Legislator Case Law & Legislation
2325/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding evidence admissibility in labor dispute, upholding lower court's fact-finding.

Case Number 2325/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision in a labor dispute. The appellant argued that the lower court improperly considered witness testimonies from a criminal investigation file, claiming they were inadmissible. The court rejected this, ruling that the lower court lawfully considered all evidence presented during the labor proceedings, including documents from the criminal case, as the law permits such evidence in labor disputes regardless of its origin. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; The court determines the nature of the contractual relationship based on the substance of the case, and the lower court's evaluation of evidence, including documents from criminal proceedings, is not subject to appeal under Article 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
labor contract characterization admissibility of criminal evidence appeal admissibility lower court fact-finding legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1943
Article 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 671(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 674(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 663 et seq. of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2325 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2325/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Δήμο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", που εδρεύει στη ...και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ... ως ομορρύθμου μέλους της ως άνω εταιρείας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Ζλακώνη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 230/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-12-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 2-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του προς αυτές.

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.

Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, για να κριθεί -ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτήρα που έδωσαν- με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη . Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. α' του νόμου 2639/1998 "ρύθμιση εργασιακών σχέσεων..." η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφ' όσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας, ενώ κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου.

Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση και το περιεχόμενο τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση οι μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνίες δεν υποκρύπτουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην δε δεύτερη περίπτωση ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (άρθρο 338 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Τέλος, σύμφωνα με το αρθ. 3 της 146/1984 ΔΔΔΔ Αθηνών (που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 10262/1985 απόφαση Υπ. Εργασίας, ΦΕΚ Β' 17) σαν βοηθοί λογιστές θεωρούνται οι απασχολούμενοι με τις κατευθύνσεις και οδηγίες των υπεύθυνων λογιστών στα λογιστήρια για την τήρηση και ενημέρωση των λογιστικών βιβλίων, όπως και οι απασχολούμενοι με την σύνταξη καταστάσεων ή άλλων εγγράφων που έχουν ανάλυση και λογιστική διατύπωση οικονομικών πράξεων στενά συνδεομένων με λογιστικά βιβλία, στα οποία κατά πλήρη αντιγραφή ή περιληπτικά, αυτά καταχωρούνται κατόπιν, ασχέτως του χρησιμοποιουμένου μέσου (χειρόγραφο, χρήση ηλεκτρικής μηχανής) με τις οδηγίες υπεύθυνου λογιστού, είτε τηρούντες διάφορα στοιχεία χρησιμεύοντα στο λογιστήριο (τιμολόγια, διπλότυπα εισπράξεων, εξωλογιστικό ημερολόγιο, ημερήσιες καταστάσεις συναλλακτικών πράξεων, κλπ.) είτε απασχολούμενοι με την ενημέρωση καρτελλών ή καταμέτρηση εμπορευμάτων μη αποκλειόμενης και της ανάθεσης από τον εργοδότη εκτέλεσης απ' αυτούς και άλλων υπαλληλικών εργασιών για συμπλήρωση του νομίμου ωραρίου (άρθρ. 3 εδ.

β). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών (που συνεδρίασε στην μεταβατική έδρα της Χαλκίδας) κρίνοντας ύστερα από έφεση της ήδη αναιρεσείουσας επί αγωγής αυτής με αντικείμενο αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-4-1998 έως 4-12-2003 από την παροχή εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της βοηθού λογιστή στην επιχείρηση εμπορίας ιχθύων της 1ης αναιρεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρείας στην ...., στα πλαίσια σχετικής σύμβασης που είχε καταρτίσει με την τελευταία (δια του 2ου αναιρεσιβλήτου και εναγομένου ως ομορρύθμου εταίρου και εκπροσώπου αυτής), δέχθηκε με την προσβαλλομένη 94|2008 απόφαση του, ότι δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσείουσας) ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 4-12-2003 συνδεόταν με την 1η εναγομένη (και αναιρεσίβλητη) ετερόρρυθμη εταιρεία, ασχολούμενη με την εμπορία ιχθύων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εργαζόταν με την ειδικότητα της βοηθού λογιστή στο κατάστημα αυτής στην ..., ότι ειδικότερα η ως άνω εναγομένη είχε αναθέσει κατ' αποκλειστικότητα την τήρηση των λογιστικών βιβλίων της και την εκτέλεση του συνόλου των απαιτουμένων λογιστικών εργασιών σε εξωτερικούς συνεργάτες, οι οποίοι ουδέποτε συνεργάσθηκαν με την ενάγουσα για την διενέργεια λογιστικών εργασιών, εποπτεύοντας αυτήν ή παρέχοντας της οδηγίες, ότι καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα η ενάγουσα συνεργάσθηκε με την 1η εναγομένη με σύμβαση έργου (αμειβομένη με τ' αναφερόμενα στην αγωγή ποσά μηνιαίως), γεγονός που δεν επηρεάζεται, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης αυτής, από την μη τήρηση εκ μέρους της εναγομένης αυτής των διατυπώσεων του αρθ. 1 ν. 2639|1998, δηλ.

τον έγγραφο τύπο και την αναγγελία της στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, ότι ειδικότερα το έργο που είχε αναλάβει η ενάγουσα συνίστατο στην παραλαβή εκ μέρους της από το κατάστημα της 1ης εναγομένης τιμολογίων και την διαπίστωση με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς της οφειλής κάθε πελάτη της ως άνω εναγομένης, στην συνέχεια δε, μετά την διαπίστωση αυτή, στην σύνταξη και ενημέρωση των σχετικών καρτελών οφειλών των πελατών, δηλ.

εγγράφων ασχέτων με τα τηρούμενα από την 1η εναγομένη λογιστικά βιβλία, ότι κατά την εργασία της αυτή καθόριζε μόνη της τον χρόνο που χρειαζόταν, χωρίς να εποπτεύεται από κάποιον λογιστή, ότι αυτό που ενδιέφερε τους εναγομένους ήταν το τελικό αποτέλεσμα της εργασίας της ενάγουσας, δηλ. η σωστή ενημέρωση των καρτελών οφειλών, ότι κάποιες άλλες εξωτερικές εργασίες, όπως η πληρωμή διαφόρων χρηματικών οφειλών, η αγορά ειδών γραφείου, η έκδοση αποδείξεων είσπραξης, η θεώρηση τιμολογίων στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

τις οποίες διεκπεραίωνε η ενάγουσα, εντάσσονται στις ανειλημμένες υποχρεώσεις της στα πλαίσια της συναφθείσης σύμβασης έργου και δεν της προσδίδουν την ιδιότητα της βοηθού λογιστή, με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της ενάγουσας αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεχθέν ότι μεταξύ της αναιρεσείουσας και της 1ης αναιρεσίβλητης εταιρείας δεν υπήρχε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της βοηθού λογιστή αλλά σύμβαση έργου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις με ορθή υπαγωγή των γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πιο πάνω περιστατικών, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφαση του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό της φύσης της μεταξύ αυτών σύμβασης, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης : (Α) Πρώτος και δεύτερος από τον αριθμό 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση, προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες, αντίστοιχα, ότι περιέχει ως προς το ζήτημα αυτό ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Ειδικότερα, ουδεμία αντίφαση υπάρχει, όπως προβάλλεται με τον 2° λόγο αναίρεσης (αλλά ούτε και έλλειψη), μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης ότι (α) η 1η αναιρεσίβλητη από το 1998 και μετέπειτα συνεργαζόταν με εξωτερικούς συνεργάτες λογιστές, οι οποίοι ουδέποτε συνεργάσθηκαν με την αναιρεσείουσα για την εκτέλεση λογιστικών εργασιών, εποπτεύοντας και καθοδηγώντας αυτήν, και ότι (β) κατά το ίδιο διάστημα η αναιρεσείουσα προσέφερε υπηρεσίες στην 1η αναιρεσίβλητη, όπως η έκδοση αποδείξεων είσπραξης (και όχι τιμολογίων, όπως ανακριβώς αναφέρεται στον λόγο αυτόν, αφού τέτοια παραδοχή δεν περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση) ή η τήρηση χρεοπιστώσεων πελατών, χωρίς ν' αναφέρει και ότι οι υπηρεσίες αυτές παρέχονταν εκτός εταιρείας, αφού οι παραδοχές αυτές δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους και δεν αλληλοαποκλείονται. (Β) Τρίτος, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 1 του αυτού ως άνω άρθρου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι (α) εσφαλμένα δεν εφήρμοσε το τεκμήριο του αρθ. 1 ν. 2639)1998 περί ύπαρξης εξαρτημένης εργασίας λόγω μη γνωστοποίησης από την 1η αναιρεσίβλητη στην Επιθεώρηση Εργασίας της σύμβασης έργου της αναιρεσείουσας, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι το μαχητό αυτό τεκμήριο ανετράπη από τις προσκομισθείσες αποδείξεις και (β) οι συνθήκες εργασίας της αναιρεσείουσας προσδίδουν το στοιχείο της εξάρτησης.

Οι αυτοί ως άνω 1ος, 2ος και 3ος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον μέρος τους πλήττουν την αιτιολόγηση του σαφούς ως άνω αποδεικτικού πορίσματος και την εκτίμηση των αποδείξεων.

II. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατ' εκτίμηση αυτού από το αρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το δικαστήριο : (Α) Δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες εκεί "εκκαθαρίσεις" (έγγραφα), οι οποίες σύμφωνα με την γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του ...συμπληρώθηκαν από την αναιρεσείουσα, αφορούν δε το διάστημα για το οποίο η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι δεν υπήρχε σχέση εργασίας και (Β) Δέχθηκε αυθαίρετα και αναιτιολόγητα ότι η συνταχθείσα για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ...

με την οποία αποφάνθηκε ότι τ' αναφερόμενα εκεί τιμολόγια- δελτία αποστολής δεν είχαν συμπληρωθεί από την ενάγουσα, ήταν πειστικότερη από την συνταχθείσα για την αναιρεσείουσα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του ..., με την οποία αυτός αποφάνθηκε ότι τ' αναφερόμενα σ' αυτήν τιμολόγια συμπληρώθηκαν από την αναιρεσείουσα.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης (με τον οποίο, σημειώνεται, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση και την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του αρθ. 559 ΚΠολΔ, δηλ. για μη λήψη υπόψη προταθέντων απ' αυτήν πραγμάτων, ουδόλως, όμως, αναφέρει "πράγματα" που πρότεινε και δεν λήφθηκαν υπόψη, δεδομένου ότι δεν αποτελούν "πράγματα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους) πρέπει ν' απορριφθεί ως (α) αβάσιμος κατά το Α' σκέλος του, αφού από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μαρτύρων όπως περιλαμβάνονται στα σχετικά πρακτικά του, τις διασαφήσεις και τις επεξηγήσεις που έδωσαν οι μάρτυρες αυτοί και τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι εκεί αναφερόμενες ιδιωτικές εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά και (β) απαράδεκτος κατά το Β' σκέλος του, διότι πλήττει αποκλειστικά και μόνο την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

III. Σύμφωνα με το αρθ. 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Περαιτέρω, κατ' αρθ. 671 §1 εδ. α' ΚΠολΔ (που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, αρθ. 674§2 ΚΠολΔ) το δικαστήριο της ουσίας δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθ. 663 επ.

ΚΠολΔ) λαμβάνει υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, ακόμη και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, ειδικότερα δε κάθε είδους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που χρησιμεύουν σε έμμεση απόδειξη, μη λαμβανομένων υπόψη μόνο των πλαστών ή μη γνησίων εγγράφων, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων.

Επομένως, νομίμως λαμβάνονται υπόψη και έγγραφα ποινικής δικογραφίας. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη, όπως και η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις από 28-9-2005, 27-9-2005 και 2-6-2006 ένορκες καταθέσεις των ...,...

και ..., αντίστοιχα, ενώπιον της Πταισματοδίκη Χαλκίδας στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης που διατάχθηκε ύστερα από μήνυση του 2ου αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, για την οποία σχηματίσθηκε η Α05|1823 ποινική δικογραφία. Ο λόγος αυτός και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα πρέπει ν' απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι τα έγγραφα ποινικής δικογραφίας δεν υπάγονται σε κάποια από τις κατηγορίες των εγγράφων που δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-12-2008 αίτηση της ... για αναίρεση της 94|2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (που συνεδρίασε στην μεταβατική έδρα Χαλκίδας).

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ