232/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 232 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 232/2010
Legislator headnote
AI generated232/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 232 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 232/2010
Full text
Απόφαση 232 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 232/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "PERSONAL INSURANCE AE", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ψαρράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Καργιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 750/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 783/2007 μη οριστική και 2019/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/11/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 3/11/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τις διαχρονικού δικαίου διατάξεις άρθρων 33 και 34 του Ν. 2496/1997, περί της ασφαλιστικής συμβάσεως, με τον οποίο καταργήθηκαν ως σύνολο οι διατάξεις του ένατου τμήματος του εμπορικού νόμου, (άρθρα 189-225), η ισχύς του αρχίζει έξι μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ οι κατά την έναρξη ισχύος του υφιστάμενες ασφαλιστικές συμβάσεις διέπονται εφεξής από το νόμο αυτόν. Ο ανωτέρω νόμος δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 16-5-1997 και, άρα, άρχισε να ισχύει από 16-11-1997. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, με τις αναλογικά εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 24 και 25 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι ο νεότερος αυτός νόμος διέπει τόσο τις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται από την έναρξη ισχύος του, όσο και εκείνες που είχαν συναφθεί προηγουμένως και είναι εκκρεμείς, ασφαλιστικές όμως περιπτώσεις που επήλθαν πριν από την ουσιαστική έναρξη ισχύος του κρίνονται βάσει των οικείων διατάξεων του ΕμπΝ. Περαιτέρω, κατά το ισχύον κατά το ένδικο χρονικό διάστημα άρθρο 10 του Ν. 2426/1997, "αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια, από του τέλους του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν". Κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και του άρθρου 201 ΑΚ συνάγεται, ότι στη σύμβαση της ασφάλισης της αστικής ευθύνης έναντι των τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή κατά του ασφαλιστή γεννιέται, όταν ο τρίτος, που υπέστη τη ζημία και έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει προς τον τελευταίο τη σχετική με την αποκατάσταση της ζημίας του αγωγή. Και τούτο διότι από τότε επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση, έστω και αν δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση ή με εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου και από τότε καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή (ΑΠ 293/2008). Κατά συνέπεια, η εν λόγω αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, παραγράφεται με την παρέλευση τεσσάρων ετών, σε περίπτωση ασφαλίσεως ζημιών, αρχόμενων από το τέλος του έτους εντός του οποίου επιδόθηκε στον ασφαλισμένο η αγωγή του ζημιωθέντος τρίτου, και όχι από του τέλους του έτους εντός του οποίου επήλθε η ζημία. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, με την οποία προβλέπεται ως λόγος διακοπής της παραγραφής η με οποιαδήποτε τρόπο αναγνώριση της αξιώσεως από τον υπόχρεο, αρκεί για το αποτέλεσμα αυτό οποιαδήποτε ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στο δανειστή, από την οποία να προκύπτει ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξιώσεως του τελευταίου, θεωρεί αυτήν ότι υπάρχει, ώστε να μην είναι αναγκαία η έγερση σχετικής αγωγής. Με την έννοια αυτή δεν εξετάζεται αν η ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξιώσεως ή σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 873 ΑΚ. Η έχουσα τα παραπάνω στοιχεία συμπεριφορά πρέπει να επιδεικνύεται πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής, έναντι του δανειστή και όχι έναντι τρίτου προσώπου. Τέλος, ο ισχυρισμός για διακοπή της παραγραφής αποτελεί αντένσταση, κατά της τελευταίας, προτεινόμενη από το δικαιούχο της αξίωσης. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά? "Στις 14-6-1995 ο ενάγων Ψ, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ήδη αποβιώσαντος πατρός του Φ και ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΙΝSURANCE PERSONAL", σε τροχαίο ατύχημα, τραυμάτισε τον πεζό Ζ, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Ο τελευταίος άσκησε, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την υπ' αριθμ. 20137/1997 αγωγή του, κατά του ενάγοντος, ως προστηθέντος οδηγού, κατά του πατρός του, ως ιδιοκτήτη του άνω επίδικου αυτοκινήτου και κατά της ήδη εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία ζητούσε την καταβολή αποζημίωσης για θετική και αποθετική ζημία, γι' αυτοτελή αποζημίωση (άρθρ. 931 ΑΚ) και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, συνολικού ποσού 46.889,602 δρχ. ή 137.607 ευρώ , επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 19208/1998 οριστική απόφαση, η οποία απέρριψε την άνω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντα εκείνης της αγωγής. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ο άνω παθών Ζ άσκησε έφεση, εφ' ης, συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 834/1999 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία έκρινε ότι συνυπαίτιοι για το επίδικο ατύχημα, ήταν ο τότε ενάγων, κατά ποσοστό 70% και ο τότε πρώτος εναγόμενος και ήδη ενάγων Ψ, κατά ποσοστό 30% και υποχρέωσε τους τότε εναγομένους και συγκεκριμένα τον ήδη ενάγοντα, τον Φ και την ήδη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, να καταβάλουν στο τότε ενάγοντα παθόντα Ζ και σε ολόκληρο ο καθένας το ποσό των 39.186,59 ευρώ, χωρίς αυτό (ποσό) να μειωθεί κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του τότε παθόντα ενάγοντα, από 70%, διότι δεν προέβαλαν οι τότε εναγόμενοι, την επί του άρθρου 300 ΑΚ, ερειδομένη ένσταση συνυπαιτιότητας. Η άνω υπ' αριθμ. 834/1999 απόφαση, μετά από αναίρεση κατ' αυτής και την έκδοση της υπ' 763/2000 απόφασης του Αρείου Πάγου, κατέστη αμετάκλητη. Στη συνέχεια, ο ανωτέρω τρίτος παθών κατέθεσε, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την υπ' αριθμ. 27469/1999 αγωγή, με την οποίαν ζητούσε την καταβολή του συνολικού ποσού των 21.055.000 δρχ. ή 61.790 ευρώ, ως επί πλέον αποζημίωση, γι' αποθετική ζημία και πρόσθετη κατ' άρθρον 931 ΑΚ, εφ' ης συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 23988/2001 μη οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4610/2003 οριστική απόφαση, του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία, αφού κατήργησε τη δίκη, ως προς το δεύτερο τότε εναγόμενο Φ, ως προς τον οποίο παραιτήθηκε ο τότε ενάγων από το δικόγραφο της αγωγής του, υποχρέωσε τους δύο τότε εναγομένους και μάλιστα τον ίδιο (ήδη ενάγοντα) και την τότε και ήδη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, στον τότε ενάγοντα και παθόντα τρίτο Ζ, το ποσό των 25.811 ευρώ. Κατά τη συζήτηση της ως άνω, με αριθμ.... αγωγής, τόσο κατά την 24-1-2001, οπότε και εκδόθηκε η άνω υπ' αριθμ. 23988/2001 μη οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και την 19-12-2002, κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση αυτής, οπότε και εκδόθηκε η άνω υπ' αριθμ. 4610/2003 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, παρέσχε νομική υποστήριξη στον ενάγοντα, προς αντίκρουση της ανωτέρω αγωγής, αφού, κατά την πρώτη, όσο και κατά τη δεύτερη, μετ' απόδειξη συζήτηση, παραστάθηκαν μεν με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο ο καθένας, παραστάθηκε όμως η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ως ομόδικος του ενάγοντος προς απόκρουση της αγωγής (αριθμ. 27469/1999). Βέβαια, η ανωτέρω εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, είχε προτείνει τότε, κατά της αγωγής εκείνης και ειδικότερα, ως προς το κονδύλιο αυτής, που αφορούσε αποζημίωση του τότε ενάγοντα παθόντα Ζ, για διαφυγόντα κέρδη, για το χρονικό διάστημα από 2-6-1997 μέχρι 30-7-1999, την ένσταση παραγραφής, ως προς την ίδια (άρθρ. 10 του ν. 489/1976), η προτεινόμενη όμως από αυτήν ένσταση παραγραφής, αφορούσε τμήμα μόνον της συνολικής αγωγικής αξίωσης του άνω παθόντα, τρίτου, οπότε το γεγονός και μόνο ότι παραστάθηκε, ως ομόδικος του ενάγοντα στο ανωτέρω Δικαστήριο συνιστά αναγνώριση της αξίωσης του (ενάγοντα) κατ' αυτής, ως ασφαλισμένου της. Κατόπιν, κατά της παραπάνω, υπ' αριθμ. 4610/2003 αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ασκήθηκε η από 9-4-2003 έφεση, του ιδίου και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, την οποία άσκησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της τελευταίας (εναγομένης), εκπροσωπήθηκαν δε τότε από κοινού, τόσο ο εναγών, όσο και η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ως εκκαλούντες, με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της (εναγομένης), κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, την 19-2-2004, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επί της εφέσεως εκείνης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1393/2004 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, ως προς τον ενάγοντα και τότε πρώτο εκκαλούντα, επικυρώνοντας έτσι, ως προς αυτόν, την υπ' αριθμ. 4610/2003 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, ως προς την τότε δεύτερη εκκαλούσα και ήδη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ως προς αυτήν, την υποχρέωσε να καταβάλει, στον τότε παθόντα τρίτο ενάγοντα Ζ, το ποσό των 8.804 ευρώ. Κατόπιν τούτων και μετά την σε βάρος του τελεσιδικία της άνω υπ' αριθμ. 4610/2003 απόφασης, ο ενάγων αναγκάστηκε να καταβάλει στο ζημιωθέντα τρίτο Ζ, σύμφωνα με τη συνημμένη επιταγή προς εκτέλεση, το συνολικό ποσό των 31.502,95 ευρώ, για επιδικασθέν, με την άνω απόφαση ποσόν, ως κεφάλαιο, με νόμιμους επ' αυτού τόκους, αλλά και για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, έξοδα εκτελέσεως, (λήψη απογράφου, σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση, κοινοποίηση αυτής και νομική συμβουλή, καθώς και ποσό 440 ευρώ, για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη του ζημιωθέντος τρίτου και τότε εφεσίβλητου στο δεύτερο βαθμό. Η κρινόμενη από 11-3-2005 αγωγή, με την οποία ο ενάγων Ψ, αιτείται την επιδίκαση σ' αυτόν των προαναφερομένων ποσών, από 31.502,95 ευρώ και 440 ευρώ, επιδόθηκε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, στις 24-3-2005, (βλ. την νόμιμα προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον ενάγοντα υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...). Κατά συνέπεια, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα, την 14-6-1995, δηλαδή πριν από την ισχύ του ν. 2426/1997 (16-11-1997), η παραγραφή της αξίωσης του άνω ασφαλισμένου ενάγοντα, κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, είναι τετραετής και όχι τριετής, αφού η ασφαλιστική περίπτωση, εν προκειμένω, επήλθε την 24-8-1999, που επιδόθηκε στον ενάγοντα -ασφαλισμένο, η από 30-7-1999 αγωγή, (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...). Περαιτέρω, η αγωγική αξίωση του ενάγοντα, στηρίζεται στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων, με το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, ασφαλιστική σύμβαση, τόσο ως προς τα κονδύλια πληρωμής των αποζημιώσεων, που καταδικάστηκε ο ενάγων να καταβάλει και ήδη κατέβαλε, (βλ. τις από ... εξοφλητικές αποδείξεις), στον παθόντα τρίτο Ζ, όσο και ως προς τους τόκους, τα επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα, καθώς και τα έξοδα περί την εκτέλεση, μολονότι δε από το τέλος του έτους 1999, μέσα στο οποίο επιδόθηκε, από τον άνω ζημιωθέντα τρίτο, η παραπάνω, από 30-7-1999 αγωγή, στον ενάγοντα (24-8-1999) και μέχρι το χρόνο της επίδοσης της κρινόμενης, από τη σύμβαση ασφαλίσεως αγωγής του τελευταίου (ενάγοντα), στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, την 24-3-2005, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τετραετίας, δεν έχει αυτή (επίδικη αξίωση) παραγραφεί, αφού η τελευταία (εναγομένη) παρέσχε κατά τα προαναφερθέντα, νομική προστασία στον ενάγοντα και ασφαλισμένο της. Ειδικότερα, παρέσχε νομική υποστήριξη σ' αυτόν (ενάγοντα), προς απόκρουση της από 30-7-1999 αγωγής του παθόντος τρίτου με την παράσταση, ως ομοδίκων, αλλά και με την άσκηση στη συνέχεια, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της (εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας) της από 9-4-2003 έφεσης, κατά της υπ' αριθμ. 4610/2003 απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της άνω αγωγής, στον πρώτο βαθμό, για λογαριασμό τόσο του ήδη ενάγοντα ασφαλισμένου της, τότε πρώτου εκκαλούντα, όσο και για λογαριασμό της ίδιας ήδη εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, τότε τρίτης εκκαλούσας, καθώς και με τη συμμετοχή της, την 19-2-2004, στη συζήτηση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, της έφεσης εκείνης, στην οποία εκπροσωπήθηκαν και οι δύο, ως άνω εκκαλούντες και ήδη αντίδικοι, με τον ίδια πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας. Τα παραπάνω προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον ενάγοντα σε αντίγραφο πρακτικά, που τηρήθηκαν, κατά τη συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθώς και από το νόμιμα προσκομιζόμενο, με επίκληση, από τον ίδιο (ενάγοντα), αντίγραφο της υπ' αριθμ. 1393/2004 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της άνω έφεσης, στα προεισαγωγικά της οποίας, στην πρώτη σελίδα, προκύπτει η εκπροσώπηση των τότε εκκαλούντων και ήδη αντιδίκων, από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο. Σύμφωνα λοιπόν με τα προεκτεθέντα, παρέσχε, η τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, νομική προστασία και υποστήριξη, στον ενάγοντα, σε όλα τα στάδια του, κατά του ζημιωθέντος τρίτου, πιο πάνω δικαστικού αγώνα, από την όλη δε προαναφερόμενη συμπεριφορά της, καταδείκνυε ότι αναγνώρισε την αξίωση αυτή του ενάγοντος δανειστή, συμπεριφορά μάλιστα, την οποία αυτή (εναγομένη) επιδείκνυε πριν τη συμπλήρωση της παραγραφής, δηλαδή το τέλος του έτους 2003, αρχομένης, κατά τα προεκτεθέντα, αυτής (παραγραφής) το τέλος του έτους 1999, με συνέπεια να διακοπεί η παραγραφή της επίδικης αξίωσης, η οποία και για το λόγο αυτό δεν έχει συμπληρωθεί.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η αντένσταση του ενάγοντα, περί διακοπής της παραγραφής της πιο πάνω αξιώσεώς του, κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και στη συνέχεια, να απορριφθεί, ως κατ' ουσία αβάσιμη, η προβαλλόμενη από την ίδια (εναγομένη) ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης, οπότε και υποχρεούται αυτή (εναγομένη) να καταβάλει τα, ως άνω ποσά, στον ενάγοντα, ασφαλισμένο της, βάσει της μεταξύ τους ισχυράς και εγκύρου ασφαλιστικής σύμβασης". Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, εφαρμοστέο δίκαιο είναι αυτό του ν. 2496/1997, αφού η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση συνάφθηκε μεν πριν από την κατά τα ανωτέρω δημοσίευση του νόμου αυτού, η ασφαλιστική όμως περίπτωση επήλθε την 24-8-1999, που επιδόθηκε στον ενάγοντα-ασφαλισμένο η από 30-7-1999 αγωγή, ήτοι μετά εξάμηνο από την έναρξη της ισχύος του και επομένως, ήταν εφαρμοστέα, στην προκείμενη περίπτωση η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 2426/1997 και όχι το άρθρο 195 του ΕμπΝ, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Με την παραδοχή δε ότι η αναιρεσείουσα παρέσχε την αναφερόμενη παραπάνω νομική υποστήριξη στον αναιρεσίβλητο, προς απόκρουση της αγωγής, τόσο στο πρωτοβάθμιο, ως ομόδικος, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, οπότε ασκήθηκε η με αριθμό καταθέσεως 1425/2003, από 9-4-2003 έφεση της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Π, καταδείκνυε ότι αναγνώρισε την αξίωση αυτή του ενάγοντος δανειστή. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Εφετείο στις 19-2-2004 τόσο η αναιρεσείουσα, όσο και ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκαν, ως εκκαλούντες, με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Π. Η αναιρεσείουσα αορίστως αιτιάται ότι "κατά το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου η αξίωση του ασφαλισμένου είχε υποκύψει στην τριετή παραγραφή, άλλως 4ετή...στις 31-12-2002, άλλως 31-12-2003". Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω περί παραγραφής και διακοπής της παραγραφής ουσιαστικές διατάξεις, με την παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της αντένστασης περί διακοπής της παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 260 ΑΚ, με την αναγνώριση της ένδικης αξιώσεως από την αναιρεσείουσα, με τους τρόπους που προαναφέρθηκαν, πριν τη συμπλήρωση της τετραετούς παραγραφής, δηλαδή πριν το τέλος του έτους 2003. Ο χρόνος της παραγραφής άρχισε το τέλος του έτους 1999. Η νομική υποστήριξη της αναιρεσείουσας, ως ομοδίκου, στον πρώτο βαθμό και η αναγνώριση στο δεύτερο βαθμό με την από κοινού άσκηση της από 9-4-2003 έφεσης, έλαβαν χώρα πριν από τη συμπλήρωση της τετραετίας και έτσι επήλθε διακοπή της παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 260 ΑΚ. Με την από κοινού άσκηση της από 9-4-2003 έφεσης υφίσταται συνδρομή ταυτότητας πληρεξουσίου δικηγόρου για την ασφαλίστρια-αναιρεσείουσα και τον αναιρεσίβλητο-ασφαλισμένο, έλαβε δε χώρα η αναγνώριση της επίδικης αξιώσεως από την αναιρεσείουσα, με τον τρόπο αυτόν, πριν από το τέλος του 2003 (ΑΠ 1275/2009). Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αντένσταση του αναιρεσιβλήτου, περί διακοπής της παραγραφής της πιο πάνω αξιώσεώς του κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και στη συνέχεια να απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμη την προβαλλόμενη από την ίδια ένσταση της παραγραφής της επίδικης αξίωσης, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ. Παράλληλα, από τις ως άνω παραδοχές προκύπτει ότι η πληττόμενη απόφαση διέλαβε στην απόφασή της επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο στα ουσιαστικά ζητήματα της παραδοχής της αντένστασης του αναιρεσιβλήτου, περί διακοπής της παραγραφής, ως κατ' ουσίαν βάσιμης και συνακόλουθα την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της ένστασης της παραγραφής της αναιρεσείουσας, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α και 14 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι ο αναιρεσίβλητος προέβαλε αόριστα την ως άνω αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής. Ο λόγος όμως αυτός, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, γιατί δεν ιστορείται ποιο ήταν το περιεχόμενο αυτής (αντενστάσεως) στο δικαστήριο της ουσίας και ως προς ποιο σημείο δεν ήταν πλήρης. Αλυσιτελώς προβάλλει η αναιρεσείουσα το λόγο ότι το περιεχόμενο της αντένστασης έπρεπε να περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των προσκομιζομένων εγγράφων, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις, που κατέθεσε, επί της έδρας, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρότεινε την ένσταση της παραγραφής. Κατόπιν τούτου παραδεκτά ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με δήλωση της πληρεξουσίας του δικηγόρου στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκε σε συνημμένο πρόσθετο σημείωμα, προέβαλε την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής, δια της εκ μέρους της εναγομένης αναγνωρίσεως της αξιώσεώς του κατ' αυτής από την ασφαλιστική σύμβαση, Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία κατά τη διάρκεια της δίκης επί της πιο πάνω, με αριθμό καταθέσεως 27469/1999, αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου, Ζ, περί αποζημιώσεώς του, παρείχε σ' αυτόν (ήδη ενάγοντα) νομική συνδρομή και υποσχέθηκε σ' αυτόν, αφενός μεν ότι θα καταβάλει οποιοδήποτε ποσό επιδικασθεί στον ενάγοντα εκείνο, αφετέρου δε ότι θα συνεχίσει να του παρέχει νομική συνδρομή και στην κατ' έφεση δίκη, όπως και πράγματι συνέβη, δεδομένου ότι η έφεση, με αριθ. καταθέσεως 1425/2003, ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, για λογαριασμό τόσο του ίδιου (ενάγοντος) και του ήδη αποβιώσαντος πατέρα αυτού, όσο και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, εκπροσωπήθηκαν δε τόσο ο ίδιος όσο και η εναγομένη, τότε εκκαλούντες, στις 19-2-2004, στο Εφετείο με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο Π. Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-11-2008 αίτηση της PERSONAL INSURANCE ΑΕ για αναίρεση της 2019/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Iανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ