Supreme Court dismisses appeal against bank's refusal to pay fees for lawyers under irregular employment contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three female lawyers against the National Bank of Greece's refusal to pay them fees for legal services rendered under an irregular employment contract. The lower court ruled that the bank was not obligated to pay because the lawyers lacked the fifteen years of service required for a valid fixed-term contract under the Code of Lawyers. The Court upheld this decision, rejecting the appellants' arguments that the bank's internal rules regarding contract validity were mandatory or that the irregularity rendered their services non-existent for compensation purposes.
Legislator headnote
AI generatedArt. 63 §§ 3, 4, 5 of Law 3026/1954; The Code of Lawyers establishes that periodic remuneration for legal services is valid only under a fixed-term contract, and the absence of the requisite fifteen years of service renders such a contract void, thereby negating the employer's obligation to pay fees for services rendered under that invalid arrangement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2323 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2323/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βλαστό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ζωγράφου - Ευθυμίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και της..., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την υπέρ αυτών πρόσθετη παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1701/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7847/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23-9-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 26-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ ... έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι, με επιμέλεια των αναιρεσειουσών, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, που άσκησε απλή πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Εφετείου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως μαζί με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου στην παραπάνω δικάσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 82 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ.
ΙΙ.- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 §§ 3, 4 και 5 ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, εκτός άλλων, ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις και εκείνες των άρθρων 1, 2 § 1, 38 και 44 του άνω Κώδικα των Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
και 713 ΑΚ, συνάγεται ότι η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη στον δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή (σχέση έμμισθης εντολής), που είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ρυθμίζεται από τον Κώδικα αυτόν και συμπληρωματικά από τους περί εντολής και συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών κανόνες του ΑΚ, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στον δημόσιο χαρακτήρα της σχέσεως.
Η εν λόγω παροχή υπηρεσιών από δικηγόρο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και επί της σχέσεως αυτής δεν εφαρμόζονται οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά, αν προσαρμόζονται προς τις άνω διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και δεν αντίκεινται στον δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος.
Κατά το άρθρο 94 § 1 του ως άνω ΝΔ "Δικηγόρος παρέχων τας υπηρεσίας αυτού κατά τους όρους του άρθρου 63 § 4, λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως... δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην...", ενώ κατά την § 2 του ίδιου άρθρου " Η κατά την § 1 αποζημίωση καταβάλλεται μειωμένη εις το ήμισυ εις δικηγόρους...
παρέχοντας τας υπηρεσίας αυτών προς τους εντολείς των κατά τους όρους του άρθρο 63 § 4 του παρόντος Κώδικος εν περιπτώσει οικειοθελούς αποχωρήσεως αυτών εκ της υπηρεσίας δι' οιονδήποτε λόγον, εφ' όσον έχουν συμπληρώσει εις τον αυτόν εντολέα τουλάχιστον δεκαπενταετή υπηρεσίαν...". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 32 του Οργανισμού των Υπηρεσιών της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν.δ. 2510/1953, κυρώθηκε με το από 26-9-1953 β.δ.
και έχει ισχύ νόμου, προκειμένου περί δικηγόρων, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην Τράπεζα, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και όχι αυτές του Οργανισμού, ενώ η εξέλιξή τους ρυθμίζεται από Κανονισμό, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 1 § 3 του πιο πάνω Οργανισμού καταρτίζεται με πράξη της Διοικήσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 9 § 1 του Κανονισμού Λειτουργίας της Διευθύνσεως Δικαστικού και του Νομικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας, ο οποίος έχει εγκριθεί και τροποποιηθεί με τις υπ' αριθμ. ... πράξεις του Διευθύνοντος Συμβούλου και, επομένως, έχει συμβατική ισχύ, "οι τακτικοί δικηγόροι της Τράπεζας προσλαμβάνονται με πράξη του Διευθύνοντος Συμβούλου...".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η βούληση της Τράπεζας για την πρόσληψη έμμισθου (τακτικού) δικηγόρου είτε εξαρχής είτε με μετάταξη από τους υπηρετούντες ήδη υπαλλήλους, που απέχτησαν τα αναγκαία προς τούτο τυπικά προσόντα, εκφράζει αποτελεσματικά ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής με ονομαστική κατά περίπτωση τυπική απόφασή του και χωρίς αυτήν (πράξη) δεν υπάρχει ολοκληρωμένη, σύμφωνα με το νόμο, βούληση της Τράπεζας.
Τούτο είναι σύμφωνο και με τη διάταξη του άρθρου 22 του Κωδ.Ν. 2190/1920, όπως τούτο ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της επικαλούμενης από τις αναιρεσείουσες σύναψης των επίδικων συμβάσεων, δηλαδή πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 10 § 4 του ν. 2339/1995, με την οποία ορίζεται ότι το διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, στη διαχείριση της περιουσίας της και στην επιδίωξη των σκοπών της γενικώς και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα στα οποία η εξουσία του Δ.Σ.
ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη του ή από τους διευθυντές της εταιρίας με ανάλογο περιορισμό της § 2 του άρθρου 18. Ο τρίτος στον οποίο μεταβιβάστηκε η εξουσία του Δ.Σ. είναι υποκατάστατός του και ενεργεί και αυτός ως όργανο εκπροσωπήσεως αντλώντας την εξουσία από το νόμο και το καταστατικό. Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 65, 67, 70 του ΑΚ, 63 § 4, 92 § 2 του Δικ.
Κώδικα προκύπτει ότι σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου συναφθείσα με πρόσωπο που δεν εκπροσωπεί νομίμως την ανώνυμη εταιρία στερείται κύρους και δεν τη δεσμεύει. Γι' αυτό σε περίπτωση αμφισβητήσεως του κύρους δικαιοπραξίας εξαιτίας ελλείψεως νόμιμης εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, ο επικαλούμενος το κύρος αυτής πρέπει να αποδείξει την κατάρτιση αυτής με το όργανο που εκπροσωπεί νόμιμα το νομικό πρόσωπο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγουσες προσελήφθηκαν από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλοι αυτής κα συγκεκριμένα, στις 10-4-1978 η πρώτη, 6-3-1978 η δεύτερη, 7-6-1977 η τρίτη και 2-1-1976 η τέταρτη.
Στη συνέχεια διορίστηκαν ως δικηγόροι στο Πρωτοδικείο Αθηνών τα έτη 1983, 1984, 1987 και 1985, αντίστοιχα. Στις ..., αντίστοιχα, η εναγομένη τοποθέτησε τις ενάγουσες στη Διεύθυνση Καταθέσεων και Ανάπτυξης Εργασιών, η οποία μετονομάσθηκε σε Διεύθυνση Εργασιών, ως υπαλλήλους έρευνας υποθηκοφυλακείου. Η εργασία την οποία προσέφεραν οι ενάγουσες στην παραπάνω Διεύθυνση συνίστατο στον ενδελεχή και ολοκληρωμένο έλεγχο τίτλο ιδιοκτησίας ακινήτων ατόμων ευρισκομένων σε συναλλακτικές σχέσεις προς την εναγομένη, δηλαδή στον έλεγχο των συμβολαίων, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να βεβαιωθεί η νόμιμη κτήση κυριότητας με αναμφισβήτητο και νομικά ανεπίληπτο τίτλο (ουσιαστικός και τυπικός έλεγχος, αιρέσεις, όροι, προθεσμίες, παραγραφές, δουλείες κλπ), καθώς και στον έλεγχο των υφισταμένων βαρών (υποθήκες, προσημειώσεις, αναγκαστικές κατασχέσεις κλπ).Μετά τον παραπάνω έλεγχο οι ενάγουσες συνέτασσαν αναλυτικό και πλήρες δελτίο ακίνητης περιουσίας για κάθε πελάτη της εναγομένης, ενώ κατά την ενάσκηση των ως άνω καθηκόντων τους απολάμβαναν, από άποψη χρονικών ορίων απασχόλησης, προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία.
Με τη ... πράξη του Διοικητή της εναγομένης το Τμήμα Έρευνας Υποθηκοφυλακείων εντάχθηκε στη Διεύθυνση Δικαστικού και ταυτόχρονα με τη ... όμοια πράξη (του Διοικητή της εναγομένης) οι ενάγουσες εντάχθηκαν στους τακτικούς δικηγόρους της παραπάνω Διεύθυνσης Δικαστικού. Αυτές παρέμειναν στην εν λόγω Διεύθυνση μέχρι την 1-11-2004 οι πρώτη και δεύτερη, την 15-12-2004 η τρίτη και την 31-12-2004 η τέταρτη, οπότε αποχώρησαν, συμμετέχοντας στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου που εφάρμοσε η εναγομένη το έτος 2004 και λαμβάνοντας ως κίνητρο από 70.000 ευρώ οι πρώτη και δεύτερη και από 60.000 ευρώ οι τρίτη και τέταρτη, όχι όμως και την προβλεπόμενη από το άρθρο 94 § 2 Κωδ.Δικηγόρων μειωμένη αποζημίωση.
Και τούτο γιατί, όπως η εναγομένη ισχυρίζεται, κατά την αποχώρησή τους δεν είχαν συμπληρώσει 15ετή παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, όπως απαιτεί η εν λόγω διάταξη. Οι ενάγουσες προς θεμελίωση της αγωγής τους ισχυρίζονται ότι και πριν την ένταξή τους η εναγομένη αναγνώριζε τη δικηγορική τους ιδιότητα, όπως προκύπτει από διάφορες ενέργειες οργάνων της, και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική η συμπεριφορά της να μην αναγνωρίσει και τυπικά την εν λόγω ιδιότητα και, αφού συνυπολογίσει και τον πριν την ένταξή τους χρόνο, ως χρόνο παροχής δικηγορικών υπηρεσιών, να τους καταβάλει την αιτούμενη αποζημίωση.
Πλην όμως, ενόψει του ότι όλες οι παραπάνω ενέργειες προέρχονται από μη αρμόδια προς αναγνώριση της δικηγορικής ιδιότητας όργανα της εναγομένης, καθόσον για τη σύναψη έγκυρης σύναψης έμμισθης εντολής απαιτείται πράξη του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής, έστω και αν παρασχέθηκαν δικηγορικές υπηρεσίες υπό καθεστώς άκυρης σύμβασης έμμισθης εντολής, τούτο δεν αρκεί για το συνυπολογισμό του χρόνου , κατά τον οποίο οι ενάγουσες παρείχαν δικηγορικές υπηρεσίες υπό το καθεστώς αυτό (της άκυρης σύμβασης έμμισθης εντολής), στο χρόνο της δικηγορικής υπηρεσίας, βάσει του οποίου υπολογίζεται η αποζημίωση κατά το άρθρο 94 § 2 του Κωδ.
Δικηγόρων. Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο, εφόσον οι ενάγουσες δεν είχαν συμπληρώσει 15ετή τουλάχιστον υπηρεσία με έγκυρη σύμβαση έμμισθης εντολής, δεν πληρούται η απαιτούμενη από το παραπάνω άρθρο προϋπόθεση προς τούτο και, συνεπώς, η αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα. Οι αναιρεσείουσες με την αίτηση αναιρέσεως προβάλλουν τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 του ΚΠολΔ πλημμέλειες και ειδικότερα:
α) Ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 174, 361 ΑΚ, 63 §§ 4 και 5, 92 § 2 του Κωδ. Δικηγόρων, γιατί η διαδικασία την οποία καθιερώνει ο ως άνω Κανονισμός της αναιρεσίβλητης για τη σύμβαση έγκυρης έμμισθης εντολής δεν τάσσεται επί ποινή ακυρότητας και ούτε η μη τήρησή της επιφέρει ένα τέτοιο αποτέλεσμα, το οποίο επιφέρει μόνο αν ο κανονισμός θα είχε ισχύ ουσιαστικού ή τυπικού νόμου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ.
β) Παρά το νόμο κήρυξε άκυρη τη μετάταξή τους στην κατηγορία των εμμίσθων δικηγόρων της αναιρεσίβλητης από του χρονικού σημείου που παρείχαν αμιγώς δικηγορικές υπηρεσίες σ' αυτήν. Ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στη μείζονα πρόταση, η σύναψη σύμβασης έμμισθης εντολής για τον πριν την ένταξή των αναιρεσειουσών χρόνο παροχής δικηγορικών υπηρεσιών, ελλείψει προϋποθέσεως για το υποστατό αυτής, θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρο 180 ΑΚ), είναι πράξη αλλότρια για την αναιρεσίβλητη, δεν τη δεσμεύει και δεν παράγει την επίδικη υποχρέωση αποζημίωσης.
Ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, γιατί δέχτηκε ότι η ένδικη σύμβαση έμμισθης εντολής, ελλείψει της απαιτούμενης πιο πάνω προϋποθέσεως, είναι ανυπόστατη, είναι απαράδεκτος, αφού λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητες, απαράδεκτα ή εκπτώσεις από δικαιώματα που προέρχονται από παραβίαση δικονομικών διατάξεων και όχι ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, όπως είναι και οι περί κύρους δικαιοπραξίας πιο πάνω διατάξεις.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-9-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7847/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ