Legislator Case Law & Legislation
232/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision for dismissal of lawyer citing lack of reasoning.

Case Number 232/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a labor court decision that dismissed a lawyer's employment claim. The court found the lower court's judgment insufficient because it failed to provide adequate reasoning regarding the employer's financial justification for dismissal and the comparative qualifications of the dismissed lawyer versus retained staff. Consequently, the appeal was accepted, the original decision was annulled in part, and the case was remitted for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 562(4), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a labor court decision dismissing an employee's claim is void if it fails to provide sufficient reasoning on the employer's financial necessity and the comparative merit of the dismissed employee against retained staff.

Keywords

AI generated
labor dispute dismissal of lawyer lack of reasoning financial necessity remittal for retrial employment law supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 562(4) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 178(1), 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 232 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 232/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Υμηττό Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Πήτα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. Κ. του Κ., κατοίκου …, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 530/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-3-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος και ο πληρεξούσιος του την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 5-3-2019 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 2394/202/2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 530/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγιναν δεκτές οι από 27-7-2017 και από 18-4-2017 εφέσεις του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και της εναγομένης-αναιρείουσας, αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθμ. 3/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 9-2-2016 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφανίστηκε η ως άνω απόφαση και κρατήθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκε η αγωγή κατά την κύρια βάση της ως αόριστη και έγινε εν μέρει δεκτή κατά την επικουρική βάση της.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει να σημειωθεί ότι, λόγω της απόρριψης ως απαράδεκτης της πρόσθετης υπέρ του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου παρέμβασης που είχε ασκηθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 3/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν είναι απαραίτητο να κλητευθεί για το παραδεκτό της συζήτησης της υπόθεσης και ο ασκήσας την ως άνω πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 749/2020, 434/2019, ΑΠ 134/2015, ΑΠ 1033/2014, ΑΠ 2192/2013, ΑΠ 1117/2003).

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), o ενάγων και ήδη αναιρεσίβλτητος, με την από 9-2-2016 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεσε ότι, στις 20-6-1983 καταρτίστηκε μεταξύ αυτού ως δικηγόρου και της εταιρείας "ΠΥΡ-ΚΑΛ Α.Ε" σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει σ' αυτήν τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία.

Ότι η εταιρεία αυτή το έτος 2004 συγχωνεύτηκε με την "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ Α.Ε" και συστάθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία το έτος 2014 διασπάστηκε και συστάθηκαν δύο νέες επωφελούμενες εταιρείες, εκ των οποίων η μία είναι η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με την οποία η σύμβαση του συνεχίστηκε μέχρι την 13-11-2015, οπότε καταγγέλθηκε από αυτήν, με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, για σπουδαίο λόγο, δηλαδή για "κλονισμό και απώλειας της εμπιστοσύνης της Διοίκησής της προς το πρόσωπό του, καθώς και της πλημμελούς παροχής των νομικών του υπηρεσιών και της ελλιπούς παρουσίας του στην εταιρεία".

Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, διότι αφενός μεν δε συνέτρεχε σπουδαίος λόγος γι'αυτή, αφετέρου δε ως καταχρηστική, καθόσον καθόλο το διάστημα των 32 ετών που παρείχε τις υπηρεσίες του εκτελούσε τα καθήκοντά του με επάρκεια και ευσυνειδησία, χειριζόμενος σημαντικές υποθέσεις, ενώ δεν είχε υποχρέωση να τηρεί ωράριο στα γραφεία της εργοδότριάς του.

Επικουρικά και αν ακόμη συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι, που υπαγόρευαν την ένδικη καταγγελία, η επιλογή του από την εναγομένη ως απολυτέου δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια, αφού οι κατονομαζόμενοι επτά συνάδελφοί του υστερούσαν έναντι αυτού σε προϋπηρεσία, αποδοτικότητα, ηλικία και οικογενειακή κατάσταση, ενώ κάποιοι από αυτούς είχαν προσληφθεί παράνομα, ο δε ίδιος οδηγείται με την καταγγελία στην ανεργία ενόψει του ότι είναι ηλικίας 66 ετών και είναι αδύνατο να εξεύρει ιδιωτική πελατεία ένα έτος προ της συνταξιοδότησης του.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας για τους προαναφερόμενους στην αγωγή λόγους, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, απειλούμενης χρηματικής ποινής 200 ευρώ για κάθε ημέρα παράλειψης της υποχρέωσης αυτής, γ) να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 10.059,90 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 13-11-2015 έως 13-4-2016 και δ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, εξαιτίας της παράνομης και άκυρης απόλυσής του, με το νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3/2017 απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν οι από 27-7-2017 και από 18-4-2017 εφέσεις του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και της εναγομένης-αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 530/2019 απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτές οι ως άνω εφέσεις και, αφού εξαφανίστηκε η υπόθεση και δικάστηκε η ένδικη αγωγή, απορρίφθηκε αυτή κατά την κυρία βάση ως αόριστη και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την επικουρική βάση της, και α) αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη ως καταχρηστική η από 13-11-2015 καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής του ενάγοντος, β) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.059,90 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και γ) αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα επίδοσης της αγωγής.

Από τις διατάξεις του εφαρμοζόμενου, ως εκ του κρίσιμου χρόνου κατάρτισης της συμβάσεως, άρθρου 63 παρ. 4 και 5 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 κώδικα δικηγόρων, όπως η περ. δ' της παρ. 5 είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 22 του ν. 723/1977 (παρόμοια είναι και η ρύθμιση στο νέο κώδικα δικηγόρων, με το άρθρο 46 παρ. 2 εδ. β' του ν. 4194/2013), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 349 και 350 ΑΚ, συνάγεται ότι η παροχή από δικηγόρο νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή θεωρείται ως σχέση απόλυτα προσωπικής εμπιστοσύνης και συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης, έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου.

Η σύμβαση αυτή λύεται (εκτός άλλων και) με καταγγελία του εντολέα που συνιστά, κατ' αρχήν, μονομερή αναιτιώδη δικαιοπραξία. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού της καταγγελίας από τον εντολέα της έμμισθης εντολής του δικηγόρου νομικού συμβούλου του, δεν είναι ανεξέλεγκτη και απεριόριστη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, κατά το οποίο η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Έτσι, η καταγγελία της έμμισθης εντολής του Δικηγόρου που έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, γιατί η οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως ήταν κακή και επέβαλε οικονομίες, δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας (ΑΠ 1324/2000). Ειδικότερα, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών που επιβάλλονται από συγκεκριμένες συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να αντεπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Ελέγχονται όμως από τα δικαστήρια, αφ` ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζόμενου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1279/2019, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 877/2018, ΑΠ 573/2007, ΑΠ 397/2004, ΑΠ 351/2004).

Ειδικότερα, στις απολύσεις αυτές ο δικαστικός έλεγχος για τη διερεύνηση της καταχρηστικής ή όχι άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας από τον εργοδότη γίνεται σε δύο στάδια. Στο πρώτο ελέγχεται αν πραγματικά συντρέχουν οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη, οικονομικής ή τεχνικής φύσεως, λόγοι που καθιστούν αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, και στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι οι λόγοι αυτοί είναι υπαρκτοί και όχι προσχηματικοί ερευνάται αν η καταγγελία μπορεί να αποτραπεί με τη λήψη άλλων, ηπιότερων μέτρων, όπως η μετάθεση του εργαζομένου σε κενή, κατά το χρόνο της καταγγελίας, θέση, η κατάργηση της υπερωριακής απασχόλησης, η μερική απασχόληση, η δυνατότητα εξακολούθησης της απασχόλησης του εργαζομένου με τροποποίηση των όρων εργασίας (τροποποιητική καταγγελία).

Κριτήριο του γενομένου κατά το στάδιο αυτό δικαστικού ελέγχου αποτελεί η διαπνέουσα το εργατικό δίκαιο αρχή της αναλογικότητας, κατά την οποία η καταγγελία ασκείται νόμιμα όταν χρησιμοποιείται ως έσχατο μέσο (ultima ratio) για την επιδίωξη των σκοπών του εργοδότη, ο οποίος επιβάλλεται να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων και εξίσου αποτελεσματικών μέσων για την ικανοποίηση των επιδιωκομένων με την καταγγελία σκοπών το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 279/1996).

Κατά το δεύτερο στάδιο χωρεί ο έλεγχος της ορθής ή μη επιλογής του απολυτέου με βάση κριτήρια, τα οποία πρέπει να βρίσκονται εντός των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων. Ειδικότερα, κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων, που ανήκουν στην αυτή επαγγελματική κατηγορία και ειδικότητα, θα ληφθούν υπόψη από τον εργοδότη, τα επιβαλλόμενα από το καθήκον πρόνοιας κριτήρια της αποδοτικότητας, αρχαιότητας, ηλικίας, οικογενειακών βαρών, οικονομικής κατάστασης και της δυνατότητας εξεύρεσης απ` αυτόν άλλης εργασίας (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 279/1996), για τα οποία έχει υποχρέωση να πληροφορηθεί ο εργοδότης, έτσι ώστε να εξακολουθήσουν να απασχολούνται στη συμφωνημένη εργασία οι πλεονεκτούντες κατά τη σύγκριση και συνακόλουθα, να καταγγελθεί η εργασιακή σχέση αυτού για τον οποίο η απόλυση θα είναι λιγότερο επαχθής (ΑΠ 864/2015, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 722/1999, ΑΠ 1329/1998, ΑΠ 902/1998).

Επίσης οφείλει να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ'αυτή (ΑΠ 606/2017, 64/2015, 1404/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 6/2019, 8/2018, 1/1999).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 728/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση και σε σχέση με την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου- ενάγοντος, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 530/2019 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα:

Ότι η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" είναι δημόσια επιχείρηση κοινής ωφελείας (Ν. 3429/2005), δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής στρατιωτικού εξοπλισμού και υλικών και αποτελεί βασικό προμηθευτή των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, στην οποία το Ελληνικό Δημόσιο ασκεί άμεσα αποφασιστική επιρροή, εξαιτίας της συμμετοχής του κατά ποσοστό 99,87% στο μετοχικό της κεφάλαιο, τη δε λειτουργία της εποπτεύει το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας.

Η δημιουργία της εναγομένης προήλθε από τη συγχώνευση της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟ ΚΑΙ ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟ (ΠΥΡΚΑΛ)" με την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ (ΕΒΟ)", δυνάμει του …/2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σεργάκη-Παπαδογιάννη, ενώ με την …/…-9-2014 συμβολαιογραφική πράξη διάσπασης της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Σταυριανού, η ανωτέρω εταιρεία διασπάστηκε και συστάθηκαν δύο νέες επωφελούμενες εταιρείες:

α) η εναγομένη και β) η εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Η διάσπαση αυτή ήταν μέρος του σχεδίου αναδιάρθρωσης του Ελληνικού Δημοσίου, εξαιτίας των χρόνιων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η διασπώμενη εταιρεία, με επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, ακολούθησε δε επιχειρησιακό σχέδιο τριετούς διάρκειας, υπό την εποπτεία των εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, για την αντιμετώπιση της ελλειμματικής της λειτουργίας και την επιστροφή των επιδοτήσεων που είχε λάβει, συνιστάμενο σε μείωση του κόστους λειτουργίας της, μείωση προσωπικού μέσω προγράμματος οικειοθελών αποχωρήσεων (βλ.την Φ800/10/Σ.2226/ 135619/ 10-10-2014 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Άμυνας για τη "Ρύθμιση Θεμάτων Προγράμματος Εθελουσίας Εργαζομένων ΕΑΣ ΑΒΕΕ" και το άρθρο 46 του Ν. 4278/2014), δράσεις βελτίωσης της εσωτερικής της λειτουργίας, υλοποίηση νέων συμβάσεων εσωτερικού και εξωτερικού.

Ότι ο ενάγων, ο οποίος ενεγράφη στις 21-4-1977 ως δικηγόρος στο μητρώο μελών του Δ.Σ. Αθηνών, προσλήφθηκε στις 20-6-1983 με την ιδιότητά του αυτή στο Δικαστικό Τμήμα της Κεντρικής Δ/νσης της εταιρείας "ΠΥΡΚΑΛ Α.Ε." με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, με πάγια μηνιαία αντιμισθία, ενώ το έτος 1985 τοποθετήθηκε προϊστάμενος του τμήματος πολιτικών και ποινικών υποθέσεων της Δ/νσης Υποστήριξης της εταιρείας, με καθήκοντα την παροχή νομικών συμβουλών και οδηγιών προς τις Δ/νσεις και τα υπόλοιπα τμήματα σχετικά με τις ποινικές και τις πολιτικές υποθέσεις αυτής, τη σύνταξη γνωμοδοτήσεων για την έννοια διατάξεων νόμων, για την ύπαρξη ή όχι νομικών υποχρεώσεων, δικαιωμάτων κλπ, την κατάρτιση ή και τον έλεγχο των συμβάσεων, την εκπροσώπηση της σε πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, όπως και εξώδικα κ.λ.π..

Ότι αυτός απασχολείτο ως επί το πλείστον με τα εργασιακά θέματα της εταιρείας, με την δε …/…-2-2003 απόφαση, ορίστηκε υπεύθυνος για το χειρισμό όλων των θεμάτων που αφορούσαν τη συγχώνευση της ΠΥΡΚΑΛ με την ΕΒΟ, ενώ με το …/…-2-2004 πρακτικό συνεδρίασης του ΔΣ της "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ" εξουσιοδοτήθηκε για την εκπροσώπησή της εταιρείας στις διαδικασίες διαπραγματεύσεων με τα σωματεία των εργαζομένων για την κατάρτιση και υπογραφή Επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε.

για το έτος 2004. Ότι στις 13-11-2015 κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα από την εναγομένη με δικαστικό επιμελητή η με την ίδια ημερομηνία έγγραφη καταγγελία εμμίσθου εντολής, λόγω "κλονισμού και απώλειας της εμπιστοσύνης της Διοίκησης της Εταιρείας προς το πρόσωπό του καθώς και της πλημμελούς παροχής των νομικών υπηρεσιών του και της ελλιπούς παρουσίας του στην εταιρεία", με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης του.

Ότι η απόφαση για την καταγγελία της έμμισθης εντολής του ενάγοντα, όπως και των δικηγόρων Ι. Κ. και Μ. Π., τριών εκ των δέκα απασχολούμενων κατά το χρονικό εκείνο διάστημα δικηγόρων στην εναγομένη, λήφθηκε κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. της στις 13-11-2015, μετά από εισήγηση του Διευθύνοντα Συμβούλου, Κ. Χ., ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε και για την υλοποίησή της.

Ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος έλαβε χώρα για οικονομοτεχνικούς λόγους, παρά το γεγονός ότι η εναγομένη το αρνείται. Ότι, πέραν του ενάγοντος, κατά την ίδια συνεδρίαση αποφασίστηκε η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής ακόμη δύο συναδέλφων του τελευταίου, από τους συνολικά δέκα απασχολούμενους στη νομική υπηρεσία της εναγομένης.

Πλην όμως η εναγομένη εταιρία, προκειμένου να υλοποιήσει την απόφαση της για τη μείωση του αριθμού των δικηγόρων, όφειλε να απολύσει κάποιον από τους παρακάτω αναφερόμενους δικηγόρους που απασχολούσε με σύμβαση έμμισθης εντολής, ήτοι την Δ. Π. Ι. Κ. Χ. Μ. Κ. Σ., οι οποίοι υστερούσαν έναντι του ενάγοντος σε κοινωνικά, οικονομικά και υπηρεσιακά κριτήρια.

Ότι, με τον Ι. Μ., τον οποίο κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος όφειλε να απολύσει αντ' αυτού η εναγομένη, δεν μπορεί να γίνει σύγκριση, καθώς αυτός απασχολείται στην εναγομένη με άλλη ειδικότητα, αυτή του νομικού συμβούλου "παρά τη διοικήσει". Ότι ειδικότερα αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων κατά τον κρίσιμο της καταγγελίας της σύμβασης του χρόνο, ήταν ηλικίας 66 ετών (γεννηθείς το έτος 1949), ήταν έγγαμος με ενήλικα τέκνα και είχε προσληφθεί από την εναγομένη στις 20-6-1983, άρα είχε προϋπηρεσία 32 ετών, εκ των οποίων τα 8 χρόνια (από το 1996 έως το 2004) υπηρέτησε σε θέση ευθύνης, ως προϊστάμενος του τμήματος πολιτικών και ποινικών υποθέσεων της νομικής υπηρεσίας.

Ότι, το έτος 2003 ορίστηκε υπεύθυνος για το χειρισμό όλων των θεμάτων που αφορούσαν τη συγχώνευση της ΠΥΡΚΑΛ με την ΕΒΟ, ενώ το έτος 2004 ορίστηκε υπεύθυνος για τις διαπραγματεύσεις με τα σωματεία των εργαζομένων στην εναγομένη για την κατάρτιση των Επιχειρησιακών Συμβάσεων Εργασίας. Ότι χειρίστηκε δικαστικά κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην εναγομένη σημαντικές υποθέσεις της τελευταίας.

Ότι από την άλλη πλευρά, κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η επίδικη καταγγελία, η συνάδελφος του ενάγοντος Δ. Π. ήταν νεώτερη σε ηλικία, καθώς γεννήθηκε το έτος 1959, ήταν έγγαμη χωρίς τέκνα και είχε μικρότερη προϋπηρεσία, καθώς είχε προσληφθεί στις 8-9-1986, ενώ από το έτος 2012 υπηρετούσε ως προϊσταμένη του τμήματος ακίνητης περιουσίας.

Ότι ο Γ. Κ. κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ήταν νεώτερος σε ηλικία καθώς γεννήθηκε το έτος 1970, ήταν έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα και είχε μικρότερη προϋπηρεσία, καθώς είχε προσληφθεί από την εναγομένη στις 2-1-2001 ως νομικός σύμβουλος και στη συνέχεια μετακινήθηκε στη νομική υπηρεσία, ενώ από το Μάρτιο του 2009 υπηρετούσε ως προϊστάμενος τμήματος δικαστικών υποθέσεων.

Ότι ο Ε. Σ., κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία καθώς γεννήθηκε το έτος 1947, ήταν έγγαμος με ενήλικα τέκνα και είχε μικρότερη προϋπηρεσία, καθώς είχε προσληφθεί από την εναγομένη στις 31-12-1999 ως προϊστάμενος φορολογικών και διοικητικών υποθέσεων μέχρι το 2004, ενώ από το Σεπτέμβριο του 2015 ορίστηκε προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας και από 13-11-2015 Διευθυντής της νομικής υπηρεσίας και νομικός σύμβουλος.

Ότι ο Ι. Κ., κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ήταν νεώτερος σε ηλικία καθώς γεννήθηκε το έτος 1967, ήταν έγγαμος χωρίς ανήλικο τέκνο και είχε μικρότερη προϋπηρεσία, καθώς προσλήφθηκε από τη νομική υπηρεσία της εναγομένης ως δικηγόρος στις 26-9-2009 (από τις 30-12-2005 είχε προσληφθεί ως ειδικός νομικός σύμβουλος της εναγομένης).

Ότι ο Χ. Μ., κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ήταν νεώτερος σε ηλικία καθώς γεννήθηκε το έτος 1964, ήταν έγγαμος με ενήλικο τέκνο και είχε μικρότερη προϋπηρεσία, καθώς, προσλήφθηκε από τη νομική υπηρεσία της εναγομένης ως δικηγόρος στις 26-9-2009 (από τις 30-12-2005 είχε προσληφθεί ως ειδικός νομικός σύμβουλος της εναγομένης), ενώ από το 2012 υπηρετούσε ως προϊστάμενος του τμήματος συμβάσεων.

Ότι η Κ. Σ., κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ήταν νεώτερη σε ηλικία, καθώς γεννήθηκε το έτος 1964, ήταν άγαμη και είχε μικρότερη προϋπηρεσία, καθώς προσλήφθηκε από τη νομική υπηρεσία της εναγομένης ως δικηγόρος στις 26-9-2009 (από τις 30-12-2005 είχε προσληφθεί ως ειδικός νομικός σύμβουλος της εναγομένης). Ότι, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων είχε μειωμένη απόδοση στην εργασία του σε σχέση με τους προαναφερόμενους συναδέλφους του, ούτε ότι είχε επέλθει διαταραχή στη συνεργασία του με την εναγομένη, όπως η τελευταία ισχυρίζεται, ενώ αντίθετα, προέκυψε ότι εκτελούσε με επάρκεια τα καθήκοντα του και τούτο ενισχύεται από το ότι η εναγομένη ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ή εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της προς τον ενάγοντα σχετικά με το χειρισμό και τη εξέλιξη των δικαστικών υποθέσεων που αυτός αναλάμβανε.

Ότι η μη τήρηση του καθημερινού ωραρίου παρουσίας εκ μέρους του ενάγοντος στα γραφεία της εναγομένης, δεν προέκυψε ότι εμπόδισε τον ενάγοντα από το να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του έναντι της εναγομένης, καθώς αυτός εργαζόταν για τις υποθέσεις της και στο ιδιωτικό του γραφείο, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο δικηγόρος οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του στα γραφεία του εντολέα του, όχι μεν σε ωράριο υποχρεωτικό και εκ των προτέρων καθορισμένο, αλλά σε χρόνο εύλογο και απαραίτητο, αναλόγως των υπαρχουσών αναγκών για την καταλληλότερη εξυπηρέτηση και διεκπεραίωση των δικαστικών και εξώδικων υποθέσεων του εντολέα του, δεδομένου ότι το αντίθετο προσιδιάζει σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του δικηγόρου.

Ότι με τα παραπάνω δεδομένα, ο ενάγων ήταν αρχαιότερος στη νομική υπηρεσία της εναγομένης από όλους τους προαναφερόμενους δικηγόρους, ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία από όλους τους συναδέλφους του, πλην του Ε. Σ., με συνέπεια τη μειωμένη (σε σχέση με τους νεώτερους συναδέλφους του) δυνατότητά του, στην ηλικία των 66 ετών, να εξεύρει ιδιωτική πελατεία ως δικηγόρος ή να προσληφθεί από άλλη εταιρεία με σχέση έμμισθης εντολής, πράγμα που επιβεβαιώθηκε και από το γεγονός ότι ο ενάγων στις 15-12-2016 δήλωσε διακοπή του επαγγέλματός του στην αρμόδια Δ.Ο.Υ και διαγράφηκε από τα μητρώα του Δ.Σ.Α.

Ότι είχε τα ίδια οικονομικά και οικογενειακά βάρη με τους προαναφερόμενους συναδέλφους του, ως έγγαμος με ενήλικα τέκνα, πλην του Γ. Κ. που είχε περισσότερα οικονομικά και οικογενειακά βάρη, ως πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων. Ότι από τα παραπάνω προκύπτει η καταφανής υπεροχή του ενάγοντος έναντι των συναδέλφων του Δ.

Π., Ι. Κ., Χ. Μ. και Κ. Σ., που του έδινε προβάδισμα στη διατήρηση της θέσης εργασίας του, ενώ αντίθετα δεν υπερείχε καταφανώς ο ενάγων κατά τον κρίσιμο χρόνο έναντι των συναδέλφων του: α) Γ. Κ., ως προς τον οποίο το κριτήριο των μεγαλύτερων οικογενειακών και οικονομικών αναγκών θα πρέπει να υπερισχύσει έναντι της μικρότερης ηλικίας και προϋπηρεσίας του έναντι του ενάγοντος και β) Ε.

Σ., ως προς τον οποίο το κριτήριο της μεγαλύτερης ηλικίας και των νευραλγικών θέσεων που κατείχε στην εναγομένη ως προϊστάμενος φορολογικών και διοικητικών υποθέσεων, προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας (ήτοι και του ενάγοντος) και Διευθυντής της νομικής υπηρεσίας, που κατά τεκμήριο υποδηλώνουν τη συνδρομή στο πρόσωπο του επιπλέον και διοικητικών προσόντων, θα πρέπει να υπερισχύσουν έναντι της μικρότερης προϋπηρεσίας του έναντι του ενάγοντος.

Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και όπως επιβάλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθόσον η εναγόμενη έπρεπε, συνεκτιμώντας τα προαναφερόμενα κριτήρια υπό τις ιδιαίτερες διακρίσεις για τον ενάγοντα έναντι των προαναφερόμενων τεσσάρων συναδέλφων του, να καταλήξει στην επιλογή να καταγγείλει τη σύμβαση αντ' αυτού, της Δ.

Π. του Ι. Κ. του Χ. Μ. Κ. Σ., οι οποίοι διατηρήθηκαν στη θέση τους, ως προς τους οποίους το μέτρο θα ήταν λιγότερο επαχθές και η άσκηση του λειτουργήματός τους σε άλλον εργοδότη, ενόψει της ηλικίας και της έλλειψης οικογενειακών υποχρεώσεων, θα ήταν ευχερέστερη. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής του ενάγοντος οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους και ήταν καταχρηστική, αφού η επιλογή του προς απόλυση δεν πραγματοποιήθηκε με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 281 ΑΚ), με αποτέλεσμα την ακυρότητα αυτής (καταγγελίας) και την εντεύθεν υπερημερία της εναγόμενης ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος, ο οποίος και δικαιούται να ζητήσει και να λάβει μισθούς υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα από την 14-11-2015 (οπότε και αποχώρησε από τα γραφεία της εναγομένης) έως την 13-4-2016.

Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, τόσο ως προς την ύπαρξη οικονομοτεχνικών λόγων στην επιχείρηση της εναγομένης, όσο και ως προς την καταχρηστική άσκηση της καταγγελίας της σύμβασης του ενάγοντος. Ειδικότερα, ενόψει της αρνήσεως της εναγομένης περί συνδρομής οικονομοτεχνικών λόγων, οι οποίοι την οδήγησαν στην απόφαση να καταγγείλει τη σύμβαση έμμισθης εντολής του ενάγοντος δικηγόρου, δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση στοιχεία ενδεικτικά της οικονομικής κατάστασης της εναγομένης από τους ισολογισμούς αυτής και μάλιστα χρόνια οικονομικά προβλήματα, όπως διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιπλέον αναφέρει ότι η εναγομένη είναι εταιρεία του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον το μετοχικό της κεφάλαιο κατά ποσοστό 99, 87% ανήκει στο Δημόσιο, προκειμένου να ελεχθεί ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επιλογής αυτής της εναγομένης και της καταγγελίας, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των οικονομικών της προβλημάτων.

Το γεγονός ότι η εναγομένη αναγκάστηκε να εκπονήσει σχέδιο τριετούς διάρκειας για τη μείωση του μισθολογικού κόστους της επιχείρησής της και μάλιστα μέσω προγράμματος οικειοθελών αποχωρήσεων, δεν αρκεί από μόνο του για την κατάφαση ύπαρξης σοβαρών οικονομικών προβλημάτων της εναγομένης κατά τον κρίσιμο χρόνο της καταγγελίας.

Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες εάν πριν την προσφυγή στις καταγγελίες των συμβάσεων των δικηγόρων υπήρχαν άλλα προσφορότερα μέτρα μείωσης του μισθολογικού κόστους της επιχείρησης της εναγομένης και αν ναι ποια ήταν αυτά και αν απέδωσαν. Επιπλέον, κατά τη σύγκριση των προσόντων των απολυτέων, κατά τον ενάγοντα, αντ' αυτού δικηγόρων της εναγομένης, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί επαρκώς αν τα προσόντα των τεσσάρων δικηγόρων που δέχεται ότι θα μπορούσαν να απολυθούν αντί του ενάγοντος, ήταν του ίδιου επιπέδου ή κατώτερα με αυτά του ενάγοντος, αν η απόδοση αυτού στην εργασία ήταν ίδια μ' αυτή των δικηγόρων που διατηρήθηκαν και γιατί ο ενάγων, που διατηρούσε ιδιωτικό γραφείο και μάλιστα στο κέντρο της Αθήνας, δεν είχε αποκτήσει από το έτος 1977, που άρχισε τη δικηγορία, ιδιωτική πελατεία ή γιατί δεν είχε τη δυνατότητα να αποκτήσει ιδιωτική πελατεία ως δικηγόρος λόγω της ηλικίας του.

Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, όπως παραδεκτά διευκρινίσθηκε και συμπληρώθηκε, κατ' άρθρο 562 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Εξάλλου, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω γενόμενου δεκτού αναιρετικού λόγου, οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων από την αναιρεσείουσα λόγων αναίρεσης.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή κατά την ως άνω επικουρική βάση της. Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή.

Επιπλέον, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 530/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα για τα δικαστικά της έξοδα το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ