232/2011
Απόφαση 232 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 232/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα ΥφαÎ...
Απόφαση 232 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 232/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Ο. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Μέλεγο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ι. Λ., 2) Σ. Ι. Λ., 3) Β. Ι. Λ., 4) Σ. Ι. Λ., 5) Δ. Ι. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βλαστό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/1/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 225/2006 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/6/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 1/9/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 225/2006 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος. Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζον επί της εφέσεως, της ασκηθείσας από τους εναγομένους-νυν αναιρεσιβλήτους-εκμισθωτές, κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή του ενάγοντος - μισθωτή - νυν αναιρεσείοντος, κατά την κυρία βάση αυτής, με την οποία εζητείτο να επιδικασθεί στον ενάγοντα αποζημίωση, προς αποκατάσταση της ζημίας του, της προκληθείσας από τη ματαίωση της μεταβιβάσεως προς τρίτο της επιχειρήσεως του, η οποία λειτουργούσε στο μίσθιο κατάστημα, ένεκα της παράνομης αρνήσεως των εναγομένων-εκμισθωτών να συναινέσουν στην κατάρτιση νέας συμβάσεως μισθώσεως με τον τρίτο, ως νέο μισθωτή, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι, ταυτόχρονα με την κατάρτιση του από 19-11-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μισθώσεως, με το οποίο οι ενάγοντες-εκμισθωτές εξεμίσθωσαν προς τον εναγόμενο-μισθωτή το κατάστημά τους, το ευρισκόμενο στην …, επί της οδού … και …, αντί μηνιαίου μισθώματος 124.000 δρχ., για να το χρησιμοποιήσει ως αναψυκτήριο-καφετέρια, τα διάδικα μέρη κατάρτισαν και το από 19/11/93 πρόσθετο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφώνησαν ότι οι εναγόμενοι εκμισθωτές θα επέτρεπαν να μεταβιβάσει ο μισθωτής ενάγων την επιχείρηση του σε τρίτο, ο οποίος θα είχε το δικαίωμα να παραλάβει το μίσθιο κατάστημα ως νέος μισθωτής και οι εκμισθωτές να μη το αρνηθούν, εφόσον ο τρίτος αποδέχονταν 1) άμεσα να καταβάλει μηνιαίο μίσθωμα προσαυξημένο κατά 20% επί του μέχρι τότε καταβαλλομένου απ' τον ενάγοντα και έξι (6) μηνιαία μισθώματα ως εγγύηση προς τους συνεκμισθωτές, 2) διάρκεια μισθώσεως μέχρι έξι (6) έτη, αρχής γενομένης από της υπογραφής του νέου συμφωνητικού μισθώσεως, 3) ετήσια αύξηση του μηνιαίου μισθώματος δια το πέραν του πρώτου χρόνου διάστημα κατά ποσοστό 15% επί του μέχρι τότε καταβαλλομένου, και αναγνώριζε ως ισχυρούς τους λοιπούς όρους χρήσεως του μισθίου, όπως αυτοί αναφέρονται στο αρχικό συμφωνητικό της μισθώσεως με τον ενάγοντα ότι η μεταξύ των διαδίκων μερών συναφθείσα επαγγελματική μίσθωση είχε συμβατική διάρκεια διετή (δηλαδή από 1/12/93 έως 30/11/95) πλην όμως βάσει του άρθρου 5 του ΠΔ/τος 34/95 όπως η παραγρ. 1 και 2 αυτού αντικαταστάθηκε από τη παραγρ.6 του άρθρου 7 Ν.2741/99, η ένδικη μίσθωση έχοντας πλέον εκ του νόμου τουλάχιστον δωδεκαετή διάρκεια, λογίζεται ανανεωθείσα για αόριστο χρόνο με τους ίδιους όπως και η αρχική μίσθωση, όρους, οι οποίοι περιελήφθησαν τόσο στο αρχικό όσο και το πρόσθετο από 19/11/93 ιδιωτικό συμφωνητικό. Και περαιτέρω δέχθηκε ότι: "ο ενάγων, ο οποίος εν τω μεταξύ με την ανοχή των εναγομένων είχα μετατρέψει τη χρήση του μισθίου από καφετέρια σε κατάστημα εμπορίας ενδυμάτων, κατά μήνα Μάιο 2002 είχε την πρόθεση να μεταβιβάσει την επιχείρηση του σε τρίτους αντί τιμήματος 26.412,3 ευρώ. Γι' αυτό το λόγο ήλθε σε διαδοχικές συναντήσεις με τους εμπόρους …, Φ. Α. αρχικά και Η. Π. αργότερα, προκειμένου να μεταβιβάσει σε κάποιον απ' αυτούς την ισχύουσα μισθωτική σχέση που μέχρι τότε τον συνέδεε με τους εναγομένους, κάνοντας χρήση των δικαιωμάτων που οι τελευταίοι του είχαν αναγνωρίσει με το από 19/11/93 πρόσθετο ιδιωτικό συμφωνητικό. Ο ισχυρισμός αυτός (εναγομένων) και ο συναφής προς αυτόν λόγος εφέσεως τους ότι η δυνατότητα που ο ενάγων είχε για να μεταβιβάσει σε τρίτο τη μισθωτική σχέση αναφερόταν - κατά τη συμφωνία τους - στο χρονικό διάστημα που κάλυπτε η συμβατική διάρκεια της ένδικης μισθώσεως και μόνο, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι με την αναγκαστική (εκ του νόμου) παράταση της διάρκειας της επίδικης επαγγελματικής μισθώσεως οι ειδικότεροι όροι και συμφωνίες εξακολουθούν να ισχύουν, αφού με τη παράταση συνεχίζεται η παλαιά μίσθωση. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι και στις δύο περιπτώσεις είχε καταλήξει σε τελική συμφωνία με τους υποψηφίους αγοραστές και ότι εγγράφως γνωστοποίησε στους εναγομένους τόσο τις συμφωνίες του με τους τρίτους όσο και τις αντίστοιχες δηλώσεις των τελευταίων περί αποδοχής από πλευράς τους των όρων του αρχικού και του προσθέτου από 19/11/93 ιδιωτικών συμφωνητικών, παραταύτα οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να τηρήσουν την συμβατική υποχρέωση που ανέλαβαν να συναινέσουν στη μεταβίβαση της επίδικης μισθωτικής σχέσεως. Ο ισχυρισμός αυτός ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδεικνύεται δεδομένου ότι από το όλο πνεύμα και περιεχόμενο των εξώδικων εγγράφων δηλώσεων - απαντήσεων που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων μερών δεν συνάγεται σχετική άρνηση των εναγομένων (βλ. τις από 15/5/02, 17/5/02 και 24/5/02 εξώδικες δηλώσεις), η συναίνεση των εναγομένων σε κάθε περίπτωση δεν ήταν απαραίτητη για τη μεταβίβαση της επίδικης μισθωτικής σχέσεως εκ μέρους του ενάγοντος, αφού αυτή (συναίνεση) είχε προκαταβολικά δοθεί απ' αυτούς, αφ'ης στιγμής οι ανωτέρω υποψήφιοι αγοραστές εγγράφως δήλωσαν ρητά ότι αποδέχονται τους όρους του από 19/11/93 αρχικού και πρόσθετου ιδιωτικού συμφωνητικού (βλ. προσκομ. δηλώσεις Φ. Α. και Η. Π.). Τα παραπάνω αβίαστα συνάγονται από τη διατύπωση και το περιεχόμενο του υπό στοιχείο Α όρου του από 19/11/93 προσθέτου ιδιωτικού συμφωνητικού στο οποίο υπήρχε η σχετική πρόβλεψη για συναίνεση.
Συνεπώς ουδεμία υπαιτιότητα και αντισυμβατική συμπεριφορά βαρύνει τους εναγομένους ώστε να γεννάται υποχρέωση αυτών προς αποκατάσταση της επικαλούμενης από τον ενάγοντα ζημίας λόγω ματαιώσεως της πωλήσεως της εμπορικής επιχειρήσεως του σε ένα απ' τους δύο ως άνω αγοραστές και συνακόλουθα της μη εισπράξεως επί ζημία του αντίστοιχου τιμήματος. Άλλωστε η τελική αντίρρηση αυτών (εναγομένων) να συνάψουν νέα μίσθωση με τον υποψήφιο αγοραστή εξαετούς διάρκειας δεν αντιβαίνει στα συμφωνηθέντα μεταξύ αυτών και του ενάγοντος, αφού ως συνεκμισθωτές διεφύλαξαν υπέρ αυτών το δικαίωμα, δυνάμει του υπ' αρ.3 όρου του προσθέτου ιδιωτικού συμφωνητικού ως εκ της διατυπώσεως του οποίου προκύπτει, να καταρτίσουν με τον προς όν η μεταβίβαση τρίτο νέα μίσθωση με διάρκεια όχι μεγαλύτερη των έξι (6) ετών και όχι οπωσδήποτε διαρκείας έξι (6) ετών, όπως αβασίμως διατείνεται ο ενάγων. Κατά συνέπεια η ένδικη αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη καθόσον αφορά τη κυρία βάση της".
Υπό τις αιτιολογίες αυτές δεν καθίσταται σαφές εάν το Εφετείο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι εναγόμενοι - εκμισθωτές αρνήθηκαν τη συναίνεσή τους, για τη μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως στον υποψήφιο αγοραστή, υπό τους όρους που ο ενάγων - μισθωτής επικαλείται ότι είχαν συμφωνηθεί ή εάν έθεσαν άλλους όρους και ποίους και σε καταφατική απάντηση, εάν εξ αιτίας των άλλων όρων ματαιώθηκε η σύναψη της πωλήσεως της επιχειρήσεως του ενάγοντα προς τον υποψήφιο αγοραστή. Επομένως, ο πρώτος, κατά το μέρος αυτού από το άρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, παρέλκει δε μετά ταύτα η έρευνα των λοιπών λόγων, οι οποίοι αφορούν το ίδιο ως άνω ζήτημα (σχετικά με την κύρια βάση της αγωγής). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά την κυρία βάση της αγωγής, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 225/2006 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ