Legislator Case Law & Legislation
231/2025 AI generated

Supreme Court dismisses tort claim against hospital for employee's personal injury causing patient harm.

Case Number 231/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the plaintiff's tort claim against a private healthcare company for injuries sustained by a patient. The court found that the alleged perpetrator acted for personal reasons unrelated to their duties, thereby breaking the causal link required for employer liability under Article 922 of the Civil Code. Consequently, the court held that the company could not be held objectively liable for the employee's personal misconduct.

Legislator headnote

AI generated

Articles 922 of the Civil Code; The employer is not liable for damages caused by an employee acting for personal reasons unrelated to their duties, as this severs the causal link required for objective liability.

Keywords

AI generated
employer liability tort claim personal reasons causal link objective liability healthcare provider employee misconduct

Cited Legislation

AI generated
Article 922 of the Civil Code
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 501 of the Code of Civil Procedure
Article 502 of the Code of Civil Procedure
Article 505 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 231 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 231/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Β. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Αθανασίας Γιαννοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΕΡΣΕΥΣ Ανώνυμος Εταιρεία Εκμετάλλευσης και Λειτουργίας Φορέων Υγειονομικής Μέριμνας", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Νέο Φάληρο Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λεβέντη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 275/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 372/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 31-1-2013 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 225/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 145/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 8-7-2015 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 832/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναιρεί την 145/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση. Την υπόθεση επανέφερε για κατ' ουσίαν εκδίκαση ο αναιρεσείων με την από 17-9-2019 κλήση του.

Εκδόθηκε η 556/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 24-4-2023 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Γιαννακοπούλου. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντες ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. Η ρύθμιση που θεσπίστηκε για λόγους ταχύτερης περάτωσης των υποθέσεων καθιστά το τμήμα της παραπομπής δικαστήριο ουσίας, το οποίο λειτουργεί πλέον ως Εφετείο (ΑΠ 956/2023, ΑΠ 364/2019).

ΙΙ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, έχει δε εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ως άνω Ν. 4335/2015, που ορίζει ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται για εκείνα που κατατίθενται μετά την 1-1-2016, στο δικαστήριο της παραπομπής" η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237". Πρόθεση του νομοθέτη με την παράγραφο 2 του άρθρου 581 ΚΠολΔ ήταν να τονίσει ότι εφόσον η διαδικασία μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση ακυρώνεται με την αναίρεση, ακυρώνονται και οι κατατεθείσες κατά την ακυρωθείσα διαδικασία προτάσεις, οπότε απαιτείται η κατάθεση νέων προτάσεων για την μετά την παραπομπή διαδικασία και όχι να τροποποιήσει τη διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων ή δευτεροβάθμιων δικαστηρίων. Συνακόλουθα το δικαστήριο της παραπομπής, εφόσον πρόκειται για υπόθεση που υπάγεται στις ειδικές διαδικασίες, δικάζει κατ' εφαρμογήν των αναλόγων διατάξεων, σε υπόθεση δε που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι προτάσεις των διαδίκων στο Εφετείο, όπου είναι υποχρεωτική η κατάθεσή τους, μπορούν νόμιμα να κατατίθενται μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (AΠ 776/2017, ΑΠ 638/2013).

Σε περίπτωση κήρυξης της συζήτησης ως απαράδεκτης με την έκδοση από το δικαστήριο της παραπομπής μη οριστικής απόφασης και επαναφοράς της υπόθεσης με κλήση, για τη νομότυπη παράσταση των διαδίκων απαιτείται η κατάθεση νέων προτάσεων και δεν αρκεί ότι είχαν κατατεθεί προτάσεις κατά τη συζήτηση που κηρύχθηκε απαράδεκτη.

Στην περίπτωση της έλλειψης νέων προτάσεων, ο διάδικος δεν μετέχει με τον προσήκοντα τρόπο στην μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο της ουσίας και επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας του, εφόσον η κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης του επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ή επέσπευσε ο ίδιος τη συζήτησή της, όπως αυτό προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 108, 110 παρ. 2, 271 παρ. 1 και 2 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, εάν ο εφεσίβλητος που κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αντίδικο του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 271 παρ. 1 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης πλην όμως δεν παραστάθηκε σε αυτή κανονικά, περίπτωση που συντρέχει και όταν αυτός δεν κατέθεσε εμπρόθεσμα προτάσεις, όπου ο νόμος επιβάλλει την κατάθεση τους, όπως συμβαίνει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και κατ' αυτή την έννοια ερημοδικεί, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι ως άνω (εκπρόθεσμες) προτάσεις του (πλασματική ερημοδικία), οι δε περιεχόμενοι σε αυτές ισχυρισμοί του δεν αποτελούν υλικό της δίκης, όπως επίσης δεν αποτελούν αποδεικτικό υλικό τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις εκπρόθεσμες προτάσεις.

Τα ίδια ισχύουν και όταν ο Άρειος Πάγος δικάζει ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 570 παρ. 2 ΚΠολΔ), δηλαδή είναι και πάλι αναγκαία η κατάθεση προτάσεων από τον εφεσίβλητο, χωρίς τις οποίες αυτός δικάζεται ερήμην, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, (πρβ ΑΠ 337/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η κατάληξη της υπόθεσης στο παρόν στάδιο είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 31-5-2010 με αριθμ. καταθ. 6361/2010 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς εξέθετε, ότι από το έτος 2001 εργάζεται, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως τραυματιοφορέας στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, που διατηρεί στο Νέο Φάληρο Αττικής ιδιωτικό νοσοκομείο - θεραπευτήριο, με την επωνυμία "Metropolitan".

Ότι στις 12-7-2007 και περί ώρα 16.00', οπότε αποχώρησε από την εργασία του, τραυματίστηκε σοβαρά, κατά το εργατικό ατύχημα που έλαβε χώρα κάτω από τις συνθήκες που αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή και οφείλεται, κυρίως, σε εκ δόλου αδικοπραξία που τέλεσε σε βάρος του άγνωστος προστηθείς ή άγνωστοι προστηθέντες από την εναγόμενη εργαζόμενος ή εργαζόμενοί της, άλλως λόγω της, από αμέλεια της εναγόμενης, μη τήρησης των διατάξεων νόμων για τους όρους ασφάλειας των εργαζόμενων.

Ζήτησε δε, μετά τον παραδεκτό με τις προτάσεις στον πρώτο βαθμό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία υποχρεούται να του καταβάλει ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, τα αναλυτικά αναφερόμενα σε αυτήν χρηματικά ποσά, κυρίως, λόγω της εκ δόλου σε βάρος του αδικοπραξίας, άλλως, λόγω της από αμέλεια της εναγομένης μη τήρηση των διατάξεων νόμων για τους όρους ασφάλειας των εργαζόμενων.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 275/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως νόμω αβάσιμη και κατά την επικουρική ως απαράδεκτη. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 30-3-2011 και με αριθμ.

κατάθ. 372/ 8-4-2011 έφεσή του, παραπονούμενος για την απόρριψη τόσο της κύριας όσο και της επικουρικής βάσης της αγωγής του. Επί της έφεσης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 372/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία το Εφετείο, κατά την κρατήσασα γνώμη, απέρριψε την έφεση, κατά το μέρος που αφορούσε την κύρια βάση της αγωγής, τη δέχθηκε κατά το μέρος που αφορούσε την επικουρική βάση της, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή ως προς την επικουρική βάση της, την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής ο ηττηθείς εκκαλών άσκησε την από 31-1-2013 και με αριθμ. κατάθεσ. 21/25-2-2013 αίτηση αναίρεσης [ προσβάλλοντας μόνο την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής] επί της οποίας εκδόθηκε η 225/2014 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, με την οποία κρίθηκε ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω κρίση του, όσον αφορά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής ως μη νόμιμης εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 297, 298, 932 του ΑΚ καθώς και εκείνες των άρθρων 1 και 16 του Ν. 551/1915, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ, αν ερμήνευε σωστά τις ως άνω διατάξεις θα έπρεπε να κρίνει την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, νόμιμη.

Ακολούθως, αναίρεσε την πιο πάνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, για την εκ νέου εκδίκαση αυτής. Το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την 145/2015 απόφαση του, συμμορφούμενο με την ως άνω αναιρετική απόφαση, έκρινε την αγωγή,[ κατά την κύρια βάση της], ως νόμιμη και στη συνέχεια , αφού έκανε δεκτό ως κατ'ουσίαν βάσιμο το σχετικό λόγο έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε κατ'ουσίαν.

Κατά της απόφασης του ασκήθηκε η από 8-7-2015 με αριθμ. καταθ. 64/2015 [δεύτερη] αίτηση αναίρεσης του εκκαλούντος, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 832/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που αναίρεσε την ως άνω 145/2015 απόφαση, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Μετά την ως άνω δεύτερη αναίρεση, με την από 17-9-2019 κλήση του ενάγοντος-εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος, νόμιμα επανήλθε προς συζήτηση η από 30-3-2011 έφεση του ενάγοντος, και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 556/2022 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση. 'Ηδη, με την από 24-4-2023 κλήση του ενάγοντος - εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, φέρεται προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-2-2024) η από 30-3-2011 έφεσή του, την οποία άσκησε κατά της υπ'αριθμ. 275/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχείο

ΙΙ νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, υποχρεούτο να καταθέσει προτάσεις στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Όμως από την επισημείωση του γραμματέα του δικαστηρίου τούτου στο τέλος των προτάσεων αυτής, αλλά και την αναφορά στο κείμενο των προτάσεων της ως "ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ" προκύπτει, ότι οι εν λόγω προτάσεις κατατέθηκαν όχι στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (20-2-2024), αλλά μετά από αυτή και συγκεκριμένα στις 22-2-2024.

Συνεπώς, οι προτάσεις αυτές ως εκπρόθεσμες δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, για την κατ' ουσίαν εξέταση της υπόθεσης, ενώ οι κατατεθείσες κατά την προηγούμενη ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου συζήτηση κατά τη δικάσιμο 19-10-2021, η οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη, δεν λαμβάνονται, επίσης, υπόψη και ως εκ τούτου η εφεσίβλητη είναι δικονομικά απούσα.

Εφόσον λοιπόν, η τελευταία είναι δικονομικά απούσα θα πρέπει να ερευνηθεί, αν αυτή, η οποία εκπροσωπήθηκε κατά τη συζήτηση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αλλά δεν παραστάθηκε σε αυτή κανονικά, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης, την οποία συνέταξε ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π.

Ε. Γ., που επικαλείται και προσκομίζει ο κατά τη συζήτηση παριστάμενος εκκαλών, επίσημο αντίγραφο της από 24-4-2024 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση ορισθείσα, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εφεσίβλητη.

Ενόψει του ότι η ανωτέρω εφεσίβλητη νόμιμα κλητεύθηκε να παραστεί για την ορισθείσα δικάσιμο στις 20-2-2024, πλην όμως δεν παραστάθηκε νόμιμα πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει παρά την απουσία της . Το δικαστήριο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 524 παρ. 4 του ΚΠολΔ, θα λάβει υπόψη τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις της εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που υπάρχουν στη δικογραφία.

Η έφεση έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 499, 511, 518, 520 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίηση τους με το άρθρο τρίτο, άρθρο 1 ν. 4335/2015), πριν παρέλθει τριετία από την έκδοση της 275/2011 εκκαλούμενης απόφασης, της οποίας οι διάδικοι δεν επικαλούνται επίδοση ούτε προκύπτει αυτή από τα έγγραφα της δικογραφίας και, συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της, κατά τα διαγραφόμενα από τις παραπάνω αναιρετικές αποφάσεις όρια (άρθρα 579, 580 παρ. 3 και 4 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Από τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 του Ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 παρ. 1 Εισ.Ν. Α.Κ.), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.

ΑΠ 1117/1986, ΑΠ 246/2022, ΑΠ 534/2017, ΑΠ 255/2016, ΑΠ 80/2016). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Κ.Ν. 551/1915 (ΑΠ 723/2022, ΑΠ 1389/2018).

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 297, 298 ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, για την ύπαρξη δε υποχρέωσης αποζημίωσης απαιτείται να υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του νόμιμου λόγου της ευθύνης και της ζημίας που επήλθε. Τέτοιος αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη ενόψει των περιστάσεων ήταν ικανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η οποία εννοιολογικά ταυτίζεται με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει τη ζημία που έγινε. Είναι ενδεχόμενο η αιτιώδης συνάφεια να διακοπεί οπότε δεν οφείλεται αποζημίωση από τη μετά τη διακοπή περαιτέρω σειρά των γεγονότων (ΑΠ 1479/2013). Σε δικονομικό επίπεδο, ο ζημιωθείς ενάγων έχει την υποχρέωση να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και της ζημίας. Η έλλειψη αυτής αποδεικνύεται ανταποδεικτικά από τον εναγόμενο. Σ' αυτόν εναπόκειται η επίκληση και απόδειξη περιστατικών, τα οποία καθιστούν απρόσφορη την αιτιώδη συνάφεια την οποία επικαλείται ο ενάγων. Η επίκληση από τον εναγόμενο λόγου που διακόπτει κατά τα ανωτέρω την αιτιώδη συνάφεια αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 536/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία, που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, αναφορικά με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνα πράξη τελέστηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, υπό την προϋπόθεση όμως ότι μεταξύ της ζημιογόνας ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να τελεστεί χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για τη διάπραξή της.

Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) του παρείχε να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα τεθέντα στη διάθεσή του μέσα και γενικότερα όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης.

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς. Αντίθετα, δεν ευθύνεται ο προστήσας, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του τελευταίου, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση, που υπάρχει μεν τoπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε τοπικά και χρονικά με την ευκαιρία της υπηρεσίας του, πλην όμως οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 65/2024, AΠ 1532/2022).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 524, παρ. 1 και 536 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Κατά δε το άρθρο 536 ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Έτσι, αν η αγωγή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη και το Εφετείο δεχόμενο λόγο έφεσης του ενάγοντος την κρίνει νόμιμη και εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, κρατήσει δε και δικάσει την αγωγή, δεν κωλύεται να την απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη, παρά το ότι η θέση του ενάγοντος γίνεται χειρότερη(ΑΠ 1600/2006).

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από τα έγγραφα που ο ενάγων-εκκαλών νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις υπ' αριθμ. ...-2010, ...-2010 ένορκες βεβαιώσεις των Ο.

Β., Α. Μ. και Μ. Κ., αντίστοιχα, που λήφθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, μετά από νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου του (βλ. τις υπ' αριθμ. ...-2010 για την πρώτη και ...-2010 για τις λοιπές, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Ε. Τ.), χωρίς να ληφθεί υπόψη η υπ' αριθμ. ...-2021 ένορκη βεβαίωση του Π.

Κ. , που λήφθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου του( βλ. την υπ' αριθμ. ...-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π. Ε. Γ.) προς αντίκρουση των ισχυρισμών της τελευταίας που περιλαμβάνονταν στις προτάσεις της ενώπιον του Αρείου Πάγου ως δικαστηρίου της παραπομπής κατά τη συζήτηση που κηρύχθηκε απαράδεκτη, αφού κατά τα αναφερόμενα στη υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη της παρούσας, οι εν λόγω προτάσεις και συνακόλουθα οι περιεχόμενοι σε αυτούς ισχυρισμοί της εφεσίβλητης δεν λαμβάνονται υπόψη, ώστε να χρήζουν αντίκρουσης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων το έτος 2001 προσλήφθηκε από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται το θεραπευτήριο-νοσοκομείο "ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ", που βρίσκεται στο Νέο Φάληρο στον Πειραιά, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του στο ανωτέρω νοσοκομείο και συγκεκριμένα στο ακτινολογικό τμήμα του, µε την ειδικότητα του τραυματιοφορέα.

Από την ημέρα της πρόσληψης του μέχρι και το μήνα Μάιο του έτους 2007, αυτός εργαζόταν κανονικά ως τραυματιοφορέας στο πιο πάνω τμήμα, μόνο κατά το πρωινό ωράριο εργασίας (8 το πρωί μέχρι 4 το απόγευµα), προκειμένου να διευκολυνθεί στις απογευματινές του σπουδές, ενώ είχε πολύ καλές και χωρίς προβλήματα σχέσεις τόσο µε τους συναδέλφους του, όσο και με τα διευθυντικά στελέχη του νοσοκομείου.

Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, τον Ιούνιο του ίδιου έτους (2007) διαπίστωσε ότι σε εσωτερικό τοίχο του νοσοκομείου, δίπλα από την ευρισκόμενη στο σημείο αποθήκη φαρμάκων, είχαν αναγραφεί υβριστικού περιεχομένου φράσεις με αναφορά του ονόματος "Φ." και συγκεκριμένα οι φράσεις" Φ. είσαι γκέι" καθώς και "Φ. = πούστρα".

Αυτός, για δικούς του λόγους, θεώρησε ότι οι ως άνω υβριστικές φράσεις αφορούσαν τον ίδιο και για το λόγο αυτό παραπονέθηκε στη Διεύθυνση του νοσοκομείου, η οποία έδωσε εντολή στις καθαρίστριες να καθαρίσουν τον τοίχο από τις εν λόγω φράσεις, χωρίς περαιτέρω έρευνα για την αποκάλυψη του άγνωστου δράστη.

Στις 12 Ιουλίου του έτους 2007 και περί ώρα 16.00', μετά την παροχή της εργασίας του, ο ενάγων αποχώρησε από τις εγκαταστάσεις του νοσοκομείου για την κατοικία του, αφού προηγουμένως παρέλαβε από το μικρό ψυγείο, που χρησιμοποιούσαν οι εργαζόμενοι, κυρίως, του ακτινολογικού τμήματος αλλά και άλλοι εργαζόμενοι στο νοσοκομείο, για την εναπόθεση προσωπικών τους αντικειμένων (νερά, καφέδες, τρόφιμα κλπ), το μπουκάλι του μισού λίτρου νερού (ΑΥΡΑ) και το σέικερ του καφέ του, τα οποία έφερνε κάθε πρωί μαζί του από το σπίτι του και τα τοποθετούσε κατά τη διάρκεια της εργασίας του στο ανωτέρω ψυγείο.

Το τελευταίο βρισκόταν σε μία μικρή αίθουσα του ακτινολογικού τμήματος απέναντι από το χώρο υποδοχής (reception) του νοσοκομείου και ήταν προσβάσιμη όχι μόνον για τους εργαζόμενους του ακτινολογικού τμήματος αλλά και για τους λοιπούς εργαζόμενους, που εναπέθεταν στο ψυγείο προσωπικά τους αντικείμενα κατά τα ανωτέρω, αλλά και για τρίτα πρόσωπα π.χ.

ασθενείς, επισκέπτες, κλπ, καθόσον η πόρτα της ως άνω αίθουσας δεν ήταν κλειδωμένη ούτε υπήρχε έλεγχος για το ποιοι εισέρχονταν σε αυτήν. Είναι βέβαια αληθές, ότι στον πιο πάνω χώρο υποδοχής (reception) του νοσοκομείου απασχολούνταν συνήθως 3-4 εργαζόμενοι, δεν ήταν όμως δυνατόν οι τελευταίοι, κυρίως σε ώρες αιχμής, οπότε ο αριθμός των ατόμων που εισερχόταν στο νοσοκομείο ήταν ιδιαίτερα μεγάλος, να ελέγχουν (ούτε άλλωστε είχαν σχετική αρμοδιότητα) τους εισερχόμενους στην πιο πάνω αίθουσα και μάλιστα να απαγορεύουν στην είσοδο σε όποιον θεωρούσαν ότι δεν έπρεπε να εισέλθει.

Περαιτέρω, μόλις ο ενάγων εισήλθε στο αυτοκίνητο του, το οποίο είχε σταθμεύσει λίγα μέτρα(περίπου 250) μακριά από τον χώρο του νοσοκομείου και πριν ακόμα ξεκινήσει, άνοιξε το μπουκάλι για να πιει νερό. Όταν ήπιε μια γουλιά και πρόλαβε να καταπιεί ελάχιστη ποσότητα, αμέσως ένοιωσε να καίγεται στο στόμα και στο θώρακα του και για το λόγο αυτό έφτυσε αμέσως το νερό, που του προκάλεσε το κάψιμο.

Ενστικτωδώς πέταξε, αφού το έκλεισε, το μπουκάλιτου νερού έξω από το αυτοκίνητο και επέστρεψε στο χώρο των επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου, προκειμένου να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες από τους αρμόδιους ιατρούς. Εκεί υποβλήθηκε σε πολλαπλές γαστροσκοπήσεις και διαπιστώθηκε ότι υποστεί εκτεταμένη οισοφαγίτιδα 2ου βαθμού, εκτεταμένες ελκωτικές βλάβες στομάχου και βολβίτιδα δωδεκαδακτύλου, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν με τη χορήγηση κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής.

Παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 21 Ιουλίου 2007, οπότε εξήλθε με οδηγίες των ιατρών για κατ' οίκον νοσηλεία και επανέλεγχο. Την 21-8-2007 εισήχθηκε εκτάκτως στο ίδιο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί διάτρηση πυλωρού του στομάχου με συνοδό πυλωρική στένωση, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση βαγοτομής, πυλωροπλαστικής και συρραφής της διάτρησης και εξήλθε στις 29-8-2007, με οδηγίες των ιατρών και με αναρρωτική άδεια 30 ημερών.

Τέσσερις μήνες μετά τον τραυματισμό του και συγκεκριμένα στις 19 Νοεμβρίου 2007 ο ενάγων επέστρεψε στην εργασία του και από το Φεβρουάριο του έτους 2008, μετά από σχετικό αίτημά του, μετατέθηκε στο χειρουργικό τµήµα του νοσοκομείου, όπου εξακολουθεί να παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες του τραυματιοφορέα, με υψηλότερες από την προηγούμενη θέση συνολικές απολαβές.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά τον τραυματισμό του ενάγοντος, ενημερώθηκε ο διευθυντής του ακτινολογικού τμήματος του νοσοκομείου και μάρτυρας ανταπόδειξης Ι. Κ., ο οποίος, μετά από σχετικές οδηγίες του ίδιου του παθόντος, μετέβη μαζί με την επίσης εργαζόμενη Μ. Ν. στο σημείο που εκείνος είχε πετάξει το μπουκάλι του νερού(250 μ.

περίπου μακριά από το νοσοκομείο) και το περισυνέλεξαν. Αφού το αναγνώρισε ο παθών, η διοίκηση του νοσοκομείου απέστειλε άμεσα στο Γενικό Χημείο του Κράτους δείγμα από το περιεχόμενο του μπουκαλιού προς εξέταση, ενώ το μπουκάλι με το υγρό που απέμεινε το παρέδωσε ο Ι. Κ. στην τότε σύζυγο του παθόντος Π.

Θ., η οποία επίσης απέστειλε δείγμα από αυτό προς εξέταση στα ιδιωτικά χημικά εργαστήρια Α. Α. Μάλιστα, μετά από σχετικό αίτημα του ίδιου του παθόντος, απεστάλη προς εξέταση και δείγμα από το περιεχόμενο του σέικερ, που αυτός είχε τοποθετήσει την ημέρα του ατυχήματος δίπλα από το μπουκάλι του νερού. Τα αποτελέσματα των ως άνω εξετάσεων ήταν από το Γενικό Χημείο του Κράτους για το δείγμα διάφανου υγρού (από το μπουκάλι του νερού) που εξέτασε, ότι επρόκειτο για όξινο υδατικό διάλυμα, με PH -1 και κύρια συστατικά θειικό και νιτρικό οξύ και για το δείγμα άχρωμου διαυγούς υγρού (από το σέικερ), που εξέτασε, ότι επρόκειτο για άχρωμο διαυγές υγρό με PH -90(ισχυρά όξινο) και συστατικά θειικά και νιτρικά οξέα και από τα ιδιωτικά χημικά εργαστήρια Α.

Α. για το δείγμα νερού που εξέτασε, ότι επρόκειτο για νερό με PH 1,0, εκτός των επιτρεπόμενων ορίων ποσιμότητας (όρια πόσιμου νερού 6,5-9,5) με περιεχόμενο ιδίως θειικό και νιτρικό οξύ. Για το παραπάνω συμβάν ενημερώθηκαν άμεσα: α) οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές και διενεργήθηκε αρχικά προανάκριση στη συνέχεια κύρια ανάκριση από τον αρμόδιο Ανακριτή του ΣΤ' Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς, β) η διοίκηση του νοσοκομείου, ο οποία και διέταξε σχετική έρευνα και γ) η Επιθεώρηση Εργασίας Πειραιώς.

Πλην όμως, παρά την περάτωση όλων των ερευνών και της κύριας ανάκρισης από το έτος 2009, δεν ανευρέθηκαν μέχρι και σήμερα στοιχεία, που να αποκαλύπτουν την ταυτότητα του δράστη, ο οποίος παραμένει άγνωστος. Ούτε ο ίδιος ο παθών κατέστη δυνατόν να βοηθήσει προς την κατεύθυνση αυτή (αποκάλυψη της ταυτότητας του δράστη), αφού σε ουδεμία από τις προανακριτικές καταθέσεις του κατονόμασε συγκεκριμένο πρόσωπο ή έστω εξέφρασε υποψίες για κάποιο πρόσωπο και μάλιστα συνάδελφό του στο ίδιο νοσοκομείο, ενώ και στην από 16-4-2009 χωρίς όρκο, με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, κατάθεσή του ενώπιον του ως άνω Ανακριτή ανέφερε και πάλι ότι "[...]δεν έχω κάποιο στοιχείο για την ταυτότητα του δράστη, η οποία µέχρι σήµερα παραµένει άγνωστη[...]".

Μάλιστα, όπως και όλοι οι μάρτυρες, που με επιμέλειά του εξετάστηκαν, αλλά και ο ίδιος τόσο στην αγωγή του αλλά και σε όλες τις καταθέσεις του ανέφερε ότι οι σχέσεις του με τους συναδέλφους του αλλά και με τα διευθυντικά στελέχη του νοσοκομείου ήταν πάντοτε πολύ καλές, ουδεμία προσωπική διαφορά είχε με κάποιον από αυτούς με μοναδική αναφερόμενη από το ίδιο ως "διαφορά" με το προσωπικό του νοσοκομείου τις υβριστικές σε βάρος του φράσεις από άγνωστο συνάδελφό του έναν περίπου μήνα πριν το ένδικο ατύχημα.

Πλην όμως και ο δράστης της αναγραφής σε βάρος ατόμου με το όνομα Φ. υβριστικών φράσεων παρέμεινε άγνωστος, ενώ και ό ίδιος ο ενάγων δεν κατονόμασε συγκεκριμένο πρόσωπο.

Περαιτέρω, δεν αποδείχτηκε: ι) ότι το τοξικό υγρό στο μπουκάλι νερού του ενάγοντος τοποθετήθηκε από άγνωστο υπάλληλο της εναγόμενης , ούτε ο χρόνος και ο τρόπος έκχυσής του σε αυτό, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο ισχυρισμός του, πως κατά τη διάρκεια του ωραρίου του έπινε από το μπουκάλι νερό και το συμπλήρωνε από το νερό της βρύσης της αίθουσας, όπου βρισκόταν το ψυγείο, ενόψει και του πολύ χαμηλού PH (-1) σε σχέση με εκείνο του πόσιμου νερού (PH 6,5-9,5) δεν επιβεβαιώθηκε από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ιι) ότι το τοξικό υγρό που ο άγνωστος δράστης τοποθέτησε στο μπουκάλι του ενάγοντος προερχόταν από τα υγρά που χρησιμοποιούσε το ακτινολογικό τμήμα του νοσοκομείου καθόσον το PH των εξετασθέντων δειγμάτων του υγρού που βρέθηκε στο μπουκάλι του ενάγοντος είναι διαφορετικό από το PH των υγρών(σκιαγραφικά υγρά εμφάνισης) που χρησιμοποιεί το ακτινολογικό τμήμα του νοσοκομείου, αλλά επίσης είναι διαφορετικό από τα καθαριστικά υγρά που χρησιμοποιεί το συνεργείο καθαρισμού του νοσοκομείου.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ναι μεν ο ενάγων αμφισβητεί πως το δείγμα που εξέτασε το Γενικό Χημείο του Κράτους προέρχεται από το καυστικό υγρό που κατάπιε, πλην όμως δεν αναφέρει από πού προερχόταν το δείγμα αυτό, λαμβανομένου υπόψη και του ότι τα αποτελέσματα της εξέτασης (PH -1) δεν διαφέρουν ουσιωδώς από τα αποτελέσματα της εξέτασης του δείγματος από τα χημικά εργαστήρια Α.

Α. (PH 1), το οποίο η τότε σύζυγός του απέστειλε σε αυτό και ιιι) ότι οι πιο πάνω αναφερόμενες ανώνυµες χειρόγραφες υβριστικές επιγραφές στον εσωτερικό τοίχο του νοσοκοµείου και δίπλα ακριβώς από την αποθήκη φαρµάκων, γράφτηκαν από προστηθέντα υπάλληλο της εναγόμενης, αφού και ο χώρος αυτός ήταν προσβάσιμος όχι μόνο στο προσωπικό του νοσοκομείου αλλά και σε οποιονδήποτε τρίτο (ασθενείς, επισκέπτες ασθενών, κλπ) και σε κάθε περίπτωση ότι οι εν λόγω υβριστικές φράσεις αφορούσαν αυτόν, αφού δεν αρκεί προς τούτο ότι ονομάζεται Φ., καθόσον αποδείχθηκε (και ο ίδιος το συνομολογεί) ότι δεν ήταν ο μοναδικός, κατά το χρόνο εκείνο εργαζόμενος του νοσοκομείου που έφερε αυτό το κύριο όνομα και επομένως, ότι έτσι θεμελιώνεται κίνητρο (απέχθεια προς τους ομοφυλόφιλους) για τη σε βάρος του σωματική βλάβη, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται.

Μετά ταύτα, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο σοβαρός τραυματισμός τον οποίο υπέστη ο ενάγων κατά την αποχώρησή του από την εργασία του οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια πράξη εργαζόμενου της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, ο οποίος ενήργησε επ'ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί αλλά κατά παράβαση των εντολών που του δόθηκαν , ούτε χρησιμοποίησε υλικά του νοσοκομείου δεν υπάρχει σχέση πρόστησης μεταξύ της εναγόμενης και του άγνωστου μη εργαζόμενου σε αυτήν και συνεπώς δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από τα άρθρο 922 του ΑΚ προϋποθέσεις, ώστε να θεμελιωθεί αντικειμενική ευθύνη της ως προστήσασας προς αποζημίωση του παθόντος ενάγοντος.

Αλλά και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό, ότι ο άγνωστος δράστης ήταν υπάλληλος της εναγόμενης, δεν αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια ενέργεια του συνδέεται αιτιωδώς με την άσκηση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, ήτοι ότι αυτός ενήργησε επ'ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, κατά παράβαση των εντολών που του δόθηκαν, αλλά αυτός ενήργησε σε βάρος του ενάγοντος, κινούμενος από προσωπικούς λόγους, που δεν διακριβώθηκαν, άσχετους όμως με την υπηρεσία που του ανατέθηκε, η ύπαρξη των οποίων διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του και την, κατά κατάχρηση, άσκηση της υπηρεσίας του και ως εκ τούτου, το σχετικό κίνδυνο δεν μπορεί να φέρει η εναγόμενη, ως προστήσασα εργοδότρια.

Μετά ταύτα, η αγωγή, κατά την κύρια βάση της , η οποία και μόνον ερευνάται από το παρόν δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως νόμω αβάσιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη και η ίδια η έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της. Στη συνέχεια, πρέπει να κρατήσει την υπόθεση το παρόν δικαστήριο και, αφού δικάσει κατ' ουσίαν την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, να την απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, χωρίς σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο ΙΙΙ νομική σκέψη, το δικαστήριο ,μετά την κατά τα άνω εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης , να κωλύεται προς τούτο.

Δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας δεν θα επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος που ηττήθηκε, αφού η εφεσίβλητη δικάσθηκε ερήμην και δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα. Τέλος, πρέπει να ορισθεί το νόμιμο παράβολο, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης, από την εφεσίβλητη (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εφεσίβλητης.

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο της ερημοδικίας στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν την από 30-3-2011 με αριθμ. καταθ. 372/2011 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 275/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την κύρια βάση της από 31-5-2010 με αριθμ, καταθ. 6361/2010 αγωγής.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει την ως άνω αγωγή, κατά την κύρια βάση της.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ