Legislator Case Law & Legislation
2321/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor fund lump sum benefit calculation for early dismissal due to disability.

Case Number 2321/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State Railways' appeal against a lower court ruling awarding a lump sum benefit to an employee who left early due to total disability. The employee argued for a higher benefit based on a standard calculation, while the State Railways contended the amount paid upon early departure was correct. The court upheld the lower court's decision, ruling that the specific provisions regarding disability dismissal override the standard calculation method.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3, 15, and 17 of the Fund's Statute; The court established that when an employee is dismissed due to total disability, the lump sum benefit calculation follows the specific provisions of the Fund's Statute rather than the standard calculation method applicable to normal retirement.

Keywords

AI generated
lump sum benefit total disability early dismissal fund statute calculation method labor fund disability compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 3 of the Fund's Statute
Article 15 of the Fund's Statute
Article 17 of the Fund's Statute
Article 21 of the Fund's Statute
Article 9 of the Fund's Statute
Article 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2321 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2321/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Αποστόλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 805/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2031/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 26-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Όπως προκύπτει από τη με αριθμό ...έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών..., επικυρωμένο αντίγραφο της από 20-6-2008 αιτήσεως αναίρεσης, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα "ΟΣΕ Α.Ε.", η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά τη πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΙΙ.- Το Καταστατικό του Ταμείου Προνοίας Προσωπικού Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (Απόφαση Υφυπουργού Εργασίας 22359/1938 - ΦΕΚ 228/8-7-1938) ορίζει: Στο άρθρο 3 ότι: " Στην ασφάλιση του Ταμείου αυτού υπάγεται υποχρεωτικώς από της πρόσληψής του όλο το μόνιμο, έκτακτο και επί συμβάσει προσωπικό του ΟΣΕ". Στο άρθρο 15 ότι: "δικαίωμα εφάπαξ βοηθήματος έχει, ανεξαρτήτως κρατήσεων υπηρεσίας, κάθε μέτοχος παθών εξ ατυχήματος προελθόντος εκ βιαίου συμβάντος στην εργασία ή ένεκα ταύτης, το οποίο επιφέρει ανικανότητα προς εργασία ολική ή μερική".

Το άρθρο 17 του Καταστατικού, όπως είχε τροποποιηθεί με την 77181/1654/26.10.1961 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' - 386) και στη συνέχεια με τη Φ. 9 δις /1/ 2982/21.4.1969 Απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β'316), όριζε ότι: " 1. Το παρά του Ταμείου Προνοίας παρεχόμενον βοήθημα εις τους τιθεμένους υπό σύνταξιν ή οπωσδήποτε αποχωρούντας της υπηρεσίας κατά τας διατάξεις του άρθρου 15 καθώς και εις τους δικαιουμένους βοηθήματος κληρονόμους αυτών ορίζεται εις ένα μισθόν, κατά τα εν άρθρω 9 οριζόμενα, δια παν πλήρες έτος κρατήσεων εις το Ταμείον Προνοίας.

Το τελευταίον έτος της εξόδου του μετόχου εκ της υπηρεσίας εφ' όσον δεν συνεπληρώθη υπολογίζεται κλασματικώς εις μήνας ακεραίους. 'Εκαστος μην αρξάμενος, θεωρείται πλήρης. 2. Ως βάσις μισθού δια τον υπολογισμόν του βοηθήματος λαμβάνεται ο μέσος όρος των μισθών τους οποίους ελάμβανεν ο μέτοχος κατά την τελευταίαν διετίαν προ της εξόδου του εκ της υπηρεσίας ή του θανάτου του.

Ως μισθός νοείται ο εκάστοτε βασικός μισθός ενεργείας μετά των προσαυξήσεων λόγω πολυετούς υπηρεσίας και παραμονής εν τω αυτώ βαθμώ, το προσωρινόν λόγω προαγωγής επίδομα ως και οι κατά το άρθρον 9 δευτερεύουσαι απολαυαί, με ανώτατον όριον μισθού τον ως καθορίζεται ανωτέρω μισθόν του Τεχνικού Διευθυντού των Σ.Ε.Κ.

Αντίθετος προς τας διατάξεις της παρούσης γενική ή ειδική διάταξις της διεπούσης το Ταμείον νομοθεσίας καταργείται. 3. Από της 1ης Ιανουαρίου 1962, το βοήθημα ορίζεται εις ένα μισθόν, ως ούτος καθορίζεται εν παραγράφω 1 του άρθρου 9 δι' έκαστον έτος συμμετοχής δια τους έχοντας μέχρι 30 έτη συμμετοχής, ανά εις δε επί πλέον μισθός διά πάσαν πλήρη τριετίαν συμμετοχής πέραν των τριάκοντα και μέχρι τριάκοντα πέντε (35) μισθών εν συνόλω κατ' ανώτατον όριον".

Περαιτέρω, με την Φ. 269/1100/1991 Απόφαση του Υπουργού Υγείας, Προνοίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 580Β'), που εκδόθηκε, κατά τα αναφερόμενα στο προοίμιο της, αποκλειστικώς κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11.11.1935 (ΦΕΚ Α'543), όπως αυτό ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 1 του Α.Ν. 649/1937) (Α'196), τροποποιήθηκε η παράγρ. 2 του προπαρατεθέντος άρθρου 17 του Καταστατικού και ειδικότερα ορίσθηκε ότι: " Ως βάση για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνεται το 90% του μέσου όρου των αποδοχών που ελάμβανε ο μέτοχος κατά την τελευταία διετία προ της εξόδου του από την υπηρεσία...Ως αποδοχές νοούνται το εκάστοτε μισθολογικό κλιμάκιο ή ο βασικός μισθός, το χρονοεπίδομα, η ΑΤΑ, οι τριετίες και πολυετίες.

Επίσης λαμβάνονται υπόψη και οι κατά το άρθρο 9 του Καταστατικού δευτερεύουσες απολαυές. Ως ανώτατο όριο αποδοχών ορίζεται αυτό που αντιστοιχεί στο καταληκτικό μισθολογικό κλιμάκιο προσαυξημένο με τα παραπάνω επιδόματα". Εξάλλου, στο άρθρο 9 του Καταστατικού του Ταμείου ορίζεται ότι ". . . Ως δευτερεύουσες απολαυές των ησφαλισμένων εν γένει, είτε πραγματοποιούνται τοιαύται είτε όχι, καθορίζονται υποχρεωτικώς διά τας κρατήσεις αι ακόλουθοι, υπολογιζόμεναι επί των βασικών μισθών και παντός επιδόματος λαμβανομένου υπ' όψιν κατά τον υπολογισμόν του εφ' άπαξ βοηθήματος:

α) 70% για το προσωπικό των αμαξοστοιχιών . . ., β) 50% διά τους εργοστασιάρχας, γ) 30% διά το λοιπόν προσωπικόν...". Τέλος, το άρθρο 21 του άνω καταστατικού ορίζει ότι: " Η σφαλισμένοι παρά τω Ταμείω Προνοίας Σ.Ε.Κ. τυχόντες παρ' αυτού ένεκεν οιουδήποτε λόγου εφ' άπαξ χρηματικού βοηθήματος επαναδιοριζόμενοι ή οπωσδήποτε επανερχόμενοι εις την υπηρεσίαν των θεωρούνται ησφαλισμένοι από της το πρώτον αναλήψεως υπηρεσίας των παρά τοις ΣΕΚ και δ' όσον χρόνον υπηρέτησαν παρ' αυτοίς ή εξηγόρασαν νομίμως αποκλειομένης της αναγνωρίσεως του χρόνου καθ' ον παρέμειναν εκτός υπηρεσίας.

Εις τους ούτω εξερχομένους της υπηρεσίας των ησφαλισμένους και πληρούντας τας προϋποθέσεις προς λήψιν βοηθήματος παρέχεται ως εφ' άπαξ βοήθημα εις (1) μηνιαίος μισθός δ' έκαστον έτος εν ασφαλίσει υπηρεσίας ως το άρθρο 17 του Καταστατικού του ανωτέρω Ταμείου ορίζει, αφαιρουμένου εκ του συνολικού αριθμού των καταβλητέων εις τούτους ως εφ' άπαξ βοήθημα μισθών του αριθμού των μισθών των αποληφθέντων ως εφ' άπαξ βοήθημα κατά την πρώτην έξοδόν των εκ της υπηρεσίας".

Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι το άρθρο αυτό αφορά τους ασφαλισμένους (μετόχους) στο Ταμείο Πρόνοιας, οι οποίοι απολυθέντες ή παραιτηθέντες της υπηρεσίας τους, επαναδιορίστηκαν ή οπωσδήποτε επανήλθαν στην υπηρεσία τους και τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται να λάβουν αυτοί εξερχόμενοι της υπηρεσίας του, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις για τη λήψη βοηθήματος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων είχε προσληφθεί από την εναγομένη στις 12-6-1968 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως τεχνίτης μεταλλικών κατασκευών. Στις ...1993 κατά την εκτέλεση της εργασίας του στο μηχανοστάσιο του ΟΣΕ ..., έπεσε από ύψος 7 μέτρων στο δάπεδο του εσωτερικού χώρου και τραυματίστηκε, κατέστη δε ανίκανος για κάθε εργασία και στις 16-8-1996 απολύθηκε από την εργασία του από την εναγομένη.

Με την 3580/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος, που επήλθε από βίαιο συμβάν κατά την ώρα της εργασίας του, οφείλεται σε αμέλεια των προστηθέντων οργάνων της εναγομένης. ...Ο ενάγων εάν δεν είχε συμβεί το ως άνω ατύχημα και ο σοβαρός τραυματισμός του, θα εργαζόταν στην εναγομένη μέχρι τις 31-12-2005, οπότε θα συμπλήρωνε 37 έτη υπηρεσίας και θα αποχωρούσε φυσιολογικά από την υπηρεσία του λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας του προς συνταξιοδότηση, θα ελάμβανε δε εφάπαξ βοήθημα από το Ταμείο Προνοίας Προσωπικού του ΟΣΕ.

Ο ενάγων, ο οποίος με την ως άνω ειδικότητα του αρχιτεχνίτη Ι' του κλάδου τεχνιτών γραμμής θα κατατασσόταν στην υποχρεωτική εκπαίδευση ΥΕ, κατά την τελευταία προ της 31-12-2005 διετία, εάν δεν αποχωρούσε πρόωρα λόγω του ατυχήματος και της πλήρους ανικανότητάς του προς εργασία, σύμφωνα με τις από 3-8-1993, 2-8-1994, 26-5-1995, 8-5-1996, 7-5-1997 και 1998, 9-6-1999, 21-6-2000, 1-1-2001, 7-6-2002, 11-7-2003 Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας του ΟΣΕ και εκείνη του έτους 2005, θα ελάμβανε από την εναγομένη ως αποδοχές τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά και οι αποδοχές του κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2005 ανέρχονταν συνολικά σε 52.033 ευρώ, ο δε μέσος όρος αποδοχών του θα ανερχόταν στο ποσό των 2.168 ευρώ.

Συνεπώς, το εφάπαξ βοήθημα το οποίο θα ελάμβανε ο ενάγων από το Ταμείο Πρόνοιας, εάν αποχωρούσε κανονικά από την υπηρεσία του στις 31-12-2005, αποτελούμενο από 32 μισθούς, ανέρχεται στο ποσό των 69.376 ευρώ. Στις 16-8-1996 που αποχώρησε από την υπηρεσία του πρόωρα, έλαβε για εφάπαξ βοήθημα από το Ταμείο Προνοίας το ποσό των 28.533, 23 ευρώ και επομένως αυτός δικαιούται να λάβει από την εναγομένη την εντεύθεν προκύπτουσα διαφορά ανερχόμενη στο ποσό των 40.842,77 ευρώ.

Η εναγομένη με το μοναδικό λόγο της έφεσής της ισχυρίζεται ότι το ως άνω ποσό των 28.533,23 ευρώ που κατέβαλε στον ενάγοντα κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία του στις 16-8-1996 αντιστοιχούσε σε 28 μισθούς, όσα ήταν και τα έτη υπηρεσίας του σ' αυτή μέχρι την ως άνω ημερομηνία και ότι, εάν δεν τραυματιζόταν, θα αποχωρούσε από την υπηρεσία της στις 31-12-2005 και θα ελάμβανε εφάπαξ βοήθημα 32 μισθών.

Επομένως, ισχυρίζεται, ότι η διαφορά του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούται ο ενάγων ισούται με τέσσερις μισθούς επί το μέσο όρο του μηνιαίου μισθού της τελευταίας πριν την αποχώρησή του διετίας, δηλαδή το ποσό των 8.672 ευρώ σύμφωνα με το άρθρο 21 του καταστατικού του ΤΑΠΠ/ΟΣΕ. Η διάταξη, όμως, αυτή δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση του ενάγοντος, ο οποίος απολύθηκε από την εναγομένη λόγω της πλήρους ανικανότητάς του προς εργασία για τον οποίο έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 9, 15 και 17 του Καταστατικού του ΤΑΠΠ/ΟΣΕ.

Και συνεχίζει το Εφετείο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό των 40.842,77 ευρώ για διαφορά του εφάπαξ βοηθήματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός μοναδικός λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Έτσι κρίνοντας το Δικαστήριο της ουσίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν παραβίασε με το να μη εφαρμόσει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 21 του καταστατικού του ΤΑΠΠ/ΟΣΕ. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-6-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2031/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ