Legislator Case Law & Legislation
232/2019 AI generated

232/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 232/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

232/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως (ΟλΑΠ 16/2013).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 232 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 232/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΒΕΑΑ" που εδρεύει στο Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιάρκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" που εδρεύει στο ..., διατηρεί νόμιμα υποκατάστημα στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Κατσερέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6380/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1397/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 13-4-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως (ΟλΑΠ 16/2013).

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 ή 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1261/2009). Περαιτέρω ο εργοδότης, που επιδιώκει αποζημίωση με βάση το άρθρο 690 ΑΚ, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει: α)την κατάρτιση της συμβάσεως έργου, β)ότι το έργο εκτελέσθηκε, γ)ότι το εκτελεσθέν έργο έχει ελλείψεις, χωρίς να ενδιαφέρει η διάκριση τους σε ουσιώδεις και επουσιώδεις και δ) την ζημία που υπέστη από τις ελλείψεις του έργου, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το ποσό της αποζημίωσης που ζητεί.

Σε περίπτωση δε που μετά την εκτέλεση του έργου τούτο από υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) του εργολάβου έχει πραγματικό ελάττωμα, γεννιέται για τον εργοδότη κατ' εκείνου απαίτηση αποζημιώσεως κάθε ζημιάς, που προέρχεται από την εξαιτίας του ελαττώματος πλημμελή εκτέλεση της συμβάσεως, η οποία συνίσταται στην περιουσιακή διαφορά που ανακύπτει από την κατάσταση που δημιουργείται από αυτήν την πλημμελή εκτέλεση και από εκείνη που θα είχε δημιουργηθεί από την καθ' υπόθεση απαλλαγμένη από το ελάττωμα εκτέλεση της συμβάσεως (ΑΠ 930/2004).

Απαιτείται ακόμη για την ευθύνη του εργολάβου προς αποζημίωση και υπαιτιότητά του, την οποία όμως δεν υποχρεούται να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εργοδότης αλλά ο εργολάβος επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητας του ιδίου ή των προσώπων που χρησιμοποίησε για να εκτελέσει το έργο (ΑΠ 156/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, και ειδικότερα του δικογράφου της ένδικης αγωγής, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...

Ο.Ε.", με προφορική σύμβαση που κατάρτισε με την αναιρεσίβλητη, ανέθεσε στην τελευταία να τοποθετήσει, σε συνολική έκταση 795 τμ, τεχνομάρμαρα, που θα προμηθευόταν από την ιταλική εταιρεία με την επωνυμία "...", σε κτίριο, ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, το οποίο η ως άνω εταιρεία είχε αναλάβει να αποπερατώσει και προκατέβαλε εξ ολοκλήρου στην αναιρεσίβλητη το συμφωνηθέν αντάλλαγμα, ανερχόμενο σε 310.176,08 €.

Ότι η τοποθέτηση των μαρμάρων αυτών από υπαιτιότητα των τεχνιτών-βοηθών εκπληρώσεως της αναιρεσίβλητης έγινε πλημμελώς (ήτοι δεν έγινε επίστρωση του δαπέδου με τσιμεντοκονία πριν από την τοποθέτηση των τεχνομαρμάρων, δεν αφέθηκε αρμός διαστολής μεταξύ αυτών και δεν χρησιμοποιήθηκε η προβλεπόμενη ειδική κόλλα αλλά λάσπη), με αποτέλεσμα τη δημιουργία πολλυάριθμων ρωγμών και τη μερική θραύση αυτών σε έκταση 250 τμ από τη συνολική επιστρωθείσα επιφάνεια των 795 τ.μ.

και τη συνακόλουθη μείωση της αξίας του τμήματος αυτού κατά 30%. Κατόπιν αυτού η αναιρεσείουσα, ως δικαιούχος της δημιουργηθείσης απαιτήσεως, συνεπεία εκχωρήσεώς της εκ μέρους της εργοδότριας εταιρείας και αναγγελίας αυτής προς την αναιρεσίβλητη εργολάβο, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το ποσό των 29.261,82€, το οποίο, κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής, παριστά την περιουσιακή διαφορά μεταξύ της αξίας που έχει το ελαττωματικό τμήμα του έργου (310.176,08 Χ 250/795 Χ 70%=)(68.277,80 €) και εκείνης που θα είχε χωρίς τα ελαττώματα αυτά (97.539,62 €), κατά δε την επικουρική βάση το τμήμα εκείνο της συνολικής εργολαβικής αμοιβής, κατά το οποίο πρέπει αυτή να μειωθεί λόγω των ως άνω κακοτεχνιών.

Επί ασκηθείσης εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που έκανε δεκτή την αγωγή κατά την κύρια βάση της, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως τη νομική βασιμότητα της βάσης αυτής, την απέρριψε ως αόριστη, διότι έκρινε ότι για την πληρότητά της θα έπρεπε να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο αναλυτική αναφορά κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος των υλικών και των εργασιών που απαιτούνται για την αποκατάσταση των σημειουμένων ελαττωμάτων του έργου και όχι να ζητείται απλώς η θετική ζημία, ως περιουσιακή διαφορά μεταξύ της ενεστώσης αξίας του έργου και εκείνης που θα είχε δημιουργηθεί από την -καθ' υπόθεση- απαλλαγμένη από το ελάττωμα εκτέλεση τη συμβάσεως.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη την κύρια βάση της αγωγής της, απαιτώντας επιπλέον στοιχεία από αυτά που απαιτούνται κατά νόμο. Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη,αρκούσε η αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής της καταρτίσεως της εργολαβικής συμβάσεως, των ελλείψεων του έργου που θεμελιώνουν τη σχετική αξίωση της ενάγουσας, δικαιοδόχου της εργοδότριας, της ζημίας της και του αιτιώδους, μεταξύ αυτής και των επικαλουμένων ελλείψεων και κακοτεχνιών του εκτελεσθέντος έργου, συνδέσμου, και ειδικότερα της αναφοράς της αξίας του έργου χωρίς τα ελαττώματα και εκείνης του έργου με τα εξαρτήματα, για τον προσδιορισμό της ζημίας της, και κατά συνέπεια το Εφετείο, που αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και δη αξίωσε την αναλυτική αναφορά των κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος υλικών και εργασιών που θα απαιτηθούν για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 297 και 690 ΑΚ.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα του ετέρου λόγου της αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός εκείνης που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 § 3 του ΚΠολΔ, η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1397/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνης που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ