Legislator Case Law & Legislation
232/2023 AI generated

232/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 232/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδων Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

232/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το ενάγον και ήδη αναιρεσείον με την από 1-9-1992 αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιστορούσε ότι αποτελεί αναγνωρισμένο επαγγελματικό σωματείο με σκοπό τη χορήγηση επικουρικής σύνταξης στους ασφαλισμένους του, που είναι υπάλληλοι των τραπεζών και μετέχουν στην ασφάλιση αυτού και στις 27-1-1983 καταρτίστηκε γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, με την οποία η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη "...

Keywords

AI generated
hospital stay co-payment collection of premiums staggering of health insurance premiums opt-out clause bank charges banking policy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 232 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 232/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδων Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φιλιππόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Στέργιο Σπυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8391/2000 μη οριστική και 8037/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 1424/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26/3/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 26-3-2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 1424/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγιναν τυπικώς δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι από 15-9-2009 και 30-9-2010 ασκηθείσες εφέσεις των διαδίκων αντιστοίχως κατά της υπ' αριθμ. 8037/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 § 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). Από την επιτρεπτή κατ' άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της κρινομένης υποθέσεως ήταν η εξής:

Το ενάγον και ήδη αναιρεσείον με την από 1-9-1992 αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιστορούσε ότι αποτελεί αναγνωρισμένο επαγγελματικό σωματείο με σκοπό τη χορήγηση επικουρικής σύνταξης στους ασφαλισμένους του, που είναι υπάλληλοι των τραπεζών και μετέχουν στην ασφάλιση αυτού και στις 27-1-1983 καταρτίστηκε γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, με την οποία η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη "...

ΑΕ" (υποσχεθείσα) και οι υπάλληλοι αυτής (δέκτες της υπόσχεσης), συμφώνησαν να ασφαλιστούν επικουρικά σ' αυτό (τρίτο), σύμβαση την οποία το ίδιο (ενάγον ταμείο) αποδέχτηκε και ότι με την ανωτέρω σύμβαση η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να του καταβάλει το σύνολο των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών των εργαζομένων της, ύψους 4% και 3% αντιστοίχως επί των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους, τις οποίες αυτό (ενάγον) δικαιούται να αναζητήσει απευθείας από την εναγομένη, όπως τούτο συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της σχετικής αυτής σύμβασης.

Ιστορούσε ακόμη το ενάγον και ήδη αναιρεσείον ότι στις 1-2-1990 καταρτίστηκε σύμβαση μεταξύ της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης του Προσωπικού της ... (...) και του Συλλόγου των Υπαλλήλων της εναγομένης, με την οποία συμφωνήθηκε η ένταξη του προσωπικού της εναγομένης στην επικουρική ασφάλιση του ...

και ότι σε εκτέλεση της πρώτης από τις προαναφερθείσες συμβάσεις η εναγομένη του κατέβαλε τις συμφωνηθείσες ασφαλιστικές εισφορές μέχρι 28-2-1990, ενώ από 1-3-1990 έπαψε να τις καταβάλει σ' αυτό και κατέστη υπερήμερη, με συνέπεια να του οφείλει για το χρονικό διάστημα από 1-3-1990 έως 31-12-1994, το χρηματικό ποσό των 374.735.243 δραχμών και ζήτησε, ύστερα από παραδεκτή μετατροπή του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το προαναφερθέν χρηματικό ποσό των 374.735.243 δραχμών κατά τους όρους της σχετικής σύμβασης, νομιμοτόκως από την πρώτη ημέρα του κάθε ημερολογιακού μήνα μέχρι την εξόφληση και επί πλέον να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά του έξοδα.

Μετά την συζήτηση της ως άνω αγωγής, το προαναφερθέν πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών) εξέδωσε την υπ' αριθμ. 8391/2000 προδικαστική απόφασή του, με την οποίαν, έκρινε την ως άνω ασκηθείσα αγωγή ορισμένη και νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 410-412, 345 ΑΚ, 70 και 176 ΚΠολΔ, έκρινε επίσης νόμιμες τις επικουρικά προβληθείσες ενστάσεις της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης περί καταγγελίας της ένδικης σύμβασης για σπουδαίο λόγο και περί εκπλήρωσης των ένδικων εισφορών για το λόγο ότι οι δέκτες της υπόσχεσης δεν της καταβάλουν τις βαρύνουσες αυτούς εισφορές, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμο τον επικουρικώς προβληθέντα ισχυρισμό (αντένσταση) του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της καταγγελίας για το λόγο ότι η ένδικη σύμβαση δεν είναι δεκτική καταγγελίας και επίσης ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό (αντένσταση) της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης της καταγγελίας (άρθρο 281 ΑΚ) και ακολούθως υποχρέωσε το ενάγον και ήδη αναιρεσείον να αποδείξει τα αμφιβητούμενα πραγματικά περιστατικά της αγωγής του (η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι υπάρχει ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των υπαλλήλων της και του ενάγοντος, η οποία διεκόπη με συνέπεια να μην οφείλει τις αιτούμενες εισφορές) και την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τα αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά των ανωτέρω νόμιμων ενστάσεων της.

Ύστερα από την ολοκλήρωση της διεξαγωγής των αποδείξεων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8037/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχτηκε ότι καταρτίστηκε γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, η οποία καταγγέλθηκε νομίμως για σπουδαίο λόγο, δεχθέν ως ουσιαστικά βάσιμη την υποβληθείσα σχετική ένσταση της εναγομένης, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ακολούθως κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 8037/2008 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ασκήθηκαν εκ μέρους των διαδίκων οι από 15-9-2009 και 30-9-2010 εφέσεις αντιστοίχως, μετά την συζήτηση των οποίων εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1424/2015 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν, αφού συνεκδικάσθηκαν οι ως άνω ασκηθείσες δύο εφέσεις, έγιναν τυπικώς δεκτές αυτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν.

Κατά το άρθρο 410 ΑΚ, αν κάποιος δεχθεί υπόσχεση παροχής υπέρ τρίτου, μπορεί να απαιτήσει να καταβάλει στον τρίτο αυτός που υποσχέθηκε. Σύμβαση υπέρ τρίτου γεννάται εφόσον οι συμβαλλόμενοι συμφωνήσουν να επέλθει κάποιο νομικό αποτέλεσμα υπέρ τρίτου προσώπου, που δεν μετέσχε στην κατάρτιση της σύμβασης και αυτό πρέπει να προκύπτει από τη σύμβαση.

Πρόκειται επομένως για τριμερή (τριγωνική) συμβατική σχέση. Στη σύμβαση υπέρ τρίτου ονομάζεται υποσχεθείς αυτός που δεσμεύεται να προβεί σε κάποια παροχή (που μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη) προς τον τρίτο, δέκτης της υπόσχεσης το άλλο μέρος της σύμβασης (αντισυμβαλλόμενος) που δέχεται την υπόσχεση του πρώτου για παροχή και τρίτος, αυτός στον οποίο οι δύο πρώτοι συμφωνούν να γίνει η καταβολή της παροχής.

Η σχέση που συνδέει τον υποσχεθέντα με τον δέκτη της υπόσχεσης ονομάζεται σχέση κάλυψης, ενώ η σχέση μεταξύ του τρίτου και του δέκτη της υπόσχεσης, σχέση αξίας. Η οποιαδήποτε υποσχετική σύμβαση (αμφοτεροβαρής ή ετεροβαρής) μπορεί να καταρτιστεί με τη μορφή της σύμβασης υπέρ τρίτου, δηλαδή με κάποια από τις παροχές να κατευθύνεται προς τρίτο μη συμβαλλόμενο μέρος.

Ανάλογα αν κατά το περιεχόμενο της σύμβασης υπέρ τρίτου θα αποκτήσει ο τρίτος άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα, μπορώντας να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα απευθείας εκπλήρωση της παροχής ή μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης θα μπορεί να αξιώσει από τον υποσχεθέντα την παροχή προς τον τρίτο, διακρίνεται η σύμβαση υπέρ τρίτου σε γνήσια και μη γνήσια.

Μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ή νόθος ή ατελής, καταχρηστική ή εξουσιοδοτική) υπάρχει όταν μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την εκπλήρωση της συμφωνηθείσης παροχής στον τρίτο. Ο τρίτος δεν αποκτά κανένα άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα και συνεπώς, δεν μπορεί να εγείρει ευθέως αξιώσεις κατά του υποσχεθέντος.

Ο υποσχεθείς αυτή τη δέσμευση αναλαμβάνει και καταβάλλοντας στον τρίτο εκπληρώνει την υποχρέωσή του απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του και ελευθερώνεται. Γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άλλως τέλεια ή δικαιωματική), η οποία είναι και το αντικείμενο της ρύθμισης των άρθρων 410 επ, υπάρχει όταν ο τρίτος αποκτά άμεσα και αυτοτελώς δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την παροχή και ως εκ τούτου, εκτός από το δικαίωμα του δέκτη της υπόσχεσης να απαιτήσει την καταβολή προς τον τρίτο, υφίσταται και ένα ανεξάρτητο δικαίωμα του ίδιου του τρίτου να απαιτήσει την καταβολή από αυτόν που υποσχέθηκε.

Συγκεκριμένα, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως καθυστερημένης ή πλημμελούς εκπληρώσεως της παροχής από μέρους του υποσχεθέντος, ο τρίτος αποκτά το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή απευθείας από αυτόν που υποσχέθηκε, αν αυτό προκύπτει από τη θέληση των μερών που έχουν συμβληθεί ή συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της σύμβασης.

Τα κριτήρια που τάσσει ο νόμος, για τη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου είναι η ρητά εκπεφρασμένη ή συναγόμενη βούληση των συμβληθέντων ή η φύση και ο σκοπός της σύμβασης. Η ΑΚ 411 είναι διάταξη ενδοτικού δικαίου και ο θεσμός της σύμβασης υπέρ τρίτου, διέπεται από την αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης.

Η έρευνα λοιπόν, ως προς τη βούληση των μερών προηγείται και είναι αποφασιστική. Η φύση και ο σκοπός της συμβάσεως έχουν δευτερεύουσα και βοηθητική σημασία, αν δεν προκύπτει σαφής βούληση των μερών. Η θέληση των συμβληθέντων μερών να αποκτήσει ο τρίτος, άμεσο και ανεξάρτητο από την αξίωση του δέκτη της υπόσχεσης, δικαίωμα να απαιτήσει απευθείας την παροχή, πρέπει είτε να εκδηλώνεται ρητά, είτε να συνάγεται ερμηνευτικά.

Στην τελευταία περίπτωση τίθεται θέμα ερμηνείας της σύμβασης με βάση τις γενικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Συνέπεια της φύσης του ως άνω δικαιώματος του τρίτου είναι ότι αν δεν έχει τεθεί από τους συμβαλλομένους στη σύμβαση κάποια αίρεση ή προθεσμία και ο τρίτος έχει δηλώσει προς τον υποσχεθέντα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 412 ΑΚ, ότι θα ασκήσει το δικαίωμα του, ο δεχθείς την υπόσχεση (δανειστής) δεν μπορεί πλέον να απαλλάξει τον υποσχεθέντα από την υποχρέωσή του και το αντικείμενο της παροχής εκφεύγει έκτοτε από την περιουσία του και απομένει πλέον σ' αυτόν το δικαίωμα της συμβάσεως.

Αν ο τρίτος δεν έχει προβεί στην κατ' άρθρο 412 του ΑΚ δήλωση ή αν το δικαίωμα του τρίτου είναι κατά το περιεχόμενο της συμφωνίας των μερών, ελεύθερα ανακλητό, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε δήλωση τρίτου, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να το ανακαλέσουν με την έννοια, είτε ότι ο υποσχεθείς απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση να καταβάλει, είτε ότι υποχρεούται να καταβάλει πλέον σε άλλο δικαιούχο (ΑΠ 880/2013, ΑΠ 1424/2013, ΑΠ 1511/2013, ΑΠ 501/2010).

Περαιτέρω με τα άρθρα 21 του Ν. 281/1914 "Περί σωματείων" και 33 - 39 του ΒΔ της 15/20-5-1920 "περί επαγγελματικών σωματείων", ρυθμίζεται η ίδρυση αλληλοβοηθητικών ταμείων, τα οποία αποτελούν διακεκριμένα αυτοτελή νομικά πρόσωπα σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι και μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου.

Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και ύστερα από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 12 εδάφιο β' του ΕισΝΑΚ, καταργήθηκαν μετά την 21-4-1967, επανήλθαν όμως σε ισχύ με τις διατάξεις του ΝΔ 42/1974 "Περί αποκαταστάσεως των συνδικαλιστικών ελευθεριών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", ίσχυσαν υπό το καθεστώς του Ν. 330/1976 "Περί επαγγελματικών σωματείων και ενώσεων και διασφαλίσεως της συνδικαλιστικής ελευθερίας", κατά το άρθρο 2 αυτού και ισχύουν ήδη υπό το καθεστώς του Ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων", κατά το άρθρο 4 του οποίου, σκοπός της συνδικαλιστικής οργάνωσης είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών κοινωνικών συμφερόντων των μελών της και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων εκτάκτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους.

Έτσι τα αλληλοβοηθητικά σωματεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφάλισης, χωρίς να ασκούν εξουσία και λειτουργούν ως σωματεία. Επομένως έχει επ' αυτών εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 87 εδ. α' ΑΚ, η οποία, συμπορευόμενη με την όμοια κατά βάση διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1 του ΒΔ της 15/20/85//20, που ορίζει ότι "μέλος επαγγελματικού σωματείου, διατηρούντος Ταμείον Αλληλοβοηθητικόν αποχωρούν, έχει ακέραια τα δικαιώματα επί του Ταμείου, εφόσον έχει εισφέρει εις αυτό και συμμορφώνεται προς τας διατάξεις του Καταστατικού αυτού, το οποίον καθορίζει τα της τοιαύτης περιπτώσεως", ορίζει ότι τα μέλη έχουν δικαίωμα να αποχωρήσουν από το σωματείο.

Η διάταξη αυτή είναι αναγκαστικού δικαίου και ενόψει των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος για την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και την προστασία της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας, οι όροι αποχωρήσεως των μελών του σωματείου, που καθορίζει το καταστατικό του (κατά το άρθρο 80 αριθμ. 2 ΑΚ), δεν μπορούν να αποκλείουν ή να δυσχεραίνουν την αποχώρηση αυτή (ΑΠ 2106/2014, ΑΠ 813/2011, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 1466/1999).

Εξάλλου στο άρθρο 2 του ΑΝ 580/1945 "Περί τροποποιήσεως διατάξεων τινων αφορωσών τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως", ορίζονται τα εξής: "1. Εφ' εξής οι παρά τινι Κλαδικώ Ταμείω Επικουρικής Κοινωνικής Ασφαλίσεως υποχρεωτικώς ησφαλισμένοι, απαλλάσσονται πάσης υποχρεώσεως επικουρικής ασφαλίσεως και εις έτερον Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως, μη στερούμενοι όμως του δικαιώματος, όπως ασφαλισθώσιν επικουρικώς εις πλείονα τοιούτα Ταμεία, εφ' όσον δηλώσουν, ότι αναλαμβάνουν τας υπό των κειμένων διατάξεων οριζομένας εισφοράς του τε εργοδότου και του ησφαλισμένου".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υποχρεωτικής υπαγωγής στην ασφάλιση περισσοτέρων του ενός φορέων επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως, η εν λόγω υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση χωρεί έναντι ενός μόνον των φορέων τούτων κατ' επιλογήν του ενδιαφερομένου, μόνον δε στο φορέα αυτόν υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές ο εργοδότης, ενώ, ως προς τους υπολοίπους φορείς, η ασφάλιση καθίσταται προαιρετική, χωρεί δηλαδή μόνο ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, ο οποίος υποχρεούται να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τόσον τον ίδιο όσο και τον εργοδότη (ΣτΕ 2696/2009, 218/2007, 1612/2006).

Δηλαδή, η διάταξη αυτή αποσκοπεί στη θεμελίωση μίας υποχρεωτικής τουλάχιστον επικουρικής ασφάλισης για κάθε εργαζόμενο ανεξαρτήτως του φορέα αυτής και όχι στον αποκλεισμό της διαδοχικής ασφάλισης στον τομέα της επικουρικής ασφάλισης, έτσι λοιπόν τα μέλη του αλληλοβοηθητικού ταμείου επικουρικής ασφάλισης δεν στερούνται του δικαιώματος να αποχωρήσουν από αυτό εξαιτίας του γεγονότος ότι επέλεξαν να υπαχθούν σ' αυτό ως φορέα επικουρικής ασφάλισης (ΑΠ 706/1991).

Περαιτέρω η καταγγελία είναι διαπλαστικό μη αυτοτελές δικαίωμα και ασκείται με μονομερή δήλωση που απευθύνεται προς τον αντισυμβαλλόμενο, και έχει ως σκοπό τη λύση μιας διαρκούς ενοχικής σχέσης για κάποιο νόμιμο λόγο. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 200, 281, 288, 588, 672, 572, 766 και 767 ΑΚ, συνάγεται ως γενική αρχή του δικαίου, ότι όταν συντρέχει λόγος, επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μια διαρκής ενοχική σχέση έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν παρέχεται αμέσως από το νόμο δικαίωμα καταγγελίας.

Η αρχή αυτή προκύπτει και από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, που επιβάλλουν να ασκούνται τα δικαιώματα όπως απαιτεί η καλή πίστη, αν ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, παρέχουν δε, το δικαίωμα στους συμβαλλόμενους να καταγγείλουν τη διαρκή ενοχική σχέση, όταν σύμφωνα με τις αρχές αυτές καθίσταται υπέρμετρα δυσβάσταχτη η συνέχιση της σύμβαση, είτε και για τα δυο μέρη, είτε και για το ένα από αυτά.

Τούτο συμβαίνει ιδίως σε περίπτωση μεταβολής των περιουσιακών ή προσωπικών σχέσεων των μερών (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1836/2007). Από την παραδεκτή επισκόπηση της ως άνω προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1424/2015 απόφασης, προκύπτει ότι το προαναφερθέν Εφετείο δέχτηκε αναιρετικώς ανελέγκτως κατ' άρθρον 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία σχετικό μέρος, τα ακόλουθα: "....Το ενάγον σωματείο με την επωνυμία "..." (Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ-Α.Τ), αποτελεί επαγγελματικό σωματείο, το καταστατικό του οποίου εγκρίθηκε με την 2843/1979 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εγγράφηκε στο βιβλίο σωματείων του ίδιου Δικαστηρίου με αριθμό 8905/1979.

Σκοπός του ενάγοντος είναι η χορήγηση μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος (επικουρικής σύνταξης) στους αποχωρούντες από την υπηρεσία υπαλλήλους του προσωπικού οποιασδήποτε από τις συμμετέχουσες Τράπεζες, εφ' όσον θεμελιώνουν δικαίωμα κύριας σύνταξης από το φορέα κύριας ασφάλισης. Μέχρι το έτος 1982 ασφαλισμένοι στο ενάγον ήταν μόνο οι υπάλληλοι της ...

Τράπεζας. Με το ν. 997/1979 ιδρύθηκε το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (Τ.Ε.Α.Μ) και με το π.δ. 633/1982 ορίστηκε ότι στην ασφάλιση του Τ.Ε.Α.Μ υπάγονται όλοι οι μισθωτοί που δεν υπάγονται στην ασφάλιση άλλου φορέα ή κλάδου επικουρικής ασφάλισης, ενώ ως ημερομηνία υποχρεωτικής ασφάλισης στο Τ.Ε.Α.Μ ορίστηκε η 1-2-1983.

Κατόπιν διαπραγματεύσεων, που διεξήχθησαν μεταξύ της εναγομένης Τράπεζας, των υπαλλήλων της, εκπροσωπουμένων από το σύλλογό τους και του ενάγοντος, προκειμένου οι υπάλληλοι της εναγομένης να αποφύγουν την υπαγωγή τους στο Τ.Ε.Α.Μ, αποφασίστηκε η υπαγωγή τους στην επικουρική ασφάλιση του ενάγοντος ταμείου, κρίνοντας ότι τούτο εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους.

Μετά την από 11-1-1983 σχετική, καταστατική συνέλευση του συλλόγου των εργαζομένων στην εναγομένη, καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης και των εργαζόμενων σ' αυτήν, εκπροσωπούμενων από το σωματείο τους, η από 27-1-1983 σύμβαση υπέρ τρίτου, με την οποία η εναγομένη τράπεζα (υποσχεθείσα) και οι υπάλληλοι αυτής (δέκτες της υπόσχεσης) συμφώνησαν οι τελευταίοι να ασφαλιστούν επικουρικά στο ενάγον ταμείο (τρίτο) και προσδιόρισαν το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, σε 4% και 3% επί των αποδοχών τους αντιστοίχως, ποσό το οποίο η εναγομένη θα κατέβαλε στο ενάγον.

Η σύμβαση αυτή γνωστοποιήθηκε στο ενάγον με το 354/27-1-1983 έγγραφο της εναγομένης προς το ενάγον, το οποίο την αποδέχτηκε και η σύμβαση λειτούργησε ομαλά με την καταβολή από μέρους της εναγομένης των αναλογουσών ασφαλιστικών εισφορών από 1-1-1983 έως 31-1-1990. Από την ανωτέρω σύμβαση, ερμηνευόμενη κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, προκύπτει σιωπηρή θέληση των συμβληθέντων μερών περί του ότι το ενάγον (τρίτος) έχει δικαίωμα να απαιτήσει από την εναγομένη απευθείας τις παραπάνω ασφαλιστικές εισφορές, δηλαδή ότι επρόκειτο για γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου.

Η θέληση αυτή των συμβληθέντων επιβεβαιώθηκε από την κατάθεση της μάρτυρας του ενάγοντος Σ. Φ., υπαλλήλου του (βλ σελ 3 της ανωτέρω Εισηγητικής Έκθεσης), συνάγεται δε και από το γεγονός ότι η εναγομένη θα παρακρατούσε από τις αποδοχές των υπαλλήλων της το 3% κατά την πληρωμή αυτών, προκειμένου να το αποδώσει στο ενάγον...

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι επικουρικές παροχές που παρείχε το ενάγον ήταν κατώτερες αυτών που παρείχε το "Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος" (...), στο οποίο υπήρχε δυνατότητα επικουρικής ασφάλισης των μελών της εναγομένης, γι' αυτό και οι υπάλληλοι της εναγομένης επιθυμούσαν την ένταξή τους στο ανωτέρω ταμείο, παρότι το ύψος των εισφορών ήταν μεγαλύτερο.

Επιπλέον οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης ήταν ευμενέστερες στο ..., ενόψει του ότι η συνταξιοδότηση στο ενάγον γινόταν με τις αυστηρότερες προϋποθέσεις που προβλεπόταν για τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ, ενώ οι ασφαλισμένοι του ... μπορούσαν να συνταξιοδοτηθούν με 32 χρόνια, υπηρεσίας, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, οι γυναίκες με ανήλικα παιδιά με 15 χρόνια υπηρεσίας, επιπλέον δε, θεμελίωναν δικαίωμα συνταξιοδότησης με 15 χρόνια υπηρεσίας σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης τους (βλ και κατάθεση του μάρτυρα της εναγόμενης Θ.

Τ., σελ 43 της Εισηγητικής Έκθεσης). Τόσο η εναγομένη όσο και ο σύλλογος των υπαλλήλων της γνωστοποίησαν στο ενάγον την πρόθεση τους αυτή, από Νοέμβριο δε του ίδιου έτους ξεκίνησαν και επαφές μεταξύ των αρμοδίων οργάνων των εμπλεκομένων μερών. Τελικώς στις 30-10-1989 υπεγράφη μεταξύ της εναγομένης, νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον Πρόεδρο του Διοικητικού της Συμβουλίου και του συλλόγου των υπαλλήλων της εναγομένης, νόμιμα εκπροσωπούμενου, από τον Πρόεδρο και Γενικό Γραμματέα του Διοικητικού του Συμβουλίου, σύμβαση, με την οποία αποφασίστηκε η επικουρική ασφάλιση των εργαζομένων της εναγομένης στο ..., αντί της υφιστάμενης στο ενάγον.

Ακολούθησε η υπογραφή της από 1-2-1990 πολυμερούς σύμβασης, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του ... (...), της εναγομένης τράπεζας και του συλλόγου των υπαλλήλων της, νομίμως εκπροσωπουμένων, με την οποία συμφωνήθηκε η ένταξη του προσωπικού της εναγομένης στην ασφάλιση του ... από 1-2-1990 και εφεξής. Από το σαφές περιεχόμενο των δύο αυτών συμβάσεων συνάγεται ότι η ένδικη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, η οποία μέχρι τότε λειτουργούσε ομαλά, νόμιμα ανακλήθηκε - καταγγέλθηκε, με συμφωνία των συμβληθέντων, ήτοι της υποσχεθείσας - εναγομένης και του δέκτη της υπόσχεσης - συλλόγου των υπαλλήλων της εναγομένης.

Στη συνέχεια με το 658/139/4-4-1990 έγγραφο της εναγομένης, που γνωστοποιήθηκε στο ενάγον, το τελευταίο έλαβε γνώση της καταγγελίας, αφού σ' αυτό γίνεται ρητή αναφορά στην από 1-2-1990 σύμβαση, επί λέξει δε αναφέρεται "το προσωπικό της Τράπεζας μας εντάσσεται από την παραπάνω ημερομηνία (εννοείται η 1-2-1990) στην ασφάλιση του Τ.Ε.Α.Π.ΕΤ.Ε".

Με την καταγγελία της ένδικης σύμβασης οι εργαζόμενοι της εναγομένης άσκησαν νόμιμο δικαίωμα τους να αποχωρήσουν από το ενάγον αλληλοβοηθητικό σωματείο, κατ' άρθρο 87 εδ. 1 ΑΚ, δικαίωμα το οποίο εξ άλλου ρητά τους αναγνωρίζεται και από το καταστατικό του ενάγοντος στο άρθρο 3α αυτού. Ο λόγος της καταγγελίας ήταν σπουδαίος, αφού, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, έγινε υπέρμετρα δυσβάστακτη η συνέχιση της ένδικης διαρκούς ενοχικής σχέσης λόγω της μεταβολής των περιουσιακών σχέσεων των υπαλλήλων της εναγομένης, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά τους.

Η ανωτέρω καταγγελία επέφερε τη λύση της ένδικης σύμβασης και συνεπώς η εναγομένη δεν έχει γίνει υπερήμερη και δεν υποχρεούται να αποδώσει στο ενάγον τις αιτούμενες με την αγωγή εισφορές χρονικού διαστήματος από 1-3-1990 μέχρι 31-12-1994. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική ένσταση της εναγομένης και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έστω και με ελλιπέστερες αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται με αυτές της παρούσας, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τους λόγους της πρώτης υπό κρίση έφεσης α) περί του ότι η ένδικη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου δεν καταγγέλθηκε νομίμως για σπουδαίο λόγο (τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι έφεσης) και β) περί του ότι η προαναφερόμενη καταγγελία δεν αποφασίστηκε από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης (έκτος λόγος), κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα".

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε, παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).

Με την κρινομένη αίτησή του το αναιρεσείον μέμφεται το προαναφερθέν δικαστήριο για την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, απορρέουσα πλημμέλεια και συγκεκριμένα, με τον πρώτον αναιρετικό λόγο ισχυρίζεται ότι το παραπάνω δικαστήριο εσφαλμένως εφήρμοσε τις ουσιαστικής φύσεως διατάξεις του άρθρου 87 ΑΚ, που - κατά τους ισχυρισμούς του - δεν έχει εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση και με τον δεύτερο λόγο ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο εσφαλμένως εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 580/1945, καθόσον κατά τους ισχυρισμούς του, "η υποχρεωτική ασφάλιση χωρεί έναντι ενός μόνο εκ των πλειόνων ασφαλιστικών φορέων" και ότι "η ανάγκη σταθερότητας της ασφαλιστικής σχέσης, επιβάλλει όπως το δικαίωμα επιλογής ασκείται μόνον εφάπαξ εν εκάστη περιπτώσει, αποκλειομένης της δυνατότητας εις τον ασφαλισμένον να επανέλθει επί της γενομένης ήδη επιλογής", όπως επί λέξει αναφέρεται στην αίτηση.

Με τις προδιαληφθείσες παραδοχές και ειδικότερα, κρίνοντας το προαναφερθέν δικαστήριο ότι η παραπάνω γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, η οποία παρότι στην αρχή λειτούργησε ομαλά, στην συνέχεια όμως νόμιμα καταγγέλθηκε, ύστερα από σχετική προς τούτο συμφωνία των συμβληθέντων και συγκεκριμένα, της υποσχεθείσας - εναγομένης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...

ΑΕ" και του δέκτη της υπόσχεσης, δηλαδή του συλλόγου των υπαλλήλων της εναγομένης, ενώ ακολούθως με το παραπάνω 658/139/4-4-1990 έγγραφο της εναγομένης, που γνωστοποιήθηκε νομίμως στο ενάγον, το τελευταίο έλαβε γνώση της ως άνω σχετικής καταγγελίας, αφού γίνεται ρητή αναφορά στην ως άνω από 1-2-1990 σύμβαση και επί λέξει αναφέρεται ότι "το προσωπικό της Τράπεζας μας εντάσσεται από την παραπάνω ημερομηνία (εννοείται η 1-2-1990) στην ασφάλιση του Τ.Ε.Α.Π.ΕΤ.Ε".

Με την νομότυπη λοιπόν καταγγελία της εν λόγω ένδικης σύμβασης οι εργαζόμενοι της εναγομένης άσκησαν νόμιμο δικαίωμά τους να αποχωρήσουν από το ενάγον αλληλοβοηθητικό σωματείο κατ' άρθρο 87 εδ. 1 ΑΚ, δικαίωμα το οποίο εξ άλλου ρητά τους αναγνωρίζεται και από το καταστατικό του ενάγοντος (άρθρο 3 α αυτού) και επί πλέον ο σχετικός αυτός λόγος της καταγγελίας αυτής είναι σπουδαίος, καθόσον σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, έγινε υπέρμετρα δυσβάστακτη η συνέχιση της ένδικης διαρκούς ενοχικής σχέσης λόγω της μεταβολής των περιουσιακών σχέσεων των υπαλλήλων της εναγομένης, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά τους και συνεπώς, η παραπάνω νομότυπη καταγγελία επέφερε την λύση της ένδικης σύμβασης και ως εκ τούτου η εναγομένη τραπεζική ανώνυμη εταιρία δεν κατέστη υπερήμερη και ως εκ τούτου δεν υποχρεούται να αποδώσει στο ενάγον τις αιτούμενες με την ασκηθείσα αγωγή εισφορές του χρονικού διαστήματος από 1-3-1990 μέχρι 31-12-1994.

Κατά συνέπειαν, αμφότεροι οι προαναφερθέντες δύο πρώτοι αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το σχετικό δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 62/1990), ενώ το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 1724/2014, ΑΠ 207/2014, ΑΠ 1130/2011).

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο το ενάγον ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, απέρριψε ως μη νόμιμη την υποβληθείσα εκ μέρους του αντένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας της παραπάνω αναφερθείσης ένδικης σύμβασης.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι για το προαναφερθέν ζήτημα το Εφετείο δέχτηκε επί λέξει τα εξής: "Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος επεναφέρεται προς κρίση ο πρωτοδίκως προβληθείς από το εκκαλούν-ενάγον ισχυρισμός (αντένσταση) περί καταχρηστικής άσκησης της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης (άρθρο 281 ΑΚ).

Ειδικότερα το εκκαλούν - ενάγον ισχυρίστηκε ότι μετά την αύξηση του αριθμού των μελών του, μεταξύ των οποίων και οι εργαζόμενοι της εναγομένης, προέβη μετά από σύνταξη αναλογιστικής μελέτης στη σημαντική αύξηση των παροχών του προς τους ασφαλισμένους του. Ότι, παρότι η εναγομένη Τράπεζα γνώριζε ότι οι υπάλληλοι της είχαν εγγραφεί στο ίδιο (ενάγον ταμείο) για να αποφύγουν την εγγραφή στο TEAM, ότι η παραμονή των νέων μελών ήταν ένας από τους παράγοντες που ελήφθησαν υπόψη για τη σύνταξη της αναλογιστικής μελέτης καθώς και ότι η ομαδική αποχώρηση των υπαλλήλων της ανέτρεπε τη βιωσιμότητά του, προέβη αιφνιδίως στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης, η οποία εξελισσόταν ομαλά με την καταβολή από την εναγομένη των εισφορών, αφαιρώντας πόρους από αυτό και αφήνοντας "βάρος" τους αναφερόμενους 14 συνταξιοδοτηθέντες υπαλλήλους της, για τους οποίους είχαν καταβληθεί για εισφορές και εξαγορά 13.379.260 δραχμές, ενώ αυτό τους κατέβαλε ως συντάξεις μέχρι 30-6-1994, 95.037.508 δραχμές και μέχρι 31-8-1999 178.950.876 δραχμές, με συνέπεια η καταγγελία της σύμβασης να είναι καταχρηστική.

Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν μπορούν να θεμελιώσουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος... αφού: α) δεν περιγράφεται η συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης αλλά και των υπαλλήλων της, που του δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί νόμιμο δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης και αποχώρησης των ασφαλισμένων της από αυτό (ενάγον ταμείο), ενόψει του ότι μόνο η συνεπής καταβολή των εισφορών δεν αρκεί, αφού τούτο αποτελούσε τη συμβατική υποχρέωση της εναγομένης, β) δεν περιγράφεται η τύχη των εισφορών που είχαν καταβληθεί από την εναγομένη καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης για τους λοιπούς αποχωρήσαντες υπαλλήλους της, δηλαδή αν επελέγη η διαδικασία της διαδοχικής ασφάλισης ή αν επεστράφησαν ή αν παρακρατήθηκαν από το ίδιο, ώστε να κριθεί αν πράγματι επέρχονται επαχθείς γι' αυτό (ενάγον) συνέπειες, σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος των δικαιούχων - ασφαλισμένων της εναγομένης από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός τους.

Ακόμη, όμως και αν θεωρηθεί ότι έχει επέλθει οικονομική επιβάρυνση του ενάγοντος, μόνο η οικονομική επιβάρυνση, δεν μπορεί να θεμελιώσει καταχρηστική άσκηση της καταγγελίας, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι το ενάγον ανέλαβε τον κίνδυνο αυτό γνωρίζοντας ότι δεν μπορούν οι ασφαλισμένοι να εξαναγκαστούν να συνεχίσουν την επικουρική ασφάλιση τους σε ένα ν.π.ι.δ από το οποίο επιθυμούν να αποχωρήσουν".

Με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο δεχόμενο ότι τα προαναφερθέντα δεν αρκούν για την κατά νόμο θεμελίωση καταχρηστικής άσκησης του ως άνω δικαιώματος, ώστε να εμπίπτουν στην θεσπιζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ απαγόρευση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτή και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προαναφερθείς τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά συνέπειαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της ως άνω προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 1424/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος εκ μέρους του αναιρεσείοντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που αυτή υπέβαλε με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου από 13-1-2022 έγγραφες προτάσεις της (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-3-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1424/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €) ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ