Legislator Case Law & Legislation
232/2020 AI generated

232/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 232/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 232 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 232/2020

Legislator headnote

AI generated

232/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 232 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 232/2020

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 232 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 232/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος Ν. Ι. Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μηλιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: α) ..., το γένος ..., κατοίκου ... και β) Μ. Α. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κατίνα - Μαρία Στεφάνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2006 αγωγή των αναιρεσιβλήτων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 63/2007 μη οριστική και 8/2014 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου και 55/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 16-7-2018 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική τους δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 55/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 8/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, έγινε δεκτή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου και διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος και του θανόντος στο μεταξύ πατέρα του Ι. Ν. Σ., στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε ο ίδιος και η οποία αγωγή είχε απορριφθεί με την πρωτοβάθμια απόφαση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1987/2007). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, τους λόγους αναίρεσης, ώστε, όχι μόνο να εξάγεται σε ποιόν από τους αναιρετικούς λόγους, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα, υπάγονται, αλλά και να προκύπτουν από αυτούς οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση.

Συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης που αντιφάσκουν μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 306/2018, ΑΠ 1418/2013, ΑΠ 41/2009). Τέλος, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με το λόγο αναίρεσης πλήττεται μία μόνο από αυτές, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει, όταν με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 1005/2014, ΑΠ 823/2012).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου είναι οι αναιρεσίβλητοι τόσο με τον παράγωγο τρόπο που αναφέρεται, όσο και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Δέχτηκε, ειδικότερα, το Εφετείο, πλην άλλων και ότι "οι εκκαλούντες - ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) έχουν καταστεί νόμιμα, με παράγωγο τρόπο (αποδοχή κληρονομίας και μεταγραφή αυτής, δωρεά εν ζωή και γονική παροχή και μεταγραφή αυτών) συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, αλλά στο πρόσωπό τους συντρέχουν και οι προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας του επιδίκου, τόσο με τακτική όσο και με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να απαιτείται και προσμέτρηση στο χρόνο νομής τους και του χρόνου νομής των ως άνω δικαιοπαρόχων τους, καθώς οι πράξεις νομής των εκκαλούντων - εναγόντων ανάγονται τουλάχιστον στο έτος 1984, που απόκτησαν συγκυριότητα κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους επί του επιδίκου ακινήτου με τους προαναφερόμενους τίτλους και μέχρι την ημερομηνία έναρξη του Κτηματολογίου στην …, που βρίσκεται το επίδικο, που ορίστηκε η 24-11-2005, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για τη συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, έχει συμπληρωθεί η εικοσαετής χρησιδεσπόζουσα νομή". Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ψέγεται η παραπάνω απόφαση για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, επειδή, κατά το λόγο αυτό, το επίδικο ακίνητο αναφέρεται μόνο στον ένα από τους εννέα τίτλους, με τους οποίους το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάστηκε, διαδοχικά, στους αναιρεσιβλήτους και, ειδικότερα, διότι "υφίσταται μεγάλο κενό αιτιολογίας, στο πως στα οκτώ συμβόλαια των προκατόχων (των αναιρεσιβλήτων) δεν μνημονεύεται το επίδικο, όταν μάλιστα τα συμβόλαια αυτά αφορούν πράξεις αγοραπωλησίας, ενώ μνημονεύεται μόνο σ' ένα (συμβόλαιο). Η παραδοχή όμως αυτή συνεπάγεται ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία και έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα ουσιώδους επιρροής στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, αφενός μεν ως απαράδεκτος, λόγω αντίφασης των προβαλλομένων πλημμελειών, για ανεπαρκείς και αντιφατικές, ταυτόχρονα, αιτιολογίες, αλλά και διότι πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο του περιεχομένου των παραπάνω εγγράφων, αφετέρου δε ως αλυσιτελής, διότι προσβάλλεται μόνο ο παράγωγος τρόπος κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τους αναιρεσιβλήτους, όχι, όμως και οι πρωτότυποι τρόποι της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, όπως θα έπρεπε, αφού καθένας από αυτούς στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

2. Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010). Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 112/2016).

Εν προκειμένω, με το ίδιο παραπάνω λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μέρος του, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκή αιτιολογία, αναφορικά με την παραδοχή της ότι στο από μηνός Ιουνίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Λ. "δεν υπάρχει σχετική δήλωση ότι υποδείχτηκαν από τους ιδιοκτήτες τα όρια" του ακινήτου, που εικονίζεται στο εν λόγω τοπογραφικό, το οποίο προσκόμισαν και κατέθεσαν οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή Ενστάσεων του Κτηματολογίου και εικονίζει την ιδιοκτησία τους, χωρίς να περιλαμβάνει και το επίδικο. Ειδικότερα, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με το λόγο αυτό, ότι, ενώ "οι αναιρεσίβλητοι: α) προσκόμισαν και κατέθεσαν στο οικείο κτηματολογικό γραφείο (για την απόδειξη της ιδιοκτησία τους) το τοπογραφικό του τοπογράφου μηχανικού Ν. Λ., στο οποίο δεν περιλαμβανόταν το επίδικο και β) η ένσταση των αναιρεσιβλήτων (στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή Ενστάσεων του Κτηματολογίου, για το ότι εσφαλμένα το επίδικο είχε καταχωρηθεί στο όνομα του αναιρεσείοντος), την οποία συνόδευε το παραπάνω τοπογραφικό, απερρίφθη ως ουσία και νόμω αβάσιμη ως προς το επίδικο, η απόρριψη δε της ένστασης αυτής, σε συνδυασμό με την οριστική απόφαση (του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) που απέρριψε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, επέβαλαν στο δικάσαν Εφετείο, κατά μείζονα λόγο, να προβεί σε πλήρη αιτιολογία της απόφασής του, τέτοια αιτιολογία δεν υφίσταται, καθόσον η παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης που αφορά στο ότι: δεν υφίσταται ειδική δήλωση (στο παραπάνω τοπογραφικό) ότι τα όρια (του ακινήτου που εικονίζεται στο τοπογραφικό αυτό) δεν υποδείχτηκαν από τους ιδιοκτήτες, είναι ανεπαρκής". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος αφενός μεν ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του περιεχομένου του παραπάνω εγγράφου από το Εφετείο, αφετέρου δε ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται, ποια επιπλέον αιτιολογία έπρεπε να περιλαμβάνεται στην ανωτέρω, ώστε να είναι αυτή πλήρης. Σε κάθε όμως περίπτωση ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι με την υποβολή του ανωτέρω τοπογραφικού, οι αναιρεσίβλητοι δέχονται ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία τους, επειδή έκρινε, ότι το τοπογραφικό αυτό είναι, για τους λόγους που παραθέτει αναλυτικά στην απόφασή του, εσφαλμένο και όχι, όπως ψέγεται, επειδή "δεν υπάρχει σχετική δήλωση σ' αυτό ότι τα όρια του ακινήτου που εικονίζει, υποδείχτηκαν από τους ιδιοκτήτες".

3. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ο λόγος αναίρεσης που η εν λόγω διάταξη προβλέπει, ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή, τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως, όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Εν προκειμένω, με τον ίδιο παραπάνω λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας με την παραδοχή της, ότι το τοπογραφικό διάγραμμα, που αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη και το οποίο προσκόμισαν οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι για την απόδειξη της ιδιοκτησίας τους, χωρίς να περιλαμβάνει το επίδικο, δεν αποδεικνύει ότι δεν είναι κύριοι του επιδίκου, διότι δεν υπάρχει σε αυτό δήλωση ότι τα όρια του ακινήτου που εικονίζει, υποδείχτηκαν από τους ιδιοκτήτες του. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το παραπάνω περιεχόμενό του προκύπτει, η αναιρετική πλημμέλεια που προβάλλεται, αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς πραγματικών γεγονότων.

4. Με τον ίδιο παραπάνω λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, ως προς την παραδοχή της ότι από την αναφορά των αναιρεσιβλήτων σε πωλητήριο συμβόλαιο ότι το ακίνητο που πούλησαν με το συμβόλαιο αυτό, συνορεύει νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία αγνώστων, "δεν σημαίνει ότι οι αναιρεσίβλητοι συνομολογούν ότι το ακίνητο αυτό που (είναι διάφορο του επιδίκου και) φέρεται ως ακίνητο αγνώστων ιδιοκτητών, δεν ανήκει στην ιδιοκτησία τους". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου από το Εφετείο.

5. Επίσης, ο ίδιος παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης με την ανωτέρω παραδοχή της των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα διδάγματα της κοινής πείρας, που φέρονται, ότι παραβιάστηκαν, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

6. Εξάλλου, μεταξύ των λόγων αναίρεσης, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνεται και η εσφαλμένη εκτίμηση διαδικαστικών εγγράφων από το δικαστήριο της ουσίας, ούτε εισάγεται νέος, ειδικός λόγος αναίρεσης με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ένδικων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι ο ακυρωτικός έλεγχος της εκτίμησης διαδικαστικών εγγράφων από το δικαστήριο της ουσίας, ανάγεται στην έρευνα του αν η ψεγόμενη ως εσφαλμένη εκτίμησή τους οδηγεί σε πλημμέλεια, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης, από εκείνους που καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 108/2009, ΑΠ 390/2004).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση της 154/1994 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, καθόσον "όχι μόνο δεν απάντησε" στα όσα από την απόφαση αυτή προκύπτουν και πρόβαλε, βάσει αυτής, ο αναιρεσείων, "αλλά αυτά που περιτράνως αποδείχτηκαν (από την παραπάνω απόφαση) δεν έγιναν δεκτά από το Εφετείο". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για παράβαση του οποίου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εισάγει λόγο αναίρεσης.

7. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Πρέπει δε να περιέχει έστω και έναν ορισμένο λόγο αναίρεσης, από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ή, αν πρόκειται για απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Πρωτοδικείου που δίκασε κατ' έφεση, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται με σαφήνεια τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχός της. Συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή στο δικόγραφο της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο δεν είναι δυνατή (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996). Επίσης, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, που υπάρχει στη δικογραφία, διότι, πλην άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα. Η θέση αυτή είναι απόλυτα σύμφωνη και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, γιατί διασφαλίζει την αρχή της δίκαιης δίκης, που το άρθρο αυτό αξιώνει, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης καθενός στα δικαστήρια, που κατοχυρώνει και το Σύνταγμα (άρθρα 8 παρ. 1, 20 παρ. 1) και το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής, η οποία θα επιτρέπει, λόγω του ορισμένου του περιεχομένου της, την παροχή από το δικαστήριο της αιτούμενης έννομης προστασίας και γι' αυτό τα όσα απαιτεί ο νόμος, ώστε να θεωρηθεί ορισμένο το δικόγραφο της προσφυγής, μορφή της οποίας είναι και η αναίρεση, δεν δυσχεραίνουν, αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού έτσι συγκεκριμενοποιείται το είδος της προστασίας αυτής (ΟλΑΠ 20/2005). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Η αοριστία του αναιρετηρίου έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως νομικά αβάσιμης, αν η αοριστία αφορά στην περιγραφή του λόγου αναίρεσης και ως απαράδεκτης σε κάθε άλλη περίπτωση (ΑΠ 857/2017, ΑΠ 1340/2015). Ειδικότερα, ως προς το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν, δηλαδή, το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, για το ορισμένο και, συνεπώς, το παραδεκτό του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) η αποδιδόμενη παράβαση, β) το περιεχόμενο της απόφασης, από την οποία έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο, γ) αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου ή γιατί δεν υπάρχει αυτό, δ) ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο και ε) ο τρόπος με τον οποίο συγκεκριμένα παραβιάστηκε αυτό (ΑΠ 945/2008, ΑΠ 509/2002).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 περ. γ' σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ", διότι "δεν απάντησε στα προαναφερόμενα", είναι δε τα "προαναφερόμενα", στα οποία "δεν απάντησε", κατά τον ερευνώμενο λόγο, η προσβαλλόμενη απόφαση, τα όσα φέρεται με το λόγο αυτό, ότι ισχυρίσθηκε σχετικά ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του στο Εφετείο, τα οποία συνίστανται στο ότι, επί της από 12-4-2006 αγωγής του στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Σύρου κατά του Ελληνικού Δημοσίου για το επίδικο, άσκησαν κύρια παρέμβαση οι αναιρεσίβλητοι, "κατά της οποίας πρόβαλε τις ενστάσεις εκκρεμοδικίας, ιδίας κυριότητας και παραγραφής κλπ", εκδόθηκε δε σχετικά η 64/2009 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση των ανωτέρω αγωγής και κύριας παρέμβασης, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης για την από 30-1-2006 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος, διότι, ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου του, δεν αποδίδεται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, ενώ, ως προς το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, που μνημονεύεται, δεν αναφέρεται κάποιο από τα παραπάνω στοιχεία, που απαιτούνται για το ορισμένο του λόγου αυτού. Συγκεκριμένα, πλην της αριθμητικής αναφοράς του παραπάνω λόγου αναίρεσης, δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να συγκροτούν τη συγκεκριμένη πλημμέλεια.

8. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την παραδεκτή άσκηση της αναίρεσης, απαιτείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Το έννομο αυτό συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο γενικά, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικά, για κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται, αλλά και είναι δυνατή η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα. Βλάβη του αναιρεσείοντος υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του και, επομένως, η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη. Μπορεί, όμως, το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να εκλείψει και μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, είτε από λόγους που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του ίδιου, είτε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του, όπως όταν, με την παραδοχή της αναίρεσης, δεν ανατρέπονται οι επιβλαβείς γι' αυτόν συνέπειες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν επέρχεται βελτίωση της θέσης του και ουδέν ωφελείται (ΑΠ 1241/2008, ΑΠ 1197/2008, ΑΠ 519/2008).

Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, για να μην απορρίψει ως απαράδεκτη την ένσταση του αναιρεσείοντος για παραγραφή της ανωτέρω εναντίον αυτού αναγνωριστικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων, λόγω του ότι η αγωγή αυτή, εξαιτίας του αναγνωριστικού της χαρακτήρα, δεν υπόκειται σε παραγραφή, εκτίμησε τον ανωτέρω ισχυρισμό ως ένσταση απαραδέκτου της αγωγής, για έλλειψη σχετικού εννόμου συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων, λόγω παραγραφής της αξίωσης που άσκησαν με την αγωγή τους αυτή, στη συνέχεια δε της εκτίμησής του αυτής, έκρινε νόμιμο τον παραπάνω ισχυρισμό, τον οποίο, όμως, απέρριψε, τελικά, ως αβάσιμο, διότι δέχτηκε ότι νομείς και κάτοχοι του επιδίκου ήταν ανέκαθεν οι αναιρεσίβλητοι και ουδέποτε ο αναιρεσείων και οι δικαιοπάροχοί του και, ότι, συνεπώς, η αξίωση που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι με την εν λόγω αγωγή τους δεν είχε παραγραφεί, ως εκ τούτου δε ότι είχαν αυτοί έννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής αυτής. Σύμφωνα με αυτά, η παραπάνω εκτίμηση του ανωτέρω ισχυρισμού από το Εφετείο, είναι επωφελής για τον αναιρεσείοντα, αφού, διαφορετικά, ο ισχυρισμός αυτός θα είχε απορριφθεί, άνευ ετέρου, ως απαράδεκτος, ενώ, χάρις στην εκτίμηση, κρίθηκε παραδεκτός και νόμιμος, κάτι που επέτρεψε την κατ' ουσίαν έρευνά του, και αν, κατά την έρευνα αυτή, διαπίστωνε το Εφετείο ότι νομείς και κάτοχοι του επιδίκου ήταν ο αναιρεσείων και οι δικαιοπάροχοί του, θα οδηγούνταν στην παραδοχή του εν λόγω ισχυρισμού και ως βασίμου.

Εν προκειμένω. με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, η πλημμέλεια της παράβασης, με την ανωτέρω εκτίμησή της, των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και 249, 251 και 1094 ΑΚ, συνισταμένη στο ότι "εσφαλμένως η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε, ότι η προβληθείσα ένστασή μου αφορούσε ένσταση απαραδέκτου λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος και όχι ένσταση παραγραφής". Σύμφωνα, όμως, με όσα προεξετέθησαν, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, διότι η ανωτέρω εκτίμηση του προαναφερόμενου παραπάνω ισχυρισμού του, στην οποία στηρίζεται, υπήρξε επωφελής, για τους λόγους που προεξετέθησαν, γι' αυτόν.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-7-2018 αίτηση του Ν. Ι. Σ., για αναίρεση της 55/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ