Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding mental distress damages and evidence admissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against a final labor court judgment awarding damages for mental distress to five individuals. The appellant argued the lower court failed to consider a specific criminal acquittal judgment as evidence, claiming this omission violated procedural rules. The court rejected this claim, ruling that the appellate court had duly considered all submitted evidence, including the criminal acquittal, within its free evaluation of proof without needing a separate explicit mention for each item.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 and 932 of the Civil Code; Article 1 and 16 of Law 551/1915: An appeal based on the non-consideration of evidence is admissible only if there is a genuine doubt that the court of first instance failed to take into account a crucial piece of evidence submitted by the parties, and such doubt must be objectively evident from the judgment's content.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 231 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 231/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΝΟΜΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "ΕΡΓΟΝΟΜΙΑ Α.Τ.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Βασιλείου Αλεξανδρή και Στέργιου Σπυρόπουλου, που κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) V. M. του K.. Κατοίκου ..., 2) E. M. του H., κατοίκου ..., 3) B.M. του H., κατοίκου …, 4) M. M. του H., κατοίκου ..., και 5) K. M. του H., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Νικολόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2618/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5333/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-7-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 5333/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της υπ` αριθμ. 2618/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 16.6.2011 αγωγή των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων και αφενός μεν υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα - εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ, αφετέρου δε αναγνωρίστηκε η υποχρέωση αυτής να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 10.000 ευρώ και σε καθένα των λοιπών εναγόντων το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, νομιμότοκως, από την επίδοση της από 25.1.2006 αρχικής αγωγής.
Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ.
της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα δικαιούμενα αντ' αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο οπότε εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986).
Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (ΑΠ 1389/2018, 614/2017, 910/2015).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) η υπαιτιότητα του υποχρέου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, β) το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης κα της επελθούσας ζημίας.
Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. ( ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 1337/2018).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διατάξεως προϋποθέτει: 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.
Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η κατάφαση ή η άρνηση αυτής σύμφωνα με όσα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, γίνονται δεκτά, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 559 αρ.1 και αρ.19). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 ΑΚ, καθώς και εκείνη του άρθρου 4παρ.1 του ν. 1396/1983, συνάγεται ότι ο εργολάβος, γενικώς και στο μέτρο που ενεργεί χωρίς να εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του.
Συνεπώς, ο εργοδότης είναι ανεύθυνος για τις υπαίτιες και παράνομες πράξεις του εργολάβου ή των υπ' εκείνου προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου. Στην περίπτωση, όμως, που ο εργοδότης έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του ρητά ή σιωπηρά τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο εργολάβος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη (ΑΠ 412/2018, ΑΠ 1048/2018).
Σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, για να δικαιούται ο παθών ή, σε περίπτωση θανάτου αυτού, τα μέλη της οικογένειάς του χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, αντίστοιχα, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 1048/2018,ΑΠ 517/2017).
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 71 Α.Κ. ορίζεται ότι: "το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρον".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ευθύνη από πράξη ή παράλειψη των καταστατικών οργάνων (ΝΠΙΔ), η οποία πρέπει να είναι παράνομη και να ανάγεται σε πράξεις ή παραλείψεις των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί. Αν υπάρχει και υπαιτιότητα του οργάνου αυτού, παραλλήλως προς την ευθύνη του νομικού προσώπου συντρέχει και τοιαύτη του υπαιτίου οργάνου, υφισταμένης μεταξύ τούτων παθητικής εις ολόκληρον ενοχής (ΑΠ 88/2018,ΑΠ 472/2018).
Εξ άλλου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4 και 5 του ν. 1396/1983, που αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των κατά νόμο μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων ή τρίτων κατά την εκτέλεση οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, πλην των δημοσίων, ο εργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνος και υποχρεούται:
α) να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, β) να τηρεί, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του εν λόγω νόμου και γ) να εφαρμόζει, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 6 του εν λόγω νόμου.
Περαιτέρω, ο κύριος του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε έναν εργολάβο, είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι ( άρθρο 4 παρ.1) Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του ίδιου νόμου, ο εργολάβος και ο υπεργολάβος είναι υπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1.
Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους. 2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού και αφορούν στο τμήμα του έργου που έχει αναλάβει. 3.
Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 6. Σύμφωνα δε, και με τα άρθρα 1 και 21 παρ. 1 του π.δ. 778/1980, που εφαρμόζονται επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών, που εκτελούνται σε αυτές, οι εγκαταστάσεις ή διατάξεις ασφαλείας πρέπει να κατασκευάζονται έτσι, ώστε να αντιστοιχούν στην προς εκτέλεση εργασία και να διασφαλίζουν τον εργαζόμενο από τους κινδύνους, τους οποίους διατρέχει κατά την εκτέλεση τους.
Κατά συνέπεια η ευθύνη έναντι των εργαζομένων που απασχολούνται σε οικοδομικό έργο ή τρίτων προσώπων σε περίπτωση ατυχήματος οφειλομένου σε παράλειψη ως προς τα μέτρα αυτά, βαρύνει κατ' αρχήν το πρόσωπο που αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου, ως εργολάβος (ΑΠ 374/2018, ΑΠ 181/2016). Με το π.δ. 1073 της 12/ 16.9.1981 " Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών σε εργοτάξιο οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού (Α'210), ορίζονται τα εξής:
άρθρο 1 αυτού: "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά Νόμον υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του Π. Δ/τος της 14.3.1934 "περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών και υπαλλήλων των πάσης φύσεως βιομηχανικών και βιοτεχνιών εργοστασίων, εργαστηρίων κ.λπ." και του Π.
Δ/τος 778)26.8.80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", άρθρο 85 παρ.1: "Η φόρτωσις-εκφόρτωσις και μεταφορά υλικών ή αντικειμένων πρέπει να γίνεται κατά τρόπον ώστε να μην εκτίθενται εις κίνδυνον πρόσωπα λόγω καταπτώσεως, κυλίσεως, ανατροπής, καταρρεύσεως ή θραύσεως αντικειμένων", άρθρο 103: "Οι εργαζόμενοι εις εργοτάξια, ασχέτως απασχολήσεως, πρέπει να φέρουν κράνη προστασίας της κεφαλής, χορηγούμενα υπό των εκτελουμένων το έργο.
Η χρήσις κρανών είναι υποχρεωτική" και άρθρο 111: "Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του Π. Δ/τος 778/8Ο "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίσταται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων.
Το προσωπικόν εκάστου συνεργείου πρέπει να επιθεωρείται τουλάχιστον άπαξ της ημέρας υπό του επικεφαλής του υπεργολάβου, άπαξ δε της εβδομάδος, υπό του εργολάβου, εφ όσον έχει ειδικάς γνώσεις, ή υπό καταλλήλου εκπροσώπου του. Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι, οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των, κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας".
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2019, 4/2018, 7/2006, 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά (μεταξύ άλλων) τα εξής πραγματικά περιστατικά κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου: ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. …/….3.2004 οικοδομικής αδείας, η τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη Τεχνική - Εμπορική και Τουριστική Εταιρεία ΕΡΓΟΝΟΜΙΑ ΑΤΕ", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, Π.
Τ., ως κυρία οικοπέδου ευρισκομένου επί της οδού ... στην περιοχή της ..., αλλά και ως τεχνική - κατασκευαστική εταιρεία, ξεκίνησε τις εργασίες ανέγερσης επταώροφης οικοδομής, επί του παραπάνω οικοπέδου. Ότι με το από 8.3.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, η πιο πάνω εταιρεία συνεβλήθη με τον Β. Ζ., στον οποίο ανέθεσε, έναντι αμοιβής, ως υπεργολάβο, την εκτέλεση επιμέρους εργασιών και ειδικότερα του ανέθεσε τους ξυλότυπους οπλισμένου σκυροδέματος θεμελίωσης και ανωδομής και την κατασκευή εμφανών επιφανειών ξυλοτύπων και τοποθέτηση φαλτσογωνιών.
Ότι στο εργατοτεχνικό προσωπικό του παραπάνω υπεργολάβου, ανήκε και ο M. H., γεννηθείς το 1952, Αλβανός υπήκοος, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών. Ότι στις 15.6.2005 και περί ώρα 7.40, ο παραπάνω εργαζόταν με τους συναδέλφους του Ρ. Γ., Μ. Λ. και Δ. Τ., στην παραπάνω οικοδομή και η εργασία που εκτελούσαν ήταν η μεταφορά ξύλων από το ισόγειο προς τους ορόφους, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή ξυλοτύπων, στο επίπεδο του τρίτου ορόφου.
Ότι η μεταφορά γινόταν από το ισόγειο προς τα επάνω με την εξής μέθοδο: ένας εργάτης και συγκεκριμένα ο M. H., που βρισκόταν στο ισόγειο, παρέδιδε τα ξύλα (λατάκια), τα οποία είχαν μήκος 1,5 μέτρο και βάρος 8 κιλά έκαστο, σε συνάδελφό του που βρισκόταν στο επίπεδο του πρώτου ορόφου (Ρ. Γ.), ο οποίος τα έδινε σε άλλον συνάδελφο του (Μ.
Λ.), που βρισκόταν στον δεύτερο όροφο, ο οποίος με τη σειρά του τα προωθούσε στον εργάτη που βρισκόταν στον τρίτο όροφο (Δ. Τ.). Κατά την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας, ο Δ. Τ., κατά την παραλαβή ενός ξύλου, δεν μπόρεσε να το συγκρατήσει αλλά του έφυγε από τα χέρια και επέπεσε με σφοδρότητα στην κεφαλή του ευρισκόμενου στο ισόγειο M.
H., ο οποίος υπέστη βαρύ τραυματισμό και δη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, λόγω της οποίας επήλθε ο θάνατός του στις 8.6.2005, μετά από πολυήμερη νοσηλεία στη μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου "Ευαγγελισμός". Ότι κατά την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας δεν τηρήθηκαν τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας και ειδικότερα τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από τις διατάξεις του ΠΔ 778/1980, σε συνδυασμό με το Ν. 1369/ 1983 "Μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά έργα" και το ΠΔ 1073/1981" Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών".
Ότι συγκεκριμένα δεν χρησιμοποιήθηκε ανυψωτικό μηχάνημα για την ασφαλή μεταφορά των υλικών (ξύλων εν προκειμένω) από το ισόγειο στον τρίτο όροφο, ούτε προκρίθηκε έστω η μεταφορά τους μέσω του κλιμακοστασίου, ούτε εφοδιάστηκαν οι εργαζόμενοι με προστατευτικά κράνη και γάντια σταθερής και ασφαλούς μεταφοράς των ξύλων ούτε και τοποθετήθηκε δίχτυ ασφαλείας για τη συγκράτηση των μεταφερομένων υλικών, σε περίπτωση πτώσης τους.
Υπεύθυνος για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, ήταν ο εργολάβος ολοκλήρου του έργου, εν προκειμένω η εκκαλούσα τεχνική εταιρεία. Ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, έπρεπε να μεριμνά για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στο εργοτάξιο της υπό ανέγερση οικοδομής, τόσο από το προσωπικό της εταιρείας του όσο και από το προσωπικό των συνεργαζομένων υπεργολάβων, ανεξάρτητα από το αν είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του το δικαίωμα διεύθυνσης των εργασιών που εκτελούσε ο παραπάνω υπεργολάβος.
Το γεγονός αυτό καθώς και το αν στη μεταξύ τους συμφωνία υπήρχε όρος απαλλαγής από την ευθύνη της εργολάβου εταιρείας ευθύνες από εργατικό ατύχημα του προσωπικού του υπεργολάβου, δεν ασκεί έννομη επιρροή εν προκειμένω, δεδομένου ότι η ευθύνη της κατασκευάστριας εργολάβου εταιρείας ολόκληρου του έργου, στηρίζεται στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 1396/ 1983, για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας.
Ότι, η ανάθεση της εκτελέσεως τμήματος του έργου σε υπεργολάβο με οποιαδήποτε συμφωνία, δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωση επιβλέψεως και ελέγχου του υπεργολάβου ειδικά για τη λήψη και τήρηση των παραπάνω μέτρων. Επομένως, η αποδεδειγμένη αμελής συμπεριφορά της εκκαλούσας ως προς την τήρηση των μέτρων ασφαλείας την καθιστά συνυπεύθυνη με τον υπεργολάβο, έναντι των συγγενών του παραπάνω εργαζομένου, ως προς την καταβολή σε αυτούς χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του οικείου τους, συζύγου και πατέρα αυτών".
Με αυτά, που δέχθηκε, και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα τεχνική εταιρεία ως κυρία του οικοπέδου της υπό ανέγερση οικοδομής και ως εργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα από το εάν είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα διεύθυνσης των εργασιών που εκτελούσε ο παραπάνω υπεργολάβος, και που την ασκούσε με το νόμιμο εκπρόσωπο, Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο Π.
Τ., δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, 1 και 16 του ν. 551/1914 και 1, 3,4 και 5 του ν. 1396/1983, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, καθόσον, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του και εκτίμηση , η αναιρεσείουσα τεχνική εταιρεία πέραν της ιδιότητάς της ως κυρίας του έργου, ανεξάρτητα αν επιφύλαξε για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου, έφερε και την ιδιότητα του εργολάβου που ανέλαβε την εκτέλεση ολόκληρου του έργου και ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος σε υπεργολάβο, είναι συνυπεύθυνη με αυτόν για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας καθόσον η ανάθεση εκτέλεσης τμήματος του έργου σε υπεργολάβο, δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωση επίβλεψης και ελέγχου του υπεργολάβου, ειδικά για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, καθώς ο νόμιμος εκπρόσωπος - Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, Π.
Τ., επιβλέπων μηχανικός του έργου, έπρεπε να μεριμνά για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στο εργοτάξιο της υπό ανέγερση οικοδομής, τόσο από το προσωπικό της εταιρείας της όσο και από το προσωπικό των συνεργαζομένων υπεργολάβων, και να δίνει οδηγίες επιβλέψεως, αφού η ιδιότητά της και μόνο ως εργολάβου ανεξάρτητα και από τη σχέση πρόστησης, δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωση επιβλέψεως και ελέγχου του υπεργολάβου για τη λήψη και τήρηση των ειδικών μέτρων.
Κατά συνέπεια ο σχετικός περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πέμπτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.53/1974, ορίζεται ότι: " Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του".
Ταυτόσημη είναι και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το ν.2642/1997 και ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Τούτο οφείλεται στο γεγονός, ότι το τεκμήριο της αθωότητας, ως δικονομικό δικαίωμα, συμβάλλει κυρίως στην τήρηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και προωθεί ταυτόχρονα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του διωκόμενου προσώπου και σε τέτοιες περιπτώσεις, το τεκμήριο της αθωότητας έχει ήδη εμποδίσει να απαγγελθεί άδικη ποινική καταδίκη.
Χωρίς προστασία που αποσκοπεί στην τήρηση, σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία, μιας αθώωσης ή μιας απόφασης παύσης της ποινικής δίωξης, οι εγγυήσεις μιας δίκαιης δίκης που προβλέπει το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ θα κινδύνευαν να καταστούν θεωρητικές και απατηλές. Αυτό που είναι κρίσιμο, επίσης, μόλις τελειώσει η ποινική διαδικασία, είναι η φήμη του ενδιαφερομένου και ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβάνεται το κοινό.
Έτσι, δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα της νέας δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητάς του.
Το τεκμήριο της αθωότητας δεν αποτελεί μόνο ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται αστικών αξιώσεων του παθόντος. Επομένως, η επιδίκαση αποζημίωσης σε βάρος του πρώην κατηγορουμένου δεν είναι επιτρεπτό στο πλαίσιο της ενότητας της έννομης τάξης, να δημιουργεί αμφιβολίες, όσον αφορά την προηγούμενη αθώωσή του.
Το τεκμήριο της αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής-δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο ποινικό ή πολιτικό.
Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου της αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ, η οποία δεν έχει τον χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον ενάγοντα - παθόντα. Επίσης το μέτρο της επιμέλειας δεν είναι το ίδιο στο αστικό και ποινικό δίκαιο, καθόσον για τη διάγνωσή της στο ποινικό λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το στοιχείο του "όφειλε" αλλά και το στοιχείο του "ηδύνατο", η ερμηνεία της αμέλειας στο αστικό είναι η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές.
Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και , μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 με το ν. 4596/2019, δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως, (άρθρο 104 παρ.1 Κ.Π.Δ.), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής ( άρθρο 261 ΚΠολΔ).
Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμα και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα του αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθμ.12 του ΚΠολΔ, και να την δεχθεί κατ' ουσίαν.
Επίσης, υπάρχει διαφορά ως προς τα αποδεικτικά μέσα και τη διαφορετική αποδεικτική τους δύναμη στην πολιτική και ποινική δίκη, με το σύστημα της νόμιμης και της ηθικής αποδείξεως, αντίστοιχα, με τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες , καθώς και τον απαιτούμενο διαφορετικό βαθμό δικανικής πεποιθήσεως του καθενός δικαστηρίου.
Απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμένει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης.
Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ' εφαρμογήν της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση.
Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο της αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και συνακόλουθα σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ.2 ΕΣΔΑ και 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμα και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem.
Ο σεβασμός δε του τεκμηρίου της αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις και η απαλλαγή από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη ακόμα και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών και επιπλέον δεν παράγεται δεδικασμένο κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου.
Τελικά, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου της αθωότητας.
Γενικότερα, το τεκμήριο αυτό και κατ' επέκταση η αρχή της δίκαιης δίκης παραβιάζονται και δημιουργείται συνεπώς λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν από τη μεταγενέστερη απόφαση προκύπτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπόνοιες ή αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του κατηγορουμένου (ΟλΑΠ 4/2020)..
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου αυτός στηρίζεται, έστω και αν δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της σχετικής προτάσεως, εκτός αν πρόκειται : (α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της προβολής τους (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 291/2018).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α- γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ 1289/2017, 1002/2017, 692/2017, 791/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Π. Τ., κατηγορούμενος για το ποινικό αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συναυτουργία για το ένδικο εργατικό ατύχημα, που στηρίζεται στα αυτά πραγματικά περιστατικά με το αστικό αδίκημα επί του οποίου θεμελιώθηκε η αστική αντικειμενική ευθύνη της για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, κηρύχθηκε αθώος με την υπ' αριθμ. 9891/5.12.2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη.
Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις αθωωτικές παραδοχές της ποινικής αποφάσεως, αποκλείοντας ως εκ τούτου την αστική της ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την αγωγή, δεχόμενη την αστική της ευθύνη, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α.
και συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις παραβιάζοντας το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι παραδεκτός, διότι η αναιρεσείουσα επικαλείται στο αναιρετήριο ότι τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην αμετάκλητη ποινική απόφαση είχε επικαλεσθεί τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (με σχετικό λόγο έφεσης).
Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.
Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση, καθ' όσον ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ως άνω αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του εναγομένου - τότε κατηγορουμένου και νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας του νομίμου εκπροσώπου της για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε, ενώ, εξ άλλου, η περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση δήλωση ότι "Υπεύθυνος για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας ήταν ο εργολάβος ολόκληρου του έργου εν προκειμένω η εκκαλούσα τεχνική εταιρεία, ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής έπρεπε να μεριμνά για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στο εργοτάξιο της υπό ανέγερση οικοδομής, τόσο από το προσωπικό της εταιρείας του όσο και από το προσωπικό των συνεργαζομένων υπεργολάβων, ανεξάρτητα από το αν είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα διεύθυνσης των εργασιών που εκτελούσε ο παραπάνω υπεργολάβος", δεν αποτελεί δήλωση σχετικά με την ποινική ενοχή του - τότε κατηγορουμένου - νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, εφόσον, από το σύνολο των προεκτεθεισών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο, το μεν αξιολόγησε μόνον τα στοιχεία της σχετικής ποινικής διατάξεως, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση τόσο της ποινικής, όσο και της αστικής ευθύνης, το δε περιορίστηκε ρητώς μόνον σε αυτά, χωρίς να διαλάβει δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 79/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 727/2017, 781/2017, 845/2011, 279/2010 ).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 261/2012).
Η παράβαση δε του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής ή η μη λήψη υπ' όψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της λήψης ή μη υπόψη πράγματος που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 1344/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτο, επίσης κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενη, αντίστοιχα, Α) ότι, ενώ οι αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν με την αγωγή τους για τη θεμελίωση αυτής την ιδιότητά της ως κυρίας του έργου που προέστησε στην εκτέλεση μέρους αυτού τον υπεργολάβο Β.
Ζ., παρ' όλα αυτά το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή και συγκεκριμένα δέχθηκε α) ότι η ευθύνη της θεμελιώνεται στην ιδιότητά της ως εργολάβου που εκτελούσε ολόκληρο το έργο και στην παράλειψή της να λάβει τα προβλεπόμενα από τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 1396/1983 μέτρα ασφαλείας, ανεξάρτητα από το εάν είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα διεύθυνσης των εργασιών που εκτελούσε ο παραπάνω υπεργολάβος και Β) ότι, ενώ η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε τον πιο πάνω αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, ότι η αναιρεσείουσα ήταν κυρία του έργου και προέστησε τον υπεργολάβο Β.
Ζ. για την εκτέλεση εργασιών κατασκευής ξυλοτύπων και σκυροδέτησης, εν τούτοις η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας έξω από τα όρια της εφέσεως, χωρίς δηλαδή σχετικό λόγο εφέσεως, δέχθηκε ότι η ευθύνη της θεμελιώνεται στην παράλειψή της να λάβει ως εργολάβος τα επιβαλλόμενα από το νόμο μέτρα ασφαλείας.
Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής και σε σχέση με την νομιμοποίηση άσκησης αυτής κατά της (ήδη) αναιρεσείουσας, αναφέρεται σε αυτή ότι "η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία τυγχάνει κυρία και εργολάβος της υπό ανέγερση οικοδομής... ότι είχε προστήσει τον υπεργολάβο Β.
Ζ. στην εκτέλεση των εργασιών κατασκευής των ξυλοτύπων και σκυροδετήσεως του φέροντος οργανισμού του κτιρίου... ότι είχε επιφυλάξει το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης του έργου με παροχή δεσμευτικών οδηγιών και εντολών προς τον υπεργολάβο Β. Ζ. σύμφωνα με το από 8.3.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, δια του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου Π.
Τ.υ, τον οποίο είχε ορίσει επιβλέποντα μηχανικό... και κατά συνέπεια ως προστήσασα τον Β. Ζ. και ως κυρία που επεφύλαξε για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου είναι συνυπεύθυνη και αυτή για την μη τήρηση των κανόνων ασφαλείας και τη μη λήψη των αναγκαίων προστατευτικών μέτρων και τον εντεύθεν θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς μας ...".
Επικαλέστηκαν, δηλαδή, οι αναιρεσίβλητοι σαφώς ότι η αναιρεσείουσα ήταν κυρία, αλλά και εργολάβος της υπό ανέγερση οικοδομής. Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν, αλλά, αντίθετα έλαβε υπόψη του τα επικαλούμενα από τους τότε ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους περιστατικά, που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής τους.
Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης, προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τη διπλή ιδιότητα της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας τεχνικής εταιρείας, ως κυρίας και εργολάβου ολοκλήρου του έργου, ότι αυτή είχε αναθέσει μέρος των εργασιών στον υπεργολάβο Β. Ζ. και ότι ο Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και Τεχνικός Διευθυντής αυτής Π.
Τ., ως επιβλέπων μηχανικός του έργου, ήταν υποχρεωμένος να διευθύνει, επιβλέπει και να παρέχει καθημερινά δεσμευτικές για τον εργολάβο οδηγίες, σχετικές με την τήρηση των μέτρων ασφαλείας. Επομένως με την έφεση της αναιρεσείουσας, η οποία προσέβαλε το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, μεταβιβάστηκε στο Εφετείο και το ζήτημα της ευθύνης της εταιρείας ως εργολάβου του έργου, οπότε νόμιμα το Εφετείο θεμελίωσε την ευθύνη της αναιρεσείουσας στην ιδιότητά της αυτή, και κατά συνέπεια δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με την έφεση.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτος αναιρετικός λόγος, επίσης κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.
Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 1811/2009). Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1708/2014, ΑΠ 204/2011, AΠ 858/2011).Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη και επιδίκασε αίτηση (κεφάλαιο) της αγωγής, που όμως δεν είχε εκκληθεί και συνεπώς δεν είχε μεταβιβαστεί (άρθρ. 522 Κ.Πολ.Δ.), καθόσον η εξουσία του Εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των κεφαλαίων της πρωτόδικης απόφασης, που προσβλήθηκαν με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής (ΑΠ 1415/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα α) με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο επανέκρινε κεφάλαιο έξω από τα εκκληθέντα όρια της εφέσεως σε σχέση με την ιδιότητα αυτής, δεχόμενο, ότι πέρα από κυρία, ήταν και εργολάβος ολοκλήρου του έργου και β) με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ισχυρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη μη εκτιθέμενους στην αγωγή, όσον αφορά την ευθύνη της, ουσιώδεις ισχυρισμούς και ότι, συνεπώς, με τον τρόπο αυτό το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Ωστόσο, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν αποτελούν αυτοτελή αίτηση, δηλαδή αυτοτελές ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης αλλά επιμέρους πραγματικά γεγονότα που θεμελιώνουν το αγωγικό αίτημα, το οποίο έγινε δεκτό πρωτόδικα και μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεση της αναιρεσείουσας και, ως εκ τούτου, το Εφετείο δεν έκρινε επί κεφαλαίου της αγωγής, που δεν είχε προσβληθεί με την έφεση.
Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από αυτήν ισχυρισμό, ότι δεν είχε επιφυλάξει στον εαυτό της το δικαίωμα διεύθυνσης και εκτελέσεως του επιδίκου έργου.
Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι είναι αλυσιτελής, αφού η προσβαλλόμενη απόφασης θεμελίωσε την ευθύνη της στην ιδιότητά της ως εργολάβου και όχι στο ότι είχε επιφυλάξει στον εαυτό της τη διεύθυνση του έργου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο επικαλούμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός αποτελεί άρνηση της στηριζόμενης στις διατάξεις περί αδικοπραξίας αγωγής και κατά συνέπεια δεν συνιστά πράγμα.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέν ουσιώδες αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. 9891/5.12.2012 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας τεχνικής εταιρείας Π.
Τ. κηρύχθηκε αθώος ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συναυτουργία. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και την επικαλούμενη ως άνω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείουσα που ηττήθηκε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.7.2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΝΟΜΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5333/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ