Legislator Case Law & Legislation
232/2007 AI generated

232/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 232/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 232 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

232/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 232 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
withdrawal of driving licence dismissal of traffic proceedings indefinite revocation of license driver licensing conviction acquittal of the driver disciplinary dismissal from office
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 232 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 232/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ (ΕΛΤΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Παυλάτο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δούναβη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1149/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 8557/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 23-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44 παρ.

1 και 7 και 8 του Ν. 1882/1990, οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υφιστάμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου του έκτακτου προσωπικού, που υπηρετούσε στο δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα, παρατάθηκαν αυτοδικαίως, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των νόμων 1735/1987, 1835/1989 και 1874/1990 ή άλλων ειδικών διατάξεων, μέχρι την 30.9.1990, εκτός των υφιστάμενων συμβάσεων ορισμένου χρόνου για την κάλυψη εποχιακών αναγκών και των συμβάσεων έργου, οι οποίες παρατάθηκαν μέχρι την 31.5.1990, ενώ, όσες εξ αυτών ήθελε κριθεί με τη διαδικασία της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου ότι καλύπτουν διαρκείς και πάγιες ανάγκες, παρατάθηκαν μέχρι την ίδια χρονολογία της 30.9.1990, από της οποίας και οι δύο κατηγορίες συμβάσεων λύονται αυτοδικαίως, χωρίς άλλη διατύπωση και δίχως αποζημίωση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 25 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 "με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων επαναπροσλαμβάνονται συμβασιούχοι των υπηρεσιών και νομικών προσώπων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου που απολύθηκαν κατά τις διατάξεις του ν. 1882/1990 άρθρο 44 παρ. 1, 7 και 8, εφόσον δεν επαναπροσλήφθηκαν σε υπηρεσία η νομικό πρόσωπο της παρ. 1 του παρόντος άρθρου όπου και να υπηρετούν........". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι δικαίωμα επαναπροσλήψεως βάσει του άρθρου 25 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 έχουν μόνο όσοι, υπαγόμενοι στη ρύθμιση του άρθρου 44 παρ. 1, 7 και 8 του Ν. 1882/1990, ως υπηρετούντες κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου τούτου (23.3.1990) με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου έκτακτου προσωπικού ή για την κάλυψη εποχιακών αναγκών ή με συμβάσεις έργου με τα προμνησθέντα νομικά πρόσωπα, απολύθηκαν κατά το εν λόγω άρθρο 44 του Ν. 1882/1990. Εξ ετέρου, όμως, η ισχύς του δεδικασμένου κατά τα άρθρα 321επ. Κ.Πολ.Δ. καταλαμβάνει και την κρίση, που εξέφερε το αρμόδιο δικαστήριο για κάθε έννομη σχέση, εφόσον η κρίση αυτή ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως, ασχέτως προς την πληρότητα ή όχι της γενόμενης διερευνήσεως των πραγματικών προϋποθέσεων της εν λόγω έννομης σχέσεως - ως εκ της εννοίας, ακριβώς, του δεδικασμένου, το οποίο καλύπτει και τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως, εκ της οποίας παράγεται (ΑΠ 1788/1999). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσελήφθη από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ (ΕΛ.ΤΑ.)" την 11.7.1990 ως καθαρίστρια στο Ταχυδρομικό Γραφείο ..., με σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία ανανεώθηκε μέχρι τις 15.11.1991. Με το από 30.5.1991 υπηρεσιακό σήμα του Υπουργού της Προεδρίας της Κυβερνήσεως προς τον Πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος απολύθηκε και με άλλους συναδέλφους της άσκησε την από 8.10.1991 αγωγή, η οποία έγινε δεκτή με την 1186/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή δέχθηκε, ότι οι συμβάσεις των τότε εναγόντων αποτέλεσαν ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και η καταγγελία που έγινε χωρίς τις διατυπώσεις του Ν. 3198/1955 ήταν άκυρη. Με την 1276/1993 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η αγωγή αυτή απορρίφθηκε, με την αιτιολογία ότι οι καταρτισθείσες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου των εναγόντων δεν κατέστησαν αορίστου χρόνου κατά το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920 και δεν ήταν άκυρες, διότι έγιναν για σπουδαίο λόγο, καθόσον με το ανωτέρω υπηρεσιακό σήμα δόθηκε η εντολή στον Πρόεδρο του αναιρεσείοντος να απολυθούν όλοι οι υπάλληλοι που απασχολούνταν με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η τύχη των οποίων ρυθμίζονταν από τις διατάξεις του άρθρου 44 του ν. 1882/1990 και του άρθρου 29 ν. 1943/1991 και δεν μπορούσαν να παραταθούν. Περαιτέρω η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, ότι από την ως άνω απόφαση (1276/1993) δημιουργήθηκε δεδικασμένο ως προς τον χαρακτήρα των συμβάσεων των εναγόντων, ως υπαγομένων στη ρύθμιση του άρθρου 44 του Ν. 1882/1990 και της απόλυσής τους, γι΄ αυτό, δεν ασκούσε επιρροή για την ύπαρξη του δεδικασμένου η ορθότητα ή όχι της αποφάσεως αυτής από την οποία παράγεται αυτό, ούτε η πληρότητα της διερεύνησης από αυτή της συνδρομής των πραγματικών προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 44 του Ν. 1882/1990, αλλά ούτε και η ορθότητα της θεμελιώσεως σπουδαίου λόγου καταγγελίας των ως άνω συμβάσεων εργασίας στο χαρακτήρα τους, ως υπαγομένων στη ρύθμιση της διατάξεως αυτής. Με τις παραδοχές αυτές επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να επαναπροσλάβει την αναιρεσίβλητη και να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, και είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως. Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ ότι στην προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διέλαβε αιτιολογίες, ότι η σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης υπάγονταν στο άρθρο 44 του Ν. 1882/1990, που αποτελούσε προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της αγωγής της και έτσι στερείται νόμιμης βάσης. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι ως προς το ζήτημα αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι παρήχθη δεδικασμένο από την 1276/1993 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Επομένως πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 8, κατ΄ ορθότερη εκτίμηση, και αριθμ. 11 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε. Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται ποία ήταν τα πράγματα, δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αν και παραδεκτώς προτάθηκαν, καθώς και ποία επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, ούτε εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη, ούτε προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.4.2006 αίτηση του Οργανισμού "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ (ΕΛΤΑ)" για αναίρεση της 8557/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ