232/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 232 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 232 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 232/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Κουλούρη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ειρήνη Δενέζη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4264/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 6539/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-4-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 29-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους. Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 309/2015). Εξ άλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο κατά το σχετικό σκέλος του λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι, κατ’ ορθή εκτίμηση, δεν καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αφενός τις νομίμως προσκομισθείσες αποδείξεις, ήτοι: α) την υπ’ αριθ. ...2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Η. Α. που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, β) την από 20-11-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Χ. Κ.-Π., η οποία διενεργήθηκε στο πλαίσιο τακτικής ανάκρισης, την από 18-11-2013 ιδιωτική γραφολογική γνωμοδότηση του καθηγητή Πανεπιστημίου Ν. Κ. και την υπ’ αριθ. 5502/2013 απόφαση του Ε’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, γ) τις ένορκες βεβαιώσεις των Π. Σ. και Χ. Χ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Κλεοπάτρας-Μαρίας Παπαρρηγοπούλου και δ) την ένορκη μαρτυρική κατάθεση του υιού του αναιρεσείοντος. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη την προσκομιδή όλων των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα οποία ρητώς μνημονεύει και, χωρίς να υφίσταται ειδική προς τούτο ανάγκη, αξιολογεί αντικρούοντας επαρκώς την προαναφερόμενη ποινική απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της πλαστογραφίας της επίδικης διαθήκης.
Συνεπώς, ο πρώτος κατά το σχετικό σκέλος του λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Εξάλλου, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον, κατ’ ορθή εκτίμηση, το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό ότι η διαθέτις Β. Κ., κατά τον χρόνο σύνταξης της από 7-3-2006 ιδιόγραφης διαθήκης της δεν είχε την κατά νόμον ικανότητα για να τη συντάξει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται λεπτομερώς τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, έγγραφα), από τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε άκυρη η προαναφερόμενη διαθήκη, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ειδική αξιολόγηση εκάστου εξ αυτών. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008). Τέλος, για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του ως άνω λόγου, απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας. Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1002/2015). Κατά την έννοια του άρθρου τούτου, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 έως 465 ΚΠολΔ, όχι δε και εκείνα, στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 5/2011). Κατ’ ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά το σκέλος που, κατ’ ορθήν εκτίμηση, προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης από το Εφετείο του περιεχομένου της υπ’ αριθ. ...2012 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Η. Α. που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είναι προεχόντως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος που, κατ’ ορθή εκτίμηση, προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης εγγράφου της από 20-11-2011 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Χ. Κ.-Π., η οποία διενεργήθηκε στο πλαίσιο τακτικής ανάκρισης και της από 18-11-2013 ιδιωτικής γραφολογικής γνωμοδότησης του καθηγητή Πανεπιστημίου Ν. Κ., είναι αβάσιμος, διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά, αλλά τα συνεκτίμησε με άλλα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Τέλος ο πρώτος κατά το σχετικό σκέλος του και ο δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του Δικαστηρίου, πέραν του ότι ειδικά στον δεύτερο λόγο αναίρεσης δεν γίνεται καθόλου αναφορά σε ποιόν από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθμούς (περιπτώσεις) εμπίπτει η αιτίαση που προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-4-2015 αίτηση του Κ. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6539/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ