Legislator Case Law & Legislation
232/2006 AI generated

232/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 232/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

232/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της και την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 232 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 232/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαβασιλείου.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρηστοπαντελή Παυλάτο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Απριλίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2063/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 7130/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 19 Ιουλίου 2002 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας διάβασε την από 4 Νοεμβρίου 2004 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεόδωρου Αποστολόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της και την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή της κατά τον ν. 2112/1920 αποζημίωσης είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που κατέστη απαιτητή. Από τη διάταξη αυτή, η οποία θεσπίζει εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του δικαιώματος καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης και αποσκοπεί στην εκκαθάριση μέσα σε βραχύ χρονικό διάστημα των αξιώσεων αποζημίωσης απόλυσης, συνάγεται ότι, με την υποβολή της σχετικής αγωγής του εργαζομένου εντός της ως άνω αποκλειστικής προθεσμίας, εκπληρώνεται ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, αφού αποσαφηνίζονται οι αξιώσεις του μισθωτού και γνωστοποιούνται εγκαίρως στον εργοδότη.

Συνεπώς, μετά τη δι' αυτού του τρόπου άρση της αβεβαιότητας ως προς την προβολή των σχετικών αξιώσεων του μισθωτού, δεν γεννάται ζήτημα συμπληρώσεως της αποσβεστικής προθεσμίας του εξαμήνου κατά τη διάρκεια της επιδικίας, αφού δεν μπορεί στην περίπτωση αυτή να τύχει ανάλογης εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 261 του ΑΚ.

Εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη ότι με το έκτακτο ένδικο μέσο της αναιρέσεως δεν εξετάζεται η ουσία της υποθέσεως, αλλά η νομιμότητα της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως και μάλιστα όχι για όλα τα νομικά σφάλματα αυτής, αλλά μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους στα άρθρα 559 και 560 του ΚΠολΔ λόγους, γίνεται φανερό ότι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση των ασκούμενων με την αγωγή αξιώσεων και αν ακόμη γεννήθηκαν μετά την άσκηση της αναιρέσεως δεν μπορούν να προταθούν στον Άρειο Πάγο και μόνο αν γίνει δεκτός κάποιος από τους προβαλλόμενους με την αναίρεση λόγους και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, θα ερευνηθούν οι ισχυρισμοί αυτοί από το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο θα επανεξετάσει την ουσία της υποθέσεως.

Ενόψει αυτών, ο ισχυρισμός που πρότεινε εμπρόθεσμα με τις προτάσεις της (άρθρ. 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) η αναιρεσίβλητη, ότι η ένδικη αγωγική αξίωση του αναιρεσείοντος για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης υπέκυψε στην προαναφερόμενη εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία κατά τη διάρκεια της επιδικίας, με την άπρακτη πάροδο χρόνου μεγαλύτερου του εξαμήνου από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (27-5-2002) μέχρι την κοινοποίηση αυτής στην αναιρεσίβλητη (16-9-2004) και είναι γι' αυτό απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, λόγω ελλείψεως του απαιτούμενου για την άσκηση και την συζήτηση αυτής έννομου συμφέροντος ανεξάρτητα από το γεγονός ότι είναι αβάσιμος για τον προαναφερόμενο λόγο, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.

Επομένως η αίτηση, που έχει ασκηθεί νόμιμα και είναι παραδεκτή, πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ). Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 22-8-1996 κατάσταση προσωπικού της αναιρεσίβλητης εταιρίας, αντίγραφο της οποίας, θεωρημένο από την Επιθεώρηση Εργασίας είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ο αναιρεσείων και από την οποία προέκυπτε ότι η αναιρεσίβλητη είχε δηλώσει τον αναιρεσείοντα ως εργαζόμενο με μειωμένο ωράριο στην επιχείρησή της, με την ειδικότητα του λογιστή και με αποδοχές 150.000 δραχμών, κατά το έτος 1996.

Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προσκόμισε πράγματι και επικαλέστηκε στο Εφετείο το ανωτέρω έγγραφο προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι συνέχισε να εργάζεται στην αναιρεσίβλητη και κατά το έτος 1996. Για το έγγραφο αυτό μάλιστα παραπονέθηκε ειδικά ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς του ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και για την απόκρουση τούτου ασχολήθηκε δια μακρών στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου η αναιρεσίβλητη.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας και από όλα τα έγγραφα που είχαν προσκομιστεί, από τη βεβαίωση αυτή όμως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη και η προαναφερόμενη κατάσταση προσωπικού, αφού στις αιτιολογίες του δέχεται ότι από τον Ιανουάριο του 1996 ο αναιρεσείων εκδήλωσε την πρόθεση του να αποχωρήσει από την εργασία του και να ασχολείται μόνο με την υπογραφή των λογιστικών και μισθοδοτικών καταστάσεων αντί αμοιβής 50.000 δραχμών κάθε φορά και έτσι έπαψε από τις αρχές του έτους 1996 να υποβάλλεται σε οποιαδήποτε νομική εξάρτηση από την αναιρεσίβλητη, ως προς τον χρόνο και τον τρόπο της εργασίας του, οπότε η τελευταία σύμβασή του ήταν αυτή της παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Όλα αυτά δέχθηκε το Εφετείο, χωρίς να αποκρούει την προκύπτουσα από την εν λόγω κατάσταση απασχόληση του αναιρεσείοντος, ως λογιστή, με μηνιαίες αποδοχές κατά το έτος 1996 ή να δίνει οποιαδήποτε εξήγηση για το περιεχόμενό της και δημιουργούνται γιαυτό σοβαρές αμφιβολίες για το αν την έλαβε υπόψη. Επομένως, κατά τον σχετικό βάσιμο πρώτο λόγο της αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7130/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ