Legislator Case Law & Legislation
232/2009 AI generated

232/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 232/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 15 Φεβρουαρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5425/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 7185/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

232/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 25/1994, ΑΠ 808/2004, ΑΠ 1125/1993, ΑΠ 1114/1990). Εξ άλλου, η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, δεν προβλέπεται ρητά από τον ΑΚ, ισχύει όμως, διεπόμενη από το άρθ. 361 του ίδιου κώδικα, το οποίο παρέχει ελευθερία σύναψης, ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων, δεσμευτικά για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενο τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 232 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 232/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ροκοφυλλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Σπαλιάρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 15 Φεβρουαρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5425/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 7185/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 16 Μαΐου 2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Εφ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, και η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θ' απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (Ολ.

ΑΠ 25/1994, ΑΠ 808/2004, ΑΠ 1125/1993, ΑΠ 1114/1990). Εξ άλλου, η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, δεν προβλέπεται ρητά από τον ΑΚ, ισχύει όμως, διεπόμενη από το άρθ. 361 του ίδιου κώδικα, το οποίο παρέχει ελευθερία σύναψης, ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων, δεσμευτικά για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενο τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη.

Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 873 του ΑΚ αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται σε αντίθεση με εκείνη, κατ' αρχή άτυπα, και ιδρύει νέα ενοχική σχέση που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκειμένη αιτία (όταν αυτό θελήσουν οι συμβαλλόμενοι και δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μίας υπάρχουσας έννομης σχέσης που διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα), με συνέπεια αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του να μη μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 11/2005, ΑΠ 779/2004).

Εάν δε σκοπός της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους είναι, μεταξύ άλλων, και ο καθορισμός του ύψους της οφειλής, δεν επιτρέπεται η επάνοδος των μερών στο ύψος της οφειλής, αφού το ύψος εκείνου που αναγνωρίσθηκε με την αιτιώδη αναγνώριση είναι το εφεξής οφειλόμενο. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων τ' ακόλουθα:

Ο εφεσίβλητος Ψ που μέχρι το έτος 1990 ήταν κάτοικος Αμερικής είχε στενή φιλική σχέση με την εκκαλούσα και τον αποβιώσαντα σύζυγο της Α, με τους οποίους ο ίδιος και η σύζυγος του, Α είχαν αναπτύξει συχνές φιλικές, οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις δημιουργώντας έτσι μεταξύ τους δεσμούς αγάπης και απόλυτης εμπιστοσύνης.

Στη συνέχεια ο εφεσίβλητος και θέλοντας να ενισχύσει οικονομικά το ζεύγος Χ-Α, λόγω ότι επιθυμούσαν την εποχή εκείνη να ξεκινήσουν μια δική τους επιχείρηση, άρχισε να καταβάλλει σ' αυτούς από το έτος 1985 διαδοχικά μέχρι τέλους του έτους 1990 λόγω δανείου, διάφορα, ποσά τα οποία από κοινού θα του επέστρεφαν, χωρίς να συμφωνήσουν συγκεκριμένο χρόνο απόδοσης των διαδοχικών τούτων ποσών που εισέπρατταν.

Κατ' αυτό τον τρόπο μέχρι τέλος του 1990 ο εφεσίβλητος δάνεισε στην εκκαλούσα και το σύζυγο της το συνολικό ποσό των 16.000.000 δρχ, ποσό το οποίο αναγνώρισαν ότι είχαν λάβει μέχρι τότε και συμφώνησαν να αποπληρώσουν με το νόμιμο τόκο 22 %. Τα παραπάνω εναρμονίζονται πλήρως και με τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Ο εφεσίβλητος προς εξυπηρέτηση της εκκαλούσας και του συζύγου της λόγω του ότι ο ίδιος δεν κατοικούσε μόνιμα τη εποχή εκείνη στην Ελλάδα και με σκοπό να τους χορηγεί άμεσα τα χρήματα που χρειάζονταν υπέγραψε την από 4-4-1998 εξουσιοδότηση η οποία νόμιμα επαναπροσκομίζεται, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας εξουσιοδότησε την εκκαλούσα και τον σύζυγό της να μπορούν, είτε ο καθένας χωριστά είτε από κοινού, να αναλαμβάνουν από το με αριθμό ......

λογαριασμό συναλλάγματος της Τράπεζας Επαγγελματικής Πίστης (Υποκαταστήματος ......) μέχρι το ποσό των 3.000.000 δρχ και όχι παραπάνω. Όπως προκύπτει από την νομίμως επαναπροσκομιζόμενη από 2-5-1998 απόδειξη είσπραξης της παραπάνω τράπεζας και βάσει της εν λόγω εξουσιοδότησης η εκκαλούσα και ο σύζυγος της δραχμοποίησαν από τον εν λόγω λογαριασμό συναλλάγματος το ποσό των 3.000.000 δρχ, το οποίο όπως αποδεικνύεται από την επαναπροσκομιζόμενη από 2-5-1988 απόδειξη είσπραξης της παραπάνω Τράπεζας και την έκδοση ισόποσου επιταγής σε διαταγή της Τράπεζας Εργασίας (Υποκατάστημα ......), έλαβε η εκκαλούσα και ο σύζυγος της ή τρίτα πρόσωπα κατ' εντολή τους.

Ομοίως σε προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα 19-12-1986 όπως προκύπτει από την επαναπροσκομιζόμενη βεβαίωση Αγοράς Συναλλάγματος της Τράπεζας Επαγγελματικής πίστεως δραχμοποιήθηκε από την αδελφή το εφεσιβλήτου ποσό 2.240.160 δραχμών, από το οποίο ποσό 2.000.000 δρχ. δόθηκε στην εκκαλούσα, που κατέθεσε αυθημερόν στον υπ' αριθμόν ......, λογαριασμό, όπως προκύπτει από τη νομίμως με επαναπροσκομιζόμενη ......

απόδειξη είσπραξης της ως άνω Τράπεζας. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την από 7-1-1987 βεβαίωση Αγοράς Συναλλάγματος της ίδιας τράπεζας ο εφεσίβλητος δραχμοποίησε από τον ως άνω λογαριασμό του ποσό 2.298.400 δραχμών, από το οποίο ποσό 2.200.000 δρχ δόθηκε στον σύζυγο της εκκαλούσας, που κατέθεσε αυθημερόν στον υπ' αριθμόν ......

λογαριασμό, όπως προκύπτει από την νομίμως επαναπροσκομιζόμενη ...... απόδειξη είσπραξης της ως άνω τράπεζας. Το υπόλοιπο ποσό του ανωτέρου δανείου εκ δραχμών 8.800.000 (16.000.800 - (3.000.000 + 2.000.000 + 2.200.000) = 8.800.000, δόθηκε από τον εφεσίβλητο στην εκκαλούσα και τον αποβιώσαντα σύζυγό της, σύμφωνα και με την κατηγορηματική προς τούτο κατάθεση του μάρτυρα του εφεσίβλητου, Γ, τμηματικά σε τρεις δόσεις σε μία εκ των οποίων (δόσεων), ποσού 3.450.000 δρχ, ήταν και ο ίδιος ως άνω μάρτυρας παρών στην εν λόγω συναλλαγή.

Εκ του ως άνω ποσού των 16.000.000 δραχμών, που η εκκαλούσα και ο σύζυγος της αναγνώρισαν το έτος 1990 ότι οφείλουν στον εφεσίβλητο και συμφώνησαν να το αποπληρώνουν σταδιακά με τον νόμιμο τόκο 22%, καταβλήθηκε στον εφεσίβλητο: α)το έτος 1991, επί συνολικού κεφαλαίου και τόκων που είχε ανέλθει στο ποσό των 19.520.000 δραχμών (16.000.000 δραχμές κεφάλαιο + 3.520.000 δραχμές τόκοι), καταβλήθηκε ποσό 3.120.000 δραχμές, με υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό εκ 16.400.000 δραχμών (16.000.000 δραχμές κεφάλαιο και 400.000 δραχμές τόκοι) β) το έτος 1992, επί συνολικού κεφαλαίου και τόκων που είχε ανέλθει στο ποσό των 19.920.000 δραχμών (16.400.000 υπόλοιπο δραχμές μεταφερόμενο + 3.520.000 δραχμές τόκοι επί του κεφαλαίου μόνο), η εκκαλούσα και ο σύζυγός της κατέβαλαν το ποσό των 2.920.000 δραχμών, με υπόλοιπο οφειλόμενο εκ 17.000.000 δραχμών (19.920.000 - 2.920.000 - 17.000.000) γ) το έτος 1993, επί συνολικού κεφαλαίου και τόκων που είχε ανέλθει στο ποσό των 20.520.000 δραχμών (17.000.000 δραχμές υπόλοιπο μεταφερόμενο + 3.520.000 δραχμές τόκοι επί του κεφαλαίου μόνο), η εκκαλούσα και ο σύζυγος της κατέβαλαν το ποσό των 820.000 δραχμών, με υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό εκ 19.700.000 δραχμών (20.520.000 - 820.000 = 19.700.000) δ) το έτος 1994, επί συνολικού κεφαλαίου και τόκων που είχε ανέλθει στο ποσό των 23.220.000 δραχμών (19.700.000 δραχμές υπόλοιπο μεταφερόμενο + 3.520.000 δραχμές τόκοι επί του κεφαλαίου μόνο), η εκκαλούσα και ο σύζυγος της κατέβαλαν το ποσό των 300.000 δραχμών, με υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό εκ 22.920.000 δραχμών (23.220.000 - 300.000 = 22.920.000) ε)για το έτος 1995, επί συνολικού κεφαλαίου και τόκων που είχε ανέλθει στο ποσό των 26.440.000 δραχμών (22.920.000 δραχμές υπόλοιπο μεταφερόμενο + 3.520.000 δραχμές τόκοι επί του κεφαλαίου μόνο), η εκκαλούσα και ο σύζυγος της κατέβαλαν το ποσό των 500.000 δραχμών, με υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό εκ 25.940.000 δραχμών (26.440.000 -500.000 = 25.940.000) στ) για το έτος 1996, επί συνολικού κεφαλαίου και τόκων που είχε ανέλθει στο ποσό των 29.460.000 δραχμών (25.940.000 δραχμές υπόλοιπο μεταφερόμενο + 3.520.000 δραχμές τόκοι επί του κεφαλαίου μόνο), ουδέν ποσό κατέβαλε η εκκαλούσα και ο σύζυγος της και ζ) το έτος 1997, επί συνολικού κεφαλαίου και τόκων που είχε ανέλθει στο ποσό των 32.980.000 δραχμών (29.460.000 δραχμές υπόλοιπο μεταφερόμενο+3.520.000 δραχμές τόκοι επί του κεφαλαίου μόνο), η εκκαλούσα και ο σύζυγος της κατέβαλαν το ποσό των 2.890.000 δραχμών, με υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό εκ 30.090.000 δραχμών (32.980.000-2.890.000 = 30.090.000) και ήδη 88.305, 21 €, εκ του οποίου έκτοτε ουδέν κατέβαλαν, παρά τις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις του εφεσίβλητου.

Τα παραπάνω εναρμονίζονται πλήρης με τις μαρτυρικές καταθέσεις και της Β, καθώς και των τέκνων από τον πρώτο γάμο του αποβιώσαντος συζύγου της εκκαλούσας, Δ και Ε που περιέχονται στις ανωτέρω προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τους. Περαιτέρω η προσπάθεια της εκκαλούσας να συνδυάσει, αρνούμενη τη λήψη του ένδικου δανείου, τις ανωτέρω χρηματικές συναλλαγές με τον εφεσίβλητο, με τον ισχυρισμό ότι αφορούσαν την συμμετοχή της συζύγου του τελευταίου Β, στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, "LISSAVON Ε.Π.Ε" την οποία ίδρυσε η ίδια (εκκαλούσα) μαζί με τον ΣΤ το έτος 1984, αγοράζοντας έξι (6) εταιρικά μερίδια αξίας 4.500.000 δραχμών, τα οποία ανερχόμενα σε 156 με κεφαλοποίηση των κερδών μεταβίβασε στη συνέχεια στην εκκαλούσα έναντι συνολικού τιμήματος των 4.410.000 δρχ, δεν μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο για διαφορετική κρίση, ούτε κρίνεται πειστική περί αποδείξεως του αντιθέτου, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός της εκκαλούσας και οι περί τούτου καταθέσεις των μαρτύρων της, δεν δικαιολογούν το περιεχόμενο της προγενέστερης της ανωτέρω εταιρικής συμμετοχής, από 4-4-1988 προαναφερόμενης εξουσιοδότησης του εφεσίβλητου προς την εκκαλούσα και τον σύζυγό της καθώς και τα προγενέστερα ποσά που έλαβαν από τον εφεσίβλητο.

Επιπλέον η εκκαλούσα, ερμηνεύοντας τα προσκομιζόμενα έγγραφα του εφεσίβλητου, ως αποδεικτικά κατάθεσης εκ μέρους αυτής και του συζύγου της χρημάτων στον ατομικό λογαριασμό του εφεσίβλητου και όχι λήψης διαδοχικών εκ μέρους της δανείων, δεν εξηγεί τον λόγο καταθέσεων αυτών αφού κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα οι τραπεζικές αυτές συναλλαγές, δεν είχε ακόμα επισυμβεί η συμμετοχή της συζύγου του εφεσίβλητου στην ως άνω εταιρεία της εκκαλούσας, ώστε να δικαιολογηθούν οι καταθέσεις αυτές ως, "δήθεν" καταβολές μερισμάτων προς την σύζυγο του εφεσίβλητου από την συμμετοχή της στα κέρδη της εν λόγω εταιρείας.

Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι η εκκαλούσα με τον σύζυγό της ελάμβαναν τα ανωτέρω χρηματική ποσά προς κοινή τους χρήση πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς την εναγομένη-εκκαλούσα κατά το ήμισυ όμως του οφειλομένου ποσού αφού η αιτούμενη παροχή είναι διαιρετή και οφείλεται κατ' ισομοιρία (άρθρο 480 ΑΚ) μετά την παραίτηση του ενάγοντος-εφεσιβλήτου από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον σύζυγο της εκκαλούσας".

Με τους τρεις πρώτους λόγους του αναιρετηρίου από τον αριθ. 11 περ. γ', 20 και 19 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αντίστοιχα: α) ότι δεν λήφθηκε υπόψη δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, β) ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο εγγράφου και γ) ότι η προσβαλλόμενη έχει ασαφείς αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το πως συνήφθη η ένδικη αγωγική σύμβαση δανείου. Και οι τρεις αυτοί λόγοι στηρίζουν το βασικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι δεν έχει συναφθεί ποτέ η ένδικη δανειακή σύμβαση. Η ορθή όμως κατά νόμο επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης "για τη συμφωνία του έτους 1990, με την οποία η αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της συμφώνησαν με τον αναιρεσίβλητο: 1) ότι του οφείλουν συνολικά το ποσό των 16.000.000 δρχ. και 2) ανέλαβαν την υποχρέωση να αποπληρώσουν σταδιακά το χρέος με το νόμιμο τόκο 22%, στο πλαίσιο της οποίας κατέβαλαν (τμηματικά κατά τα προαναφερθέντα) μέρος της οφειλής τους", με τα πιο πάνω περιστατικά που αφορούν προσδιορισμό του ύψους του οφειλόμενου ποσού και της αποπληρωμής που σταδιακά στο μέλλον, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, και δεν πλήττεται με το αναιρετήριο με κανένα λόγο και επομένως οι πιο πάνω τρεις λόγοι απόφασης κρίνονται αλυσιτελείς και απορριπτέοι.

ΙΙ.- Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι "συνέτρεχε λόγος απαράδεκτου στο να ληφθούν υπόψη μαρτυρικές καταθέσεις" τον ισχυρισμό δε αυτό επανέφερε στο Εφετείο με ειδικό λόγο έφεσης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό και τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης το Εφετείο τους απέρριψε εκ του πράγματος ως αβασίμους, αφού δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι "οι αντίδικοι είχαν αναπτύξει συχνές φιλικές οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις δημιουργώντας έτσι μεταξύ τους δεσμούς αγάπης και απόλυτης εμπιστοσύνης", γεγονός που δικαιολογούσε κατ' άρθ. 394 παρ. 1 περ.

α' την ανεξαρτήτως ποσού απόδειξη και με μάρτυρες, και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-1-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7185/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει και για τις προτ'σεις που κατέθεσε σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ