Court allows interest on interest claim but remands case due to lack of specific principal amount in the original lawsuit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially overturned the appellate court's decision regarding interest on interest claims. While the court found the procedural submission of the claim valid, it ruled the request lacked a specific principal amount because the original lawsuit did not specify the capitalized interest figure. Consequently, the judgment on interest on interest was annulled and the case remanded for further trial to determine the exact sum.
Legislator headnote
AI generatedArticles 655, 296(1) of the Civil Code; Interest on interest claims are procedurally admissible as cumulative requests but require a specific principal amount, necessitating remand if the original complaint fails to define the capitalized sum.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2326 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Μισθό αποτελεί και η αμοιβή που οφείλεται στον μισθωτό κατά νόμον ως αντάλλαγμα επιτρεπομένης απασχόλησής του σε ημέρα αργίας. Για την αμοιβή αυτή δήλη ημέρα καταβολής είναι η τελευταία ημέρα του μήνα στον οποίο παρασχέθηκε η επί μέρους εργασία, ώστε με μόνη την πάροδο της ημέρας αυτής οφείλεται έκτοτε τόκος υπερημερίας. Κατά τον κανονισμό κατάστασης του προσωπικού της ΔΕΗ, στην οποία έχει επεκταθεί η εφαρμογή της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας, οι μισθωτοί αυτής οφείλουν να εγασθούν και κατά την ημέρα ανάπαυσης, δικαιούνται, όμως, εφόσον δεν τους χορηγηθεί άλλη ημέρα ανάπαυσης, συμπληρωματική αμοιβή, η οποία στηρίζεται ευθέως στις διατάξεις του κανονισμού και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και επομένως τόκοι οφείλονται γι΄ αυτήν από το τέλος του αντίστοιχου μήνα. Ανατοκισμός. Προϋποθέσεις. Παραδεκτά σωρεύεται το σχετικό αίτημα στην αγωγή για την κύρια απαίτηση. Στοιχεία του ορισμένου του σχετικού αιτήματος.
Αριθμός 2326/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1895/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3608/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 4-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 655 του ΑΚ, στην σύμβαση εργασίας, "αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά...". Εξάλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διάταξης σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του ίδιου Κώδικα και 1 της 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν.3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή την σύμβαση στον μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του.
Έτσι μισθό με την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στον μισθωτό ως αντάλλαγμα επιτρεπόμενης απασχόλησης του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού. Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του ΑΚ, κατά τα ανωτέρω, δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την παρέλευση αυτής να γίνεται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδ.
α' του Κώδικα αυτού. Για την αμοιβή της επιτρεπόμενης εργασίας σε ημέρες αργίας δήλη ημέρα καταβολής αυτής σε μισθωτό που αμείβεται με μηνιαίο μισθό είναι η τελευταία ημέρα του μήνα στον οποίον παρασχέθηκε η επί μέρους αυτή εργασία, ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες, καθόσον, ειδικότερα, ο νόμος δεν διακρίνει μεταξύ μισθού υπό στενή και υπό ευρεία έννοια με περιορισμό της εφαρμογής των ως άνω κανόνων μόνο στον πρώτο, τα δε από το νόμο απαιτούμενα περαιτέρω περιστατικά για τον προσδιορισμό των πιο πάνω αξιώσεων του μισθωτού δεν ανάγονται στον καθορισμό της ημέρας καταβολής του, που είναι επακριβώς με βάση τους ορισμούς του νόμου καθορισμένη, αλλά στη γένεση και στο ύψος των αξιώσεων αυτών, δηλαδή σε περιστατικά πάντοτε ερευνητέα και μη αποκλείοντα την έννοια της δήλης ημέρας, ενώ το εκκαθαρισμένο της απαίτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του οφειλέτη, αλλ' απλώς το ανεκκαθάριστο της απαίτησης θα μπορούσε κατά περίπτωση να στηρίξει ένσταση καταλυτική, κατά το άρθρο 342 του ΑΚ, λόγω μη ύπαρξης υπερημερίας του οφειλέτη εξαιτίας έλλειψης υπαιτιότητας του, λόγω εύλογων αμφιβολιών του ως προς την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους (Ολ.ΑΠ 39-40/2002).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 παρ. 2 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού της Δ.Ε.Η., που διαλαμβάνεται στην από 4.10.1973 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε με την 2842/442/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως στο Φ.Ε.Κ. Β' 1274/25-10-1973, κυρώθηκε αναδρομικά με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, "επί απασχολήσεως του προσωπικού υπέρ τας κεκανονισμένας ώρας εργασίας ή κατά τας ημέρας της υποχρεωτικής κατά νόμον διακοπής της εργασίας ή κατά την νύκτα, τούτο δικαιούται συμπληρωματικής αμοιβής, βάσει της κειμένης νομοθεσίας".
Εξάλλου, με την 121167/258 της 26/29-1-1981 Κ.Υ.Α., που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Β' 52/29-1-1981, επεκτάθηκε η εφαρμογή της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας στο προσωπικό της Δ.Ε.Η., που αρχίζει από τη Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή (παρ. 1) και ορίσθηκαν, εκτός άλλων, αφενός ότι εξαιρείται από την εν λόγω ρύθμιση το προσωπικό των αναφερόμενων οργανικών κλιμακίων ή θέσεων απασχολήσεως (παρ. 2), στο οποίο, όμως, δεν ανήκει ο αναιρεσίβλητος, και αφετέρου ότι κατά την ημέρα της ανάπαυσης ο εργαζόμενος οφείλει να απασχοληθεί, αν κληθεί από την υπηρεσία, λόγω εξαιρετικής υπηρεσιακής ανάγκης, η οποία δεν μπορεί να αναβληθεί, οπότε του χορηγείται άλλη ημέρα ανάπαυσης καθοριζόμενη από την υπηρεσία, σε άλλη εργάσιμη ημέρα εντός της προσεχούς εβδομάδας, ενώ το Σάββατο δεν θεωρείται ως ημέρα αργίας (εξαιρέσιμη) και δεν καταβάλλονται στους απασχολούμενος κατά την ημέρα αυτήν οι προβλεπόμενες από την κείμενη νομοθεσία προσαυξήσεις (παρ. 4 στοιχ.
β' και γ'). Ακόμη, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 στοιχ. γ' του β.δ. 748/1966, οι διατάξεις για υποχρεωτική ανάπαυση κατά ημέρα Κυριακή και ημέρες αργίας δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών που απασχολούνται σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις, υπηρεσίες και εργασίες εν γένει παραγωγής, μετασχηματισμού και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος, φωταερίου, ατμού ή ατομικής ενέργειας.
Έτσι επιτρέπεται κατά τις ημέρες αυτές η εργασία των μισθωτών των αμέσως πιο πάνω εργοδοτών και επομένως επιτρέπεται κατά τις ημέρες αυτές και η εργασία των μισθωτών της Δ.Ε.Η., η οποία όμως υποχρεούται να καταβάλλει στο προσωπικό της, που παρέχει την εργασία του κατά τις εν λόγω ημέρες, χωρίς να του έχει χορηγηθεί άλλη ημέρα αναπαύσεως, κατά τα πιο πάνω (με βάση το άρθρο 10 παρ. 2 του Κανονισμού Καταστάσεως του Προσωπικού της) συμπληρωματική αμοιβή με βάση την κείμενη νομοθεσία, η αμοιβή δε αυτή στηρίζεται ευθέως στην προαναφερόμενη διάταξη του εν λόγω Κανονισμού, που έχει ισχύ νόμου και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (αρθρ. 904 επ.
ΑΚ), αφού η με την προαναφερόμενη διάταξη του ως άνω Κανονισμού γινόμενη παραπομπή στην κείμενη νομοθεσία αφορά, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποκλειστικά και μόνο τον τρόπο κατά τον οποίο θα υπολογίζεται η παραπάνω συμπληρωματική αμοιβή . Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση έφεσης εκ μέρους της ήδη αναιρείουσας, επί αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 3608/2008 απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) ΑΕ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1-6-1983 στην κατηγορία Τ5 με την ειδικότητα του οδηγού στην διεύθυνση υλικών μεταφορών και την 16-4-1985 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, εργασθείς με την ειδικότητα αυτή κατά το επίδικο χρονικό διάστημα σε βάρδιες, ότι λόγω της φύσης του αντικειμένου της εναγομένης ως επιχείρησης κοινής ωφέλειας συνεχούς λειτουργίας και των αυξημένων υποχρεώσεων της για την ομαλή και απρόσκοπτη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος σε όλη την χώρα ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση της πέραν του νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου του και κατά τις αναφερόμενες εκεί ημέρες Σαββάτου και Κυριακής κατά τα έτη 2000 έως 2004, χωρίς, όμως, να του χορηγηθεί αντίστοιχη ημέρα ανάπαυσης και χωρίς να του καταβληθεί η προβλεπομένη για την εργασία του αυτή συμπληρωματική αμοιβή, πλην της προσαύξησης 75% για την εργασία του κατά τις Κυριακές, την οποία ο ενάγων έλαβε, και ότι για την εργασία του αυτή κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές ο ενάγων εδικαιούτο να λάβει συνολικά, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το ποσό των 10.909,266 με το νόμιμο τόκο από την λήξη του μήνα, κατά τον οποίο κατέστη απαιτητό κάθε επί μέρους κονδύλιο.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα μεν δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις στηρίζονταν στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (αρθ. 904 επ. ΑΚ),αφού, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, επρόκειτο για αξιώσεις από αμοιβή για νομίμως παρασχεθείσα εργασία για Σάββατα και Κυριακές ερειδομένη ευθέως στην προαναφερομένη διάταξη του Κανονισμού της αναιρεσείουσας, αποτελούσα άρα μισθό, ορθά όμως κατ' αποτέλεσμα έκρινε ότι για τις αξιώσεις αυτές τόκος οφείλεται από το τέλος του μήνα, εντός του οποίου κάθε μερικότερη αξίωση κατέστη απαιτητή και επομένως ουδόλως παραβίασεν ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 341, 345, 346, 648, 649, 655, 904, 905 ΑΚ και 1 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955 ως προς την έναρξη τοκοφορίας των αξιώσεων αυτών.
Κατά συνέπεια και σύμφωνα με το αρθ. 578 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί ότι για τις επίδικες αξιώσεις τόκοι οφείλονται από την επίδοση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και όχι από τότε που κάθε μερικότερη αξίωση κατέστη απαιτητή.
II. Κατά την διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αντίθετα όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα .
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ., αν το δικαστήριο της ουσίας είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ο νόμος απαιτεί, για τη γέννηση του δικαιώματος είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής που υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής , ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου του άρθρου 296 παρ. 1 ΑΚ " για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο όμως περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολοκλήρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το Δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση".
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από τον δανειστή, σε αμφότερες όμως τις περιπτώσεις με τον πρόσθετο περιορισμό ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους (ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το Δημόσιο) και η συμφωνία καταρτίσθηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους (ή μιας χρήσης για το Δημόσιο), δηλαδή, αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια και μεγαλύτερη χρήση του κεφαλαίου και συνεπώς, εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή μιας χρήσης, αίτημα δε της αγωγής, με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκαση τους από την επίδοση της, αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν.
Περαιτέρω από την διάταξη αυτή προκύπτει ειδικότερα ότι για την γένεση της αξίωσης για τόκους τόκων δεν αρκεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο η άσκηση της κύριας αγωγής για τη νομιμότοκη καταβολή του οφειλομένου κεφαλαίου, όπως αρκεί κατ' άρθρο 346 ΑΚ η άσκηση της αγωγής αυτής για την γένεση τόκων επί του κεφαλαίου αυτού (η απαίτηση για τους οποίους είναι παρεπόμενη του κεφαλαίου που ζητείται με την αγωγή), αλλά απαιτείται, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, η άσκηση ξεχωριστής αγωγής για τους τόκους τόκων (με την συνδρομή των προϋποθέσεων που προαναφέρθηκαν), αφού το αίτημα καταβολής τόκων επί του ποσού των καθυστερουμένων τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κύριας απαίτησης, τούτο δε (ότι δηλ.
απαιτείται η άσκηση ξεχωριστής αγωγής) προδήλως με την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή, σύμφωνα με τα αρθ. 283 και 525παρ. 3 ΚΠολΔ, η υποβολή του αιτήματος για την καταβολή τόκων επί των τόκων το πρώτον με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις ή με πρόσθετο λόγο έφεσης (ΟλΑΠ 10/2007) και όχι ότι είναι απαράδεκτη η υποβολή με το δικόγραφο της αγωγής για την κύρια απαίτηση (αρθ. 218 παρ. 1 ΚΠολΔ) και του αιτήματος, με την αντίστοιχη βάση, για την καταβολή τόκων επί των καθυστερουμένων τόκων του κεφαλαίου (εφόσον συντρέχουν οι ως άνω ουσιαστικές προϋποθέσεις) οι οποίοι είναι ήδη δεδουλευμένοι (ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί), όπως οι τόκοι που οφείλονται λόγω της παρόδου της δήλης ημέρας προς εκπλήρωση οφειλομένης παροχής, αφού και στην περίπτωση αυτή ασκείται ιδία αγωγή για την απαίτηση αυτή.
Τέλος, από τα παραπάνω συνάγεται, ότι για να είναι ορισμένη η περί ανατοκισμού οφειλομένων τόκων αγωγή, πρέπει να περιέχει, σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, εκτός των άλλων, σαφή έκθεση α) του ποσού των δεδουλευμένων τόκων, τους οποίους οφείλει ο οφειλέτης β) της χρονικής περιόδου της τοκογονίας, η οποία θα πρέπει να είναι, κατ' ελάχιστο, περίοδος ενός έτους και γ) της ασκήσεως της αγωγής μετά την συμπλήρωση του ελαχίστου, κατά τα παραπάνω, χρονικού διαστήματος .
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με την από 10-6-2006 ένδικη αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε, εκτός των άλλων, το μεν να υποχρεωθεί η εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα ΔΕΗ ΑΕ να του καταβάλει, σύμφωνα με τα λεπτομερώς εκεί εκτιθέμενα, ως πρόσθετη αμοιβή για την παρασχεθείσα εργασία του κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές κατά τα έτη 2000-2004 το συνολικό ποσό των 15.025,55 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε αντίστοιχου μήνα, το δε να επιδικασθούν σ' αυτόν και τόκοι επί των τόκων του ως άνω κεφαλαίου των οφειλομένων μισθολογικών διαφορών από την επίδοση της αγωγής.
Το Εφετείο, στο οποίο η υπόθεση μεταβιβάσθηκε ύστερ' από έφεση της εναγομένης και τώρα αναιρεσείουσας, με την προσβαλλομένη απόφαση του έκρινε, κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία επιδικάσθηκαν στον αναιρεσίβλητο και τόκοι επί των τόκων του επιδικασθέντος μέρους του κεφαλαίου, και απορρίπτοντας σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας περί απαραδέκτου της υποβολής του αιτήματος αυτού με την αγωγή για την κύρια απαίτηση, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε το νόμο, άρα ότι το αίτημα αυτό παραδεκτά είχε υποβληθεί ως άνω σωρευτικά με την αγωγή για την κύρια απαίτηση.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 ΑΚ, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω του τρόπου υποβολής του αιτήματος ανατοκισμού και επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' αμφότερα τα σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 14 του αρθ. 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, πρέπει, όμως, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τρίτος (και τελευταίος ) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 14 του αυτού ως άνω άρθρου περί παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτης λόγω αοριστίας της σωρευθείσης αγωγής ανατοκισμού, η οποία προτάθηκε και με λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, αφού πραγματικά η αγωγή αυτή μη αναφέρουσα το ποσό των κεφαλοποιημένων τόκων, επί του οποίου ζητήθηκαν τόκοι, έπασχε από ποσοτική αοριστία.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της, δηλ. ως προς το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση τόκων επί των καθυστερουμένων τόκων, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά τούτο στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρθ. 580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3608|2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το ως άνω μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ