232/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated232/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου με τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ελέγχονται επίσης μόνο οι παραβιάσεις κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου. Περαιτέρω, κατα τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άνω άρθρου επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Full text
Απόφαση 232 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 232/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2. Η 1η παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Αντωνίου και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κλικίζο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7641/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-1-2007 αίτησή τους και με τους από6-11-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης ανέγνωσε την από 16-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του αριθμού 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος κατά τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση και την απώλεια των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο πεδίο του δικαίου εντάσσεται ο κανόνας αυτός.
Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αν η παράβαση αφορά κανόνα δικονομικού δικαίου, στο οποίο υπάγονται οι κανόνες, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, όπως είναι και οι διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, οι οποίες ορίζουν ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, κατά τρόπο σαφή, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, καθώς και αν αφορά όρο της πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και του κανονισμού πολυκατοικίας, υπαγομένης στο κατά το Ν. 3741/1929 καθεστώς της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους, αφού ηπράξη και ο κανονισμός αυτός αποτελούν συμβάσεις, που συνάπτουν οι συνιδιοκτήτες του ακινήτου (άρθρα 4 και 14 του Νόμου αυτού).
Εξάλλου με τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ελέγχονται επίσης μόνο οι παραβιάσεις κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου. Περαιτέρω, κατα τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άνω άρθρου επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποτελούν και οι λόγοι, κύριοι και πρόσθετοι, της εφέσεως, με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται , αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους λόγους της εφέσεως και τους απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο τόσο της αιτήσεως αναιρέσεως όσο και του δικογράφου των προσθέτων αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι με το να απορρίψει την προβληθείσα πρωτοδίκως και με λόγο εφέσεως επαναφερθείσα στο Εφετείο ένσταση αοριστίας της αγωγής, με την οποία ο αναιρεσίβλητος, με την ιδιότητα του διαχειριστή της πολυκατοικίας, αξίωσε την καταβολή αναλογουσών στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων κοινών δαπανών της οικοδομής, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με ανεπαρκή αιτιολογία, τη διάταξη του άρθρου 118 αριθ. 4 του ΚΠολΔ.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Εξάλλου, με τον τρίτο λόγο του κύριου αναιρετηρίου και τον τέταρτο λόγο του πρόσθετου δικογράφου προσάπτεται στην αναιρεσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω πρώτη αναιρετική πλημμέλεια (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), διότι με το να δεχθεί ότι η οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη της πρώτης αναιρεσείουσας βαρύνεται με τις κοινόχρηστες δαπάνες αποχετεύσεως, εισόδου και κλιμακοστασίου της πολυκατοικίας, ενώ η αποθήκη αυτή διαθέτει άλλο ξεχωριστό δίκτυο αποχετεύσεως και ξεχωριστή είσοδο και το κλιμακοστάσιο δεν είναι κοινό πράγμα και για εκείνη, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 5 στοιχ.
β' του Ν. 3741/1929, που αφορά την υποχρέωση της συνεισφοράς κάθε συνιδιοκτήτη στα κοινά βάρη, και τον όρο για τους κοινόχρηστους χώρους της πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, που αφορά την οικοδομή των διαδίκων, σε συνδυασμό προς το άρθρο 361 του ΑΚ. Οι λόγοι αυτοί, καθόσον μεν αφορά την παραβίαση της συστατικής της οροφοκτησίας πράξεως και του κανονισμού, είναι απαράδεκτοι, καθόσον δε αφορά τη διάταξη του Ν. 3741/1929 και του άρθρου 361 ΑΚ είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι σε αναληθή προϋπόθεση, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν δέχθηκε ότι το αποχετευτικό δίκτυο, η είσοδος και το κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας, στα οποία αφορούν οι ένδικες δαπάνες, δεν είναι κοινά πράγματα και για την ως άνω ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσείουσας, ήτοι ότι δεν ανήκουν κατά συγκυριότητα και σ' αυτή ως κυρία της ιδιοκτησίας αυτής, ώστε να μην έχει υποχρέωση συνεισφοράς στις δαπάνες συντηρήσεως των κοινών αυτών πραγμάτων.
Τέλος, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων προβάλλεται η πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τους πρόσθετους λόγους της εφέσεως ως άνω ισχυρισμό περί μη υποχρεώσεως της πρώτης αναιρεσείουσας ως κυρίας της οριζόντιας ιδιοκτησίας - αποθήκης προς συνεισφορά στις δαπάνες των πιο πάνω κοινών πραγμάτων της οικοδομής.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, έλαβε υπόψη και τον πιο πάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος κατ' ουσίαν, αφού, το Δικαστήριο εκείνο δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν περιστατικά ακριβώς αντίθετα από τα υποστηριζόμενα στον ισχυρισμό αυτό των αναιρεσειόντων..
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από την ανωτέρω διάταξη προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι από την αναφερόμενη προηγούμενη απόφασή του υπάρχει δεδικασμένο για το ότι οι καθοριζόμενες δαπάνες της νέας αγωγής, που αφορούν το σύστημα αποχετεύσεως, το κλιμακοστάσιο και την είσοδο της πολυκατοικίας, καθώς και την αύξηση του αποθεματικού είναι κοινόχρηστες και βαρύνουν και τους συνιδιοκτήτες αναιρεσείοντες, ενώ το δεδικασμένο αφορά μόνο το ποσοστό συμμετοχής των ιδιοκτησιών αυτών στις κοινόχρηστες δαπάνες. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι το από την προηγούμενη απόφασή του απορρέον δεδικασμένο αφορά μόνο τα ποσοστά συμμετοχής του κάθε αναιρεσείοντος στις κατ' είδος καθοριζόμενες δαπάνες της πολυκατοικίας, όχι όμως και το ότι οι ως άνω επίδικες νέες δαπάνες είναι κοινόχρηστες και βαρύνουν και εκείνους.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και όταν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί αν συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όχι όμως όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του εξ αυτών συναχθέντος και σαφώς διατυπωμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, όπως ορθά εκτιμάται από νοηματική άποψη το σχετικό περιεχόμενο της αποφάσεώς του, ότι μεταξύ των βαρυνουσών τους αναιρεσείοντες κοινόχρηστων δαπανών είναι και η με νομότυπη απόφαση της γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών αποφασισθείσα κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2000 έως 31-12-2004 αύξηση του αποθεματικού κατά το ποσό των 1000 ευρώ, που καταβλήθηκε, κι επομένως ο ισχυρισμός των αναιρεσειουσών, ότι το ποσό αυτό δεν συγκεντρώθηκε τελικά από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Με τον πέμπτο λόγο του κύριου αναιρετηρίου και τον δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος, του δικογράφου των προσθέτων πλήττεται η απόφαση για ανεπαρκή αιτιολογία στο παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, διότι δεν αναφέρεται σε αυτή η απόφαση της συνελεύσεως των ιδιοκτητών, η ημερομηνία λήψεως αυτής, το χρονικό διάστημα, που θα κάλυπτε το αποθεματικό και με ποια έννοια η ίδια αυτή απόφαση έχει ληφθεί νομοτύπως, όπως επίσης δεν αναφέρεται, αν ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί μη συγκεντρώσεως του ποσού της αυξήσεως του αποθεματικού από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες απορρίφθηκε ως μη νόμιμος ή ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Οι λόγοι αυτοί, καθόσον μεν αφορά την πρώτη αιτίαση, είναι απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες ελλείψεις της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται σαφώς, καθόσον δε αφορά τη δεύτερη αιτίαση είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο απέρριψε τον επίμαχο ισχυρισμό ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.
Ο ίδιος δε άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως του πρόσθετου δικογράφου κατά το μέρος, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν κληθεί να καταβάλουν τα χρήματα του αποθεματικού είναι πρωτίστως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προταθεί με λόγο εφέσεως κύριο ή πρόσθετο (Κ.Πολ.Δ. 562 παρ. 2).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ότι για την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος στα κοινόχρηστα μέρη και εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας καταβλήθηκαν στη ΔΕΗ μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα ποσά: α) για το δίμηνο 24-2- έως 27-4-1999 14.200 δραχμές και για το τετράμηνο 24-2-1999 έως 25-6-1999 11.600 δραχμές, β) για το τετράμηνο 25-6-1999 έως 25-10-1999 14.100 δραχμές και άλλες 10.000 δραχμές, γ) για το δίμηνο 25-10- έως 28-12-1999 14.600 δραχμές και για το τετράμηνο 25-10-1999 έως 24-2-2000 16.900 δραχμές, δ) για το δίμηνο από 24.2.2000 έως 24.4.2000 δρχ. 13.600 και για το τετράμηνο από 24.2.2000 έως 27.6.2000 δρχ. 13.100, ε) για το δίμηνο 26-10-έως 27-12-2000 14.100 δραχμές και για το τετράμηνο 26-10-2000 έως 23-2-2001 14.400 δραχμές, στ) για το δίμηνο 25-6 έως 23-8-2002 36,00 ευρώ και για το τετράμηνο 25-6-2002 έως 23-10-2002 37,00 ευρώ και ζ) για το δίμηνο 22-10 έως 19-12-2003 57 ευρώ και για το τετράμηνο 22-10-2003 έως 24-2-2004 50,00 ευρώ.
Από τις παραδοχές αυτές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει σαφώς, ότι η δαπάνη που αναφέρεται στο πρώτο δίμηνο είναι διαφορετική από εκείνη που αφορά το τετράμηνο και δεν υπολογίζεται δυο φορές η ίδια δαπάνη, διότι αφορούν δυο διαφορετικούς λογαριασμούς της ΔΕΗ, ενώ καθόσον αφορά την ως άνω υπό στοιχείο β' δαπάνη, το πρώτο ποσό αφορά το πρώτο δίμηνο 25-6 έως 25-8-1999, αλλά από προφανή παραδρομή αναφέρεται δύο φορές το τετράμηνο 25-6 έως 25-10-1999, παραδρομή που νοηματικά συνάγεται από το γεγονός ότι τα ποσά, που αφορούν το ίδιο αυτό τετράμηνο, είναι διαφορετικά και δεν υπολογίζεται δυό φορές η ίδια δαπάνη.
Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο μέρος, του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες όσον αφορά τα πιο πάνω κονδύλια, είναι αβάσιμος.
IV. Από τα άρθρα 552 και 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά τα οποία αναίρεση συγχωρείται μόνο κατά των οριστικών και τελεσίδικων αποφάσεων των δικαστηρίων της ουσίας το άρθρο 559 του αυτού Κώδικα, που απαριθμεί περιοριστικώς τους λόγους αναιρέσεως, που όλοι, πλην εκείνου του αριθμού 20, συνιστούν νομικές πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, και το άρθρο 562 του ίδιου Κώδικα, που θέτει γενικούς κανόνες του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως και ορίζει ειδικότερα στην παράγραφο 2 ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, πλην άλλων, για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, σαφώς προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος δεν αποτελεί τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας, δικάζει δε όχι την υπόθεση, αλλά την απόφαση και λαμβάνει ως βάση τη συζήτηση, όπως έχει διεξαχθεί στο δικαστήριο της ουσίας, χωρίς την παρεμβολή νέων στοιχείων, για τα οποία δεν είχε κληθεί να κρίνει αυτό, δεν είναι επιτρεπτή η προβολή ενστάσεων, που στηρίζονται σε λόγους αποσβεστικούς κατά νόμο της απαιτήσεως, που επιδικάστηκε, είτε οι λόγοι αυτοί γεννήθηκαν μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης (οψιγενείς) είτε προϋπήρξαν μεν αυτής, αλλά δεν είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά συνέπεια, ο έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ένσταση πενταετούς παραγραφής των επιδικασθεισών κοινόχρηστων δαπανών, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-10-1997 έως 2-3-2001, είναι απαράδεκτος, εφόσον οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες δέχονται, ότι δεν είχαν προβάλει την ένσταση αυτή, που φέρεται, ότι προϋπήρχε της αναιρεσιβαλλομένης, ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση αυτή και δεν συντρέχει η ως άνω υπό στοιχείο γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ εξαιρετική περίπτωση του ισχυρισμού που αφορά τη δημόσια τάξη, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
V. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-1-2007 αίτηση και τους από 6-11-2007 πρόσθετους λόγους των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 7641/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ