Legislator Case Law & Legislation
2322/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision on severance pay calculation errors.

Case Number 2322/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding labor severance pay. The lower court failed to analyze the appellant's specific claim for a higher monthly salary of 1,554 euros, instead relying on a lower figure of 1,126 euros without justification. Consequently, the Court annulled the lower judgment and remitted the case for retrial with a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 653 of the Civil Code and Article 1 of Law 3248/1955: When a labor court calculates severance pay based on an incorrect monthly salary figure without analyzing the employee's specific claims for additional components, the judgment is flawed and must be annulled for remittal.

Keywords

AI generated
labor severance pay severance calculation error monthly salary determination annulment of judgment remittal for retrial labor law dispute appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 570 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 648, 649 and 653 of the Civil Code
Article 1 of the International Convention on the Protection of Wages
Law 3248/1955
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2322 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2322/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης συνεταιριστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗΣ ΣΤΑΦΙΔΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΣΚΟΣ Α.Σ.Ε.", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημοσθένη Κασσαβέτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 632/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 15-6-2005 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 360/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 371/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-9-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 26-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ "Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο". Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη προβάλλει με τις προτάσεις της την ένσταση του απαραδέκτου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ισχυριζόμενη ότι ο αναιρεσείων αποδέχθηκε σιωπηρά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την είσπραξη, χωρίς επιφύλαξη, του επιδικασθέντος σ' αυτόν ποσού. Η ένσταση, όμως, αυτή είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, διότι οι ανωτέρω προτάσεις με τις οποίες προτείνεται, κατατέθηκαν εκπρόθεσμα (στις 19-11-2009), δηλαδή μετά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως που έλαβε χώρα στις 17-11-2009.

ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως "Περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή με βάση τη σύμβαση καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας, δηλαδή όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός) αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή που καταβάλλεται ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955, προκύπτει ότι το ποσό της οφειλόμενης αποζημιώσεως στον αποχωρούντα μισθωτό καθορίζεται ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσεως στον τελευταίο εργοδότη του, υπολογίζεται δε με βάση το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού κατά τον τελευταίο πριν από την αποχώρησή του μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως.

Τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή χορηγούμενη όχι προσκαίρως, αλλά σταθερώς και μονίμως ως τακτικό συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει , όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε και έτσι είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, αναφορικά με το πληττόμενο με την αναίρεση κεφάλαιό της, τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε στις ...1975 από τον Αυτόνομο Σταφιδικό Οργανισμό (Α.Σ.Ο.) ως υπάλληλος, με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και παρείχε την εργασία του συνεχώς μέχρι την 31-12-2000, οπότε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 2538/1997 και την επελθούσα διάλυση και εκκαθάριση του Α.Σ.Ο.

μεταφέρθηκε και εντάχθηκε στο προσωπικό της συσταθείσας δυνάμει του ίδιου νόμου εναγομένης συνεταιριστικής εταιρίας. Ειδικότερα, ο ενάγων υπέβαλε νομότυπα αίτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20, 27 του παραπάνω νόμου, για τη μεταφορά του στην εναγομένη, η οποία και πραγματοποιήθηκε με την 8536/21-12-2000 αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, με βάση την οποία από 1ης Ιανουαρίου 2001 μεταφέρεται στην ΣΚΟΣ - ΑΣΕ, προκειμένου να εργαστεί σ' αυτήν, το προσωπικό που ακόμα υπηρετούσε στον ΑΣΟ, και ζήτησε με αίτησή του να μεταφερθεί στην τελευταία.

Έτσι, ο ενάγων μεταφέρθηκε στην εναγομένη από 1-1-2001 και συνέχιζε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν ως υπάλληλος γραφείου μέχρι την 1-6-2001, οπότε και λύθηκε η εργασιακή σχέση με την αποχώρηση του τελευταίου, επειδή συμπλήρωσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για την πλήρη συνταξιοδότησή του από το ΙΚΑ, κατά το χρόνο δε της αποχώρησής του υπαγόταν στους όρους της από 19-7-2000 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων", που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 27-7-2000.

Επομένως, ενόψει του ότι ο χρόνος υπηρεσίας του ενάγοντος στον ΑΣΟ μέχρι την ημερομηνία εμφάνισής του στη νέα θέση, δηλαδή στις υπηρεσίες της εναγομένης, αναγνωρίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην τελευταία για όλες τις νόμιμες συνέπειες και για κάθε μισθολογική και βαθμολογική εξέλιξή του, μια δε από τις νόμιμες συνέπειες για τον υπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας στον ΑΣΟ μέχρι την εμφάνισή του στην εναγομένη είναι και η λήψη, σε περίπτωση αποχωρήσεώς του από τη νέα υπηρεσία για να συνταξιοδοτηθεί επειδή συμπληρώνει τις νόμιμες προϋποθέσεις, αποζημίωσης, όπως προβλέπεται από το άρθρο 29 παρ. 1 της παραπάνω από 19-7-2000 ΣΣΕ, δηλαδή το 75% της οριζόμενης αποζημίωσης από το Ν. 2112/1920, που υπολογίζεται με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του τόσον στον ΑΣΟ όσο και στην εναγομένη.

Ο ενάγων κατά το χρόνο της αποχώρησής του είχε συμπληρώσει συνολικά πραγματική υπηρεσία τόσο στον ΑΣΟ όσο και στην εναγομένη 27 ετών και είχε τις νόμιμες προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση από το ΙΚΑ. Οι μηνιαίες αποδοχές του κατά τον τελευταίο μήνα πριν από τη λύση της εργασιακής σύμβασης, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, ανερχόταν σε 1.126,16 ευρώ.

Έτσι, ο ενάγων δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση, ενόψει του συνολικού χρόνου της απασχόλησής του το ποσό των 22.664,57 ευρώ (1.126,19 ευρώ Χ 23 μήνες =25.902,37 ευρώ + 1/6 αναλογία δώρων και επιδόματος άδειας 4.317 ευρώ = 30.219,37 Χ 75%). Η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα ως αποζημίωση για την προαναφερόμενη αιτία το ποσό των 6.372 ευρώ, την οποία υπολόγισε 1) για το χρονικό διάστημα που ο τελευταίος απασχολήθηκε στον ΑΣΟ στο ποσό των 4.402 ευρώ και 2) για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στις υπηρεσίες της ο ενάγων, υπολόγισε την αποζημίωση στο ποσό των 1.970 ευρώ.

Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επιδίκασε σ' αυτόν για διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας αποζημιώσεως του ποσού των 1.500.000 δραχμών και της δικαιούμενης απ' αυτόν αποζημιώσεως, δηλαδή 75% της οριζόμενης στο ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955, το ως άνω ποσό των 16.293 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, και τούτο διότι, για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως, δέχεται ότι το ύψος των τακτικών αποδοχών του αναιρεσείοντος κατά τον τελευταίο πριν από την παραίτησή του μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως ανερχόταν σε 1.126,19 ευρώ, με βάση το οποίο υπολόγισε την οφειλόμενη στον αναιρεσείοντα αποζημίωση, χωρίς να γίνει ανάλυση των επιμέρους κονδυλίων του, τα οποία συνιστούσαν τις τακτικές μισθολογικές παροχές χορηγούμενες από την αναιρεσίβλητη σταθερώς και μονίμως ως αντάλλαγμα της εργασίας του αναιρεσείοντος, τις οποίες αυτός ανέφερε και συνυπολόγισε στην ένδικη αγωγή για τον προσδιορισμό των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, ανερχομένων κατά τον αναιρεσείοντα στο ποσό των 1.554 ευρώ, και εντεύθεν της οφειλόμενης σ' αυτόν αποζημιώσεως.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 371/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ