Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations for damages from a past tort where the claim was time-barred.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment, ruling that the claim for damages was time-barred by the five-year statute of limitations. The appellant argued that the limitation period should not apply to future damages or that the lower court erred in its assessment, but the court found the injury's consequences were foreseeable at the time of the accident. Consequently, the court held that the claim had expired and rejected all grounds for appeal as inadmissible or unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 247, 251, 298, 914, 937 of the Civil Code; Article 268 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: In tort cases, the five-year statute of limitations runs from knowledge of the damaging consequences, and a final judgment on positive and consequential damages triggers a twenty-year limitation period, barring any claim for future damages if the initial injury was foreseeable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2328 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2328/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημητούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΝΙΡΝΜΠΕΡΓΚΕΡ ΑΛΓΚΕΜΑΙΝΕ ΦΕΡΖΙΧΕΡΟΥΝΓΚ Α.ΓΚΕ. (NURNBERGER ALLGEMEINE VERSICHERUNG A.G.)", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/10/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9337/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1227/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/9/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 1/9/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαία, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ α' ΑΚ, κατά την οποία, "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Κι' αυτό, γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα, όμως, αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαία, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (ΟλΑΠ 24/2003), δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή, κατ' άρθρο 261 ΑΚ.
Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες, των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά τη συνήθη των πραγμάτων πορεία, διότι οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται όμως αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, η παραγραφή αρχίζει, αφότου ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία.
Στην προκείμενη περίπτωση, δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 15 Αυγούστου 1980 ο μη διάδικος στην προκειμένη περίπτωση, ΑΑ, οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου, μάρκας ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ, το οποίο, κατά την προαναφερομένη ημερομηνία, ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, από την κυκλοφορία του, στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία με την προαναφερομένη επωνυμία, στάθμευσε το ανωτέρω αυτοκίνητό του στην κατωφερή οδό ..., του συνοικισμού της ..., του Δήμου της ..., χωρίς να φροντίσει για την ασφαλή σταθεροποίησή του, με αποτέλεσμα αυτό, μετά την, εκ του σημείου αυτού, απομάκρυνσή του, να κινηθεί, ανελέγκτως στην κατωφέρεια, να ανέλθει στο πεζοδρόμιο της παραπάνω οδού, να επιπέσει επί, του εκεί, ευρισκομένου, ανηλίκου τότε, ενάγοντος και να του προκαλέσει σοβαρές σωματικές βλάβες, που τον κατέστησαν, ιδία, ένεκεν της νεφρεκτομής και της σπληνεκτομής, στις οποίες αμέσως υπεβλήθη, ισοβίως ανάπηρο.
Κατ' ακολουθία του συμβάντος αυτού, ο ενάγων, νομίμως εκπροσωπούμενος από τους γονείς του, άσκησε εναντίον του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και της και εν προκειμένω εναγομένης ανώνυμης αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας, με την προαναφερομένη επωνυμία, την από 19 Ιουλίου 1985 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1.716/24 Ιουλίου 1985 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αιτούμενος, αφενός μεν την αποζημίωσή του για τις δαπάνες προς βελτιωμένη διατροφή του, που κατέστησε αναγκαία η κατάσταση της υγείας του, στην οποίαν είχε περιέλθει εκ του ατυχήματος, και δη γι' αυτές στις οποίες υποβλήθηκε και θα υποβάλλονταν κατά το από 15 Αυγούστου 1980 μέχρι τις 15 Αυγούστου 1987 χρονικό διάστημα και αφετέρου δε την κάλυψη της αποθετικής του ζημίας, λόγω της απώλειας των εισοδημάτων του.
Μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 3.097/1986 παρεμπίπτουσας αποφάσεως, με την οποία διατάχθηκε η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε επί της αγωγής αυτής η υπ' αριθμ. 352/30 Απριλίου 1991 οριστική απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, η οποία έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του τροχαίου συμβάντος τον εναχθέντα οδηγό και έκανε, ως προς αυτόν, δεκτή την προαναφερθείσα αγωγή, ως και ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και δη για μέρος μόνον του κονδυλίου της βελτιωμένης διατροφής για το αιτηθέν χρονικό διάστημα, ενώ απέρριψε αυτήν ως προς τη διάδικο εναγομένη ανώνυμη αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία με την προαναφερομένη επωνυμία, δεχθείσα τη συμπλήρωση της διετούς, υπέρ αυτής, παραγραφής, εκ της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 2 του Νόμου 489/1976.
Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε, σε βάρος των ιδίων, ως άνω, ήτοι του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της και εδώ εναγομένης ανώνυμης αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας, νέα, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αγωγή, την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 39.196/ΑΥ/2.731/1991 τοιαύτη, αιτούμενος την αποζημίωσή του για τις δαπάνες προς βελτιωμένη διατροφή του κατά το από 15 Αυγούστου 1987 μέχρι τις 14 Ιανουαρίου 1994 χρονικό διάστημα και αφετέρου την κάλυψη της αποθετικής του ζημίας, λόγω της απώλειας των εισοδημάτων του.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7.794/23 Μαρτίου 1995 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκανε αυτή δεκτή κατά ένα μέρος και, ειδικότερα, κάνοντας απλή μόνον μνεία της προηγηθείσας τοιαύτης, έκρινε εξ αρχής τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και ακολούθως καταδίκασε αμφότερους τους εναχθέντες, υπαίτιο οδηγό και εναγομένη ανώνυμη αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία, η οποία δεν πρόβαλε εκεί ανάλογη περί παραγραφής των σε βάρος της αξιώσεων, να καταβάλουν στον ενάγοντα, σε ολόκληρο, μέρος μόνον του αιτηθέντος κονδυλίου για βελτιωμένη, κατά το αιτηθέν χρονικό διάστημα, διατροφή.
Κατά των αποφάσεων αυτών δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα, με συνέπεια να έχουν καταστεί αμετάκλητες. Επακολούθησε και τρίτη, και συγκεκριμένα η με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 26.739/2001 αγωγή του ενάγοντος κατά μόνης, στην περίπτωση αυτή, της και εδώ εναγομένης ανώνυμης αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας, ενώπιον του ιδίου, ως άνω, Δικαστηρίου, με αίτημα και πάλι την αποζημίωσή του για τις δαπάνες προς καταβολή της βελτιωμένης διατροφής του, κατά το από 15 Αυγούστου 1994 μέχρι τις 15 Ιουλίου 1999 χρονικό διάστημα.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 26.739/2001 απόφαση του προαναφερομένου πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία, αποδεχόμενη το δεδικασμένο, ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που απορρέει από τις προαναφερθείσες αποφάσεις, έκανε εν μέρει αυτή δεκτή, επικυρώθηκε δε με την υπ' αριθμ. 3.226/2003 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση της εναγομένης ανώνυμης αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας.
Ήδη, με την κρινομένη από 16 Οκτωβρίου 2005 αγωγή του ο ενάγων ζήτησε από την εναγομένη ανώνυμη αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία αποζημίωση για τις δαπάνες προς βελτιωμένη διατροφή του, που κατέστησε αναγκαία η κατάσταση της υγείας του, στην οποία είχε περιέλθει εκ του ενδίκου ατυχήματος και δη γι' αυτές (δαπάνες) στις οποίες υποβλήθηκε και θα υποβάλλονταν κατά το από 16 Ιουλίου 1999 μέχρι τις 16 Οκτωβρίου 2006 χρονικό διάστημα.
Κατά την πρώτη συζήτηση της προκειμένης υποθέσεως, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η προαναφερομένη εναγομένη ανώνυμη αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία πρόβαλε νομίμως την, εκ της διατάξεως του άρθρου 937 του ΑΚ, ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξιώσεως, λόγω της παρόδου της πενταετίας από του συμβάντος, η οποία είχε συμπληρωθεί ήδη πριν από την έκδοση της πρώτης, κατά σειρά των, ως άνω, αποφάσεων και, σε κάθε περίπτωση, λόγω παρελεύσεως εικοσαετίας από του ατυχήματος, κατά ουσιαστική δε παραδοχή της ενστάσεως ταύτης το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή.
Εκ πάντων των προαναφερομένων και την προεκτεθείσα διαδρομή των γεγονότων προκύπτει, ότι η ένδικη αξίωση προβλήθηκε το πρώτον εν έτει 2005, με την άσκηση της ενδίκου αγωγής και ότι μέχρις εκδόσεως της προαναφερθείσης υπ' αριθμ. 7.794/1995 αμετακλήτου ήδη αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εκ της οποίας απορρέει δεδικασμένο σε βάρος του ενάγοντος (αλλά και μέχρι της εκδόσεως της προηγηθείσας υπ' αριθμ. 352/1991 τοιαύτης του ιδίου Δικαστηρίου), είχε παρέλθει χρόνος κατά πολύ μεγαλύτερος της πενταετίας από του συμβάντος.
Με δεδομένο δε το ομολογούμενο και δια του εφετηρίου δικογράφου γεγονός, ότι ο ενάγων γνώριζε, ήδη από της ημερομηνίας του συμβάντος ( 15 Αυγούστου 1980 ), την προκληθείσα ζημία, τον υπαίτιο της προκλήσεώς της και τους υπόχρεους προς αποζημίωσή του, παρέπεται, ότι η ένδικη αξίωση, όπως βασίμως ισχυρίσθηκε, υπέκυψε, σύμφωνα με όσα εκτενώς στην προηγηθείσα νομική σκέψη εκτίθενται και εν όψει του γεγονότος ότι ήταν, εν όψει της προπεριγραφείσας καταστάσεως της υγείας, στην οποία αμέσως μετά το ατύχημα περιήλθε ο ενάγων, προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, στην εκ της διατάξεως του άρθρου 937 του ΑΚ προβλεπομένη πενταετή, (αλλά ήδη και στην εικοσαετή τοιαύτη), παραγραφή, δεδομένου ότι δεν συνέτρεξε περίπτωση επιμηκύνσεώς της, κατ' άρθρο 268 του ΑΚ , αφού αυτή, κατά τον χρόνο της δημοσιεύσεως (23 Μαρτίου 1995) της, κατά τα άνω, υπ' αριθμ. 7.794/1995 αμετακλήτου ήδη αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, (αλλά και κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως (30 Απριλίου 1991), της προηγηθείσας υπ' αριθμ. 352/1991 τοιαύτης του ιδίου δικαστηρίου, είχε ήδη υποκύψει στη βραχυχρόνια, προβλεπομένη από την προμνησθείσα διάταξη, πενταετή παραγραφή.
Ενόψει τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε, αν και με άλλες αιτιολογίες, που αντικαθίστανται από αυτές της παρούσης, την αγωγή, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και, συνεπώς, η τα αντίθετα υποστηρίζουσα, με τους δύο (2) λόγους της, έφεση τύγχανε απορριπτέα". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 261, 270 , 268 και 937 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο στο ουσιώδες ζήτημα της πενταετούς παραγραφής, και της μη συνδρομής νομίμου περιπτώσεως διακοπής της.
Συνεπώς οι αντίθετοι λόγοι αναίρεσης, και συγκεκριμένα ο τέταρτος, κατά το πρώτος μέρος, από τον αριθ.1 και ο πέμπτος, κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αναιρετικές πλημμέλειες, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα, το Εφετείο ανελέγκτως δέχτηκε, ότι ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ζημίας και των υπόχρεων σε αποζημίωση στις 15-8-1980, οπότε άρχισε η κατά το άρθρο 937 ΑΚ πενταετής παραγραφή της αξιώσεως για ολόκληρη τη ζημία, που συμπληρώθηκε στις 15-8-1985.
Έκρινε δε η προσβαλλομένη ότι, αφού η βεβαίωση της καθόλου αξιώσεως με την 352/1991 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δημοσιεύτηκε στις 30-4-1991, δεν είναι εφικτή η λειτουργία του άρθρου 268 εδάφιο α ΑΚ, προκειμένου να αρχίσει νέα παραγραφή της ένδικης αξιώσεως ως εικοσαετής, γιατί η εκ του άρθρου 937 ΑΚ αρχική πενταετής παραγραφή είχε συμπληρωθεί στις 15-8-1985, ήτοι πολύ πριν από την άσκηση της ένδικης, από 16-10-2005 αγωγής, η οποία επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 3-11-2005.
Εφόσον η πληττόμενη απόφαση δέχεται ότι η αρχική πενταετής παραγραφή είχε συμπληρωθεί στις 15-8-1985, είναι αλυσιτελής ο λόγος περί διακοπής της παραγραφής, αφού δεν είναι εφικτή η λειτουργία των άρθρων 261 και 270 ΑΚ, περί διακοπής της παραγραφής με την έγερση μεταγενεστέρων της ημερομηνίας αυτής (15-8-1985), τριών αγωγών, των οποίων μάλιστα δεν προσδιορίζεται η ημεροχρονολογία, ο χρόνος καταθέσεως και επιδόσεως.
Επί των αγωγών αυτών ιστορείται, ότι εκδόθηκαν, υπό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι υπ' αριθ. 352/1991, 7794/1995 και 26739/2001 αποφάσεις του. Συνακόλουθα και η αιτίαση ότι, από τις 27-10-2003, που εκδόθηκε η 3116/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επικυρώθηκε η 26739/2001 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, μεσολάβησε χρονικό διάστημα μικρότερο της πενταετίας, είναι αλυσιτελής.
ΙΙ. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους λόγους εφέσεως περί δεδικασμένου και περί διακοπής της παραγραφής δια της εγέρσεως τριών προηγουμένων αγωγών και τους απέρριψε, με συνέπεια να μην υποπέσει στην πλημμέλεια από τους αριθμό 8β και όχι από 9γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος, με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την πληττόμενη απόφαση ότι απέρριψε τους δύο λόγους εφέσεως, περί διακοπής της παραγραφής και περί δεδικασμένου, όπως και ο τέταρτος, κατά το μέρος που αιτιάται ότι δεν έλαβε υπόψη την ένσταση περί διακοπής της παραγραφής, με την έγερση των τριών προηγουμένων αγωγών, αφού, με βάση τις ως άνω παραδοχές της, απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι από το Δικαστήριο οι ως άνω δύο λόγοι εφέσεως.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό της ότι οι προγενέστερες αποφάσεις δέχτηκαν σιωπηρά ότι οι από το τροχαίο ατύχημα της 15-8-1980 απορρέουσες αξιώσεις αποζημιώσεώς του ήταν μη προβλεπτές. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ενστάσεως περί παραγραφής και δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 469/1984), είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο λόγος αυτός.
Εξάλλου, το Εφετείο, με την παραδοχή ότι η δυσμενής συνέπεια από το ατύχημα ήταν, "ενόψει της προπεριγραφείσης καταστάσεως της υγείας, στην οποία αμέσως μετά το ατύχημα περιήλθε ο ενάγων, προβλεπτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων", εκ του πράγματος προκύπτει ότι έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε.
ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως προτείνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθ. 352/1991, 7794/1995, και 26739/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την υπ' αριθ. 3226/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, από το οποίο προκύπτει ότι ρητά οι αποφάσεις αυτές μνημονεύονται, δεν καταλείπετε αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 ΚΠολΔ, και 914, 929 ΑΚ συνάγεται, ότι η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε σε αγωγή για αποζημίωση σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου από αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο επί της νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία δίκης ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία του ενάγοντος που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο, για τον οποίο και επιδικάστηκε αποζημίωση.
Δεν αποτελεί όμως δεδικασμένο η απόφαση αυτή για ζημίες που ανάγονται σε μεταγενέστερο της πρώτης αγωγής χρόνο, κατά τον οποίο είναι δυνατόν η αδικοπραξία να εξακολουθήσει αναδίδουσα επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληφθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Ο λόγος είναι αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, οι παραδοχές του εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως (εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της κρίσιμης διατάξεως, λχ. 331, ΑΠ 1459/1997).
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, τι δέχθηκε το εφετείο ως περιεχόμενο και αίτημα της αγωγής και τι ως περιεχόμενο και διατακτικό της προηγηθείσας τελεσίδικης αποφάσεως (ΑΠ 297/1999). Επιπλέον, πρέπει να αναφέρεται ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε προταθεί, και μάλιστα νομίμως, στο δικαστήριο της ουσίας.
Αν ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος, η απόρριψή του σιγή δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1047/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους δεύτερο και έβδομο λόγους αναιρέσεως αιτιάται πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο ως προς τη μη προβλεψιμότητα μελλοντικών του αξιώσεων αποζημιώσεως, που προέκυπτε, σιωπηρώς, από τις προγενέστερες τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμούς 352/1991, 7794/1995 και 26739/2001 και κατά συνέπεια δεν υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή η ένδικη αξίωση.
Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως αόριστοι και απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα ως άνω αναγκαία για το ορισμένο και παραδεκτό της προβολής της ενστάσεως περί δεδικασμένου στα δικαστήρια της ουσίας. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αυτή δέχτηκε ότι "Εκ πάντων των προαναφερομένων και την προεκτεθείσα διαδρομή των γεγονότων προκύπτει ότι η ένδικη αξίωση προβλήθηκε το πρώτον εν έτει 2005, με την άσκηση της ενδίκου αγωγής και ότι μέχρις εκδόσεως της προαναφερθείσης υπ' αριθμ. 7.794/1995 αμετακλήτου ήδη αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εκ της οποίας απορρέει δεδικασμένο σε βάρος του ενάγοντος (αλλά και μέχρι της εκδόσεως της προηγηθείσας υπ' αριθμ. 352/1991 τοιαύτης του ιδίου Δικαστηρίου), είχε παρέλθει χρόνος κατά πολύ μεγαλύτερος της πενταετίας από του συμβάντος.
Με δεδομένο δε το ομολογούμενο και δια του εφετηρίου δικογράφου γεγονός, ότι ο ενάγων γνώριζε, ήδη από της ημερομηνίας του συμβάντος (15 Αυγούστου 1980), την προκληθείσα ζημία, τον υπαίτιο της προκλήσεώς της και τους υπόχρεους προς αποζημίωσή του, παρέπεται ότι η ένδικη αξίωση, όπως βασίμως ισχυρίσθηκε, υπέκυψε, σύμφωνα με όσα εκτενώς στην προηγηθείσα νομική σκέψη εκτίθενται και εν όψει του γεγονότος ότι ήταν, εν όψει της προπεριγραφείσας καταστάσεως της υγείας, στην οποία αμέσως μετά το ατύχημα περιήλθε ο ενάγων, προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, στην εκ της διατάξεως του άρθρου 937 του ΑΚ προβλεπομένη πενταετή (αλλά ήδη και στην εικοσαετή τοιαύτη) παραγραφή, δεδομένου ότι δεν συνέτρεξε περίπτωση επιμηκύνσεώς της, κατ' άρθρο 268 του ΑΚ, αφού αυτή, κατά τον χρόνο της δημοσιεύσεως (23 Μαρτίου 1995) της, κατά τα άνω, υπ' αριθμ. 7.794/1995 αμετακλήτου ήδη αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως "30 Απριλίου 1991", της προηγηθείσας υπ' αριθμ. 352/1991 τοιαύτης του ιδίου δικαστηρίου, είχε ήδη υποκύψει στη βραχυχρόνια, προβλεπομένη από την προμνησθείσα διάταξη, πενταετή παραγραφή ...".
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και όσων αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, σε κάθε περίπτωση, το δεδικασμένο από τις τελεσίδικες ως άνω αποφάσεις δεν καταλαμβάνει και τις ζημίες μεταγενέστερης περιόδου στη νέα από την αυτή αδικοπραξία δίκη. Επομένως δεν θεμελιώνονται οι διαλαμβανόμενοι στους δεύτερο και έβδομο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, και σε κάθε περίπτωση από τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης προκύπτει ότι είναι κατ' ουσία αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
V. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσής, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση το πόρισμα της πληττόμενης απόφασης ότι η δυσμενής συνέπεια από το ως άνω ατύχημα ήταν προβλεπτή και ότι η ένδικη αξίωση υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή, είναι σαφές. Λεκτέον ότι αν η ένδικη αξίωση ήταν μη προβλέψιμη δεν θα μπορούσε να καταληφθεί από το δεδικασμένο των αποφάσεων που αφορούσαν άλλα χρονικά διαστήματα.
Συνακόλουθα όλες οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-9-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 1227/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ