομένου κανόνα δικαίου και ως προς το δόλο (πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης) απορριπτόμενου του δεύτερου λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί μη στοιχειοθέτησης του στοιχείου του δόλου, ως αβάσιμου.
Ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης περιέχουν τις μερικότερες αιτιάσεις ότι : Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ.(α) ΚΠολΔ, το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατά τις πραγματικές παραδοχές της, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 8β του Ν. 2190/1920, 40 του Ν. 4548/2018 και 939 ΑΚ αναφορικά με την αποδοχή της αγωγής για διάρρηξη της δικαιοπραξίας, λόγω ανεπάρκειας της υπολειπόμενης περιουσίας του πρώτου των αναιρεσειόντων, την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 214.762 ευρώ, χωρίς να υπολογίσει την αξία των μετοχών του πρώτου στην ξενοδοχειακή επιχείρηση, υπό τον διακριτικό τίτλο "..." και λόγω της ύπαρξης πρόθεσης βλάβης της αναιρεσίβλητης κατά το χρόνο της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, με τους ισχυρισμούς ότι το Εφετείο δεν προέβη στη σύγκριση της περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος κατά το χρόνο της μεταβίβασης με την τότε απαίτηση ποσού 186.000,003 ευρώ και ότι γνώριζε ο τελευταίος ότι υπερκαλύπτονταν η απαίτηση της αναιρεσίβλητης από τα προσημειωμένα υπέρ αυτής ακίνητα που ανήκαν σε όλους τους συνοφειλέτες , ποσού 510.650,40 ευρώ καθώς και από το δικό του μερίδιο σε αυτά, ποσού 255.325 ευρώ.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες διότι υπό την επίφαση της ως άνω παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών , η οποία δέχθηκε ως προς τα άνω ζητήματα ότι η εναπομείνασα περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος ανέρχεται στο ποσό των 214.762 ευρώ, ότι δεν προέκυψε η αξία των μετοχών (ήτοι όχι η ονομαστική) και συνεπώς αδυνατεί να προστεθεί στο υπέγγυο και αξιόχρεο ενεργητικό της περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος και ότι ο τελευταίος ενήργησε με πρόθεση βλάβης της δανείστριας αναιρεσίβλητης κατά το χρόνο της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1β ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, κατ` εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσείων εμφορείται από καταδολιευτική πρόθεση παρόλο που ο τελευταίος γνώριζε ότι, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, η απαίτηση της δανείστριας τράπεζας ήταν επαρκώς εξασφαλισμένη με προσημειώσεις, ποσού τριπλάσιου της οφειλής (510.610 αντί οφειλής 186.000 ευρώ) και ότι το μερίδιό του επί των προσημειωθέντων ακινήτων από τη δανείστρια (255.325 ευρώ) υπερβαίνει την ως άνω οφειλή.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ανεξαρτήτως του ότι δεν αναφέρει ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, είναι σαφές ότι οι ως άνω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων δεν αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης αλλά αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου καθόσον αυτοί (αναιρεσείοντες) θέτουν ως βάση των αιτιάσεων τους όχι τις παραδοχές του Εφετείου, αλλά τις παραδοχές, τις οποίες τούτο κατά την κρίση τους, έπρεπε να συναγάγει.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε με βάση τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω κανόνων δικαίου. Ειδικότερα περιγράφεται επαρκώς η αξία της υπολειπόμενης περιουσίας μετά την ένδικη απαλλοτρίωση και δεν ελλείπει το αριθμητικό μέγεθος της αξίας του συνόλου αυτής, σύμφωνα με τις αιτιάσεις του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, αφού με σαφείς αιτιολογίες καταλήγει το Εφετείο στο πόρισμα ότι η αξία του συνόλου αυτής ανέρχεται στο ποσό των 214.762 ευρώ και υπολείπεται της απαίτησης ποσού 309.888,18 ευρώ. Το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη αναφέρει ότι σε μελλοντική εκποίηση το συνολικό αναμενόμενο εισπρακτέο τίμημα θα υπολείπεται του ποσού των 214.762 ευρώ (λόγω περιορισμένης κυριότητας του πρώτου αναιρεσείοντος) δεν καθιστά την προσβαλλόμενη αναιτιολόγητη, αλλά πρόκειται για επιχειρηματολογία του Εφετείου προς ενίσχυση της παραδοχής του περί ανεπάρκειας της υπολειπόμενης περιουσίας. Επομένως ο περί του αντιθέτου λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρθμ.19, απορρίπτεται , ως αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που προσδίδει σ` αυτό ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438 - 440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ορισμένα από αυτά ( ΑΠ 698/2023, ΑΠ 510/2022, ΑΠ 1602/2017, ΑΠ 732/2017).
Στον ΚΠολΔ κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 445 του ΚΠολΔ τα ιδιωτικά έγγραφα, εφόσον έχουν συνταχθεί νομότυπα και η γνησιότητά τους έχει αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου καθώς επίσης αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις των μερών που περιέχονται σ` αυτά.
Αντίθετα, τα έγγραφα μαρτυρίας, τα ιδιωτικά δηλαδή έγγραφα που περιέχουν πραγματικά περιστατικά χωρίς δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, θεωρούνται ότι έχουν αποδεικτική δύναμη ίδια με αυτή της εξώδικης ομολογίας. Επομένως στα ιδιωτικά αυτά έγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο μαζί και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1098/2022,ΑΠ 133/2022,ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 922/2018 ΑΠ 621/2019, ΑΠ 85/2018) και η μη πρόσδοση πλήρους αποδείξεως στα τελευταία αυτά έγγραφα από το δικαστήριο της ουσίας δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ (ΑΠ 1590/2005).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 559 αρ.12 του ΚΠολΔικ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, της παραβίασης από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποίου ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου, γ) ποιά η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο αποδεικτικό μέσο, διαφορετική από την οριζόμενη με το νόμο και δ) το σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΑΠ 510/2022, 462/2019, 126/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ,οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι δεν προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στο από 10-9-2017 πρακτικό της ετήσιας τακτικής Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας "... ..." κρίνοντας ότι δεν αρκεί τούτο για την απόδειξη της μετοχικής του ιδιότητας.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο σύμφωνα με την παραδοχή του δέχθηκε ότι "... δεν προκύπτει από πρόσφατα έγγραφα αν ο πρώτος εκκαλών συνεχίζει να κατέχει τις μετοχές αυτές, μη αρκούσης προς τούτο μόνης της προσκομιδής των ως άνω πρακτικών συνεδρίασης. Πέραν τούτου όμως δεν προκύπτει, από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, η πραγματική αξία των μετοχών αυτών (ήτοι όχι μόνο η ονομαστική).
Συνεπώς το παρόν Δικαστήριο βάσιμα εκτιμά ότι η όποια αξία και ο όποιος αριθμός των μετοχών αυτών αδυνατεί να προστεθεί στο υπέγγυο και αξιόχρεο ενεργητικό της περιουσίας του πρώτου εκκαλούντα....". Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο προσέδωσε στο από 10-9-2017 πρακτικό της ετήσιας Γενικής Συνέλευσης την αποδεικτική δύναμη που ορίζει ο νόμος, ως προς το περιεχόμενο του, ήτοι ότι ο αναιρεσείων έχει το 54% του μετοχικού κεφαλαίου της ξενοδοχειακής επιχείρησης υπό τον διακριτικό τίτλο ...
και έχει στην κυριότητά του 7.020 αντίστοιχες μετοχές (από τις συνολικά 13.000) κατά το από 10-9-2017 πρακτικό ετήσιας Τακτικής Γενικής Συνέλευσης. Δεν αποτελεί όμως πλήρη απόδειξη ως προς την πραγματική αξία των μετοχών και ως προς το εάν ο πρώτος αναιρεσείων συνεχίζει να κατέχει τις μετοχές αυτές, καθόσον στη περίπτωση αυτή το ως άνω έγγραφο συνεκτιμάται με τα αποδεικτικά μέσα.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 331/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 88/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με την αξία των μετοχών του πρώτου αναιρεσείοντος που συνδέεται με την επάρκεια της περιουσίας του, τη βεβαίωση του ορκωτού λογιστή, Π.
Ν. και τους ισολογισμούς της εταιρείας "... ...", για τις χρήσεις 2012 έως 2016, κρίνοντας ότι δεν αποδεικνύεται η πραγματική αξία των μετοχών. Ωστόσο από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή διαβεβαίωση του δικαστηρίου με ρητή αναφορά όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο ως άνω πόρισμά του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη "....όλων των παραδεκτά προσκομιζόμενων εγγράφων που χρησιμεύουν είτε σαν αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.." σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται οιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος , έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το σύνολο των προαναφερομένων εγγράφων, πέραν του ότι δεν είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις των αναιρεσειόντων, κρίση του, ούτε να κάνει ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγηση τούτων.
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων ,οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΑΠ 559/2023, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 223/2022, ΑΠ 243/2013) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά, Επίσης, δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 559/2023, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 223/2022, ΑΠ1244/2021, ΑΠ 559/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προταθέντα πρωτοδίκως και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ισχυρισμό περί μη ύπαρξης δόλου (πρόθεση βλάβης της δανείστριας αναιρεσίβλητης) του πρώτου των αναιρεσειόντων, κατά τον κρίσιμο χρόνο που προέβη στην επίδικη απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, διότι αυτός πίστευε ότι η ικανοποίηση της δανείστριας θα επέρχετο από την κατάσχεση της πλήρους 100% κυριότητας επί των προσημειωμένων ακινήτων κατά απάντων των συνοφειλετών, μελών της κοινοπραξίας και ότι το Εφετείο εξέλαβε τούτο ως ισχυρισμό σχετικά με την επάρκεια της περιουσίας.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με τον άνω ισχυρισμό αιτιάσεις δεν αποτελούν "πράγματα" αλλά αποτελούν άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών, ως προς το δόλο του πρώτου αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα πρόκειται για ισχυρισμούς προς αντίκρουση του στοιχείου της αγωγής ότι ενήργησε δόλια κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης και επιχειρήματα προς συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος , αντίθετου με εκείνο στο οποίο κατέληξε το Εφετείο (ΑΠ 1025/2020, 1284/2011).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησής του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και έτσι να θέτει σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχείρησής του, αλλ' αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 1028/2022).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262 και 559 αριθ.8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν αθροιστικά ως "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ 8 εδάφιο β` του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον όμως αθροιστικώς λαμβανόμενα υπόψη θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, γιατί διαφορετικά δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 774/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο αναιρετικό λόγο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ που είχε προβληθεί πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε νομίμως στο Εφετείο με λόγο έφεσης . Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι η αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά, αφού η ικανοποίηση της απαίτησης της δανείστριας μπορεί να επιτευχθεί και από τα προσημειωμένα υπέρ αυτής ακίνητα των λοιπών συνοφειλετών, ο οποίος όμως ισχυρισμός, απερρίφθη, ως μη νόμιμος, από το Εφετείο, δεχόμενο ότι κατ' αποκλειστική δικαιωματική επιλογή της αναιρεσίβλητης η αγωγή ασκήθηκε κατά των ως άνω αναιρεσειόντων και δεν μπορούν οι τελευταίοι να επικαλεσθούν υποχρέωση τρίτου.
Επομένως , ορθώς, το Εφετείο ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα εν λόγω περιστατικά δεν περιάγουν την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος της αναιρεσίβλητης σε προφανή αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προταθέντα πρωτοδίκως και ενώπιον του Εφετείου, ισχυρισμό περί καταχρηστικότητας, λόγω μη ύπαρξης δόλου (πρόθεσης βλάβης) του πρώτου αναιρεσείοντος, καθώς αυτός πίστευε ότι τα περιουσιακά του στοιχεία υπερκαλύπτουν την απαίτηση, γεγονός που πίστευε και η ίδια η αναιρεσίβλητη από τις εκτιμήσεις των ακινήτων του.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω αποτελούν άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής εκ του άρθρου 939 ΑΚ, ως προς την πρόθεση βλάβης του πρώτου αναιρεσείοντος και την αφερεγγυότητά του καθώς και επιχειρήματα και δεν συνιστούν "πράγματα", κατά τα προαναφερθέντα, ανεξάρτητα ότι έχει κριθεί στην απόφαση η κατάφαση δόλου του πρώτου αναιρεσείοντος και η μη επάρκεια της εναπομείνασας περιουσίας του (αφερεγγυότητα) και ως εκ τούτου σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο, επίσης από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της πραγματικά περιστατικά περί αποδυνάμωσης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης που μπορούν να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό περί καταχρηστικότητας της συμπεριφοράς της και συγκεκριμένα ότι η τελευταία δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τα σχετικά δικαιώματά της , πεποίθηση που εδραιώθηκε ακόμα περαιτέρω από το γεγονός ότι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για καταδολιευτική συμπεριφορά, ουδέποτε άσκησε μήνυση, για την εν λόγω πράξη που τώρα επικαλείται και τελικώς άσκησε την ένδικη αγωγή, λίγες ημέρες προ της παραγραφής του σχετικού δικαιώματος.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος , καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τις ως άνω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων και τις απέρριψε ως αβάσιμες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ.3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο.
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 106, 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/07/2021 αίτηση των Σ. - Χ. Σ. του Δ. και Α. συζ.Δ..Σ. για αναίρεση της υπ'αριθ. 35/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ