231/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 673/2013, ΑΠ 450/2013).
Legislator headnote
AI generated231/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου αναίρεσης, πρέπει, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πρωτίστως, η διαδικαστική πράξη, την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παραβαίνοντας την οικεία δικονομική διάταξη, κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτη.
Full text
Απόφαση 231 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 231/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: α) Ζ. Κ. Κ. και ) Σ. Π. Ψ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ρουσσόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης Δ. Δ. Γ., κατοίκου ...), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μώρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2014 αγωγή των αναιρεσειουσών στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7532/2015 του παραπάνω Δικαστηρίου και 653/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 30-4-2018 αίτησή τους. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική τους δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 653/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή: α) απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσειουσών κατά της 7532/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί, λόγω μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων, διεκδικητική αγωγή ακινήτων των αναιρεσειουσών κατά της αναιρεσίβλητης και β) έγινε δεκτή έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της ίδιας απόφασης και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, απερρίφθη η παραπάνω αγωγή, κατά το μέρος που η πρώτη αναιρεσείουσα ζητούσε, ως επικαρπώτρια των ανωτέρω ακινήτων, αποζημίωση χρήσης για τα ακίνητα αυτά και η οποία αγωγή είχε γίνει δεκτή με την παραπάνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, λόγω ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 673/2013, ΑΠ 450/2013).
Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου αναίρεσης, πρέπει, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πρωτίστως, η διαδικαστική πράξη, την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παραβαίνοντας την οικεία δικονομική διάταξη, κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 148/2006).
Περαιτέρω και στις περιπτώσεις των εξαιρέσεων αυτών, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε με την απόφασή του αυτή την παραπάνω αγωγή κατά το μέρος που η πρώτη αναιρεσείουσα ζητούσε, ως επικαρπώτρια των επιδίκων ακινήτων, αποζημίωση χρήσης, επειδή, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης της αναιρεσίβλητης, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι η πρώτη αναιρεσείουσα δεν είχε αποκτήσει την επικαρπία των επιδίκων ακινήτων, δικαίωμα στο οποίο στήριξε αυτή με την αγωγή της την αξίωσή της για την καταβολή αποζημίωσης χρήσης, καθόσον το .../20-7-2010 συμβόλαιο, με το οποίο η αναιρεσίβλητη φέρεται να της μεταβίβασε (της πρώτης αναιρεσείουσας) την επικαρπία των παραπάνω ακινήτων, ήταν άκυρο, ως προϊόν εξαπάτησής της (αναιρεσίβλητης), διαλαμβάνοντας, ειδικότερα, στην απόφασή του αυτή ότι "σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να γίνει δεκτή η υποβληθείσα από την εναγομένη - εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) με την υπό κρίση έφεσή της ένσταση ακυρότητας του ως άνω συμβολαίου (είναι το ανωτέρω .../20-7-2010 συμβόλαιο).
Περαιτέρω, ενόψει της ακυρότητας του προαναφερθέντος συμβολαίου, η εναγομένη - εκκαλούσα δεν υποχρεούται να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα - πρώτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) αποζημίωση για τη χρήση του ως άνω ακινήτου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, για το λόγο ότι η τελευταία δεν απέκτησε την επικαρπία και νομή αυτού".
Με τον πρώτο, από το άρθ. 559 αρ.14 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι, αφότου η αναιρεσίβλητη "αντιλήφθηκε στις 16-7-2011 την δήθεν απατηλή συμπεριφορά μας (των αναιρεσειουσών), όπως η ίδια διατείνεται, παρήλθε η προβλεπόμενη διετία που είχε στη διάθεσή της για να ακυρώσει το υπό κρίση συμβόλαιο, δικαίωμα που δεν άσκησε, με συνέπεια το πληττόμενο .../2010 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ε.
Μ. είναι πλέον ισχυρό και απρόσβλητο". Αποδίδουν δε με το λόγο αυτό στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "έσφαλε...και περιέπεσε σε δικονομικό ατόπημα μη εφαρμόζουσα αυτεπαγγέλτως το άρθρο 280 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος, ενώ η παραίτηση από αυτή είναι άκυρη".
Σύμφωνα με αυτά και του ότι η πρώτη αναιρεσείουσα στήριξε την αξίωσή της για την αποζημίωση χρήσης που ζήτησε, στην επικαρπία της στα επίδικα, την οποία επικαρπία, κατά τους ισχυρισμούς της, φέρεται, ότι της μεταβίβασε, με αιτία την πώληση, με το ανωτέρω συμβόλαιο η αναιρεσίβλητη, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγω του δικονομικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 280 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας.
Είναι δε αόριστος ο λόγος αυτός, διότι, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, όπως σύμφωνα με την παραπάνω σκέψη απαιτείται, ότι οι αναιρεσείουσες είχαν προτείνει στο Εφετείο τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το λόγο τους αυτό, ούτε επικαλούνται με το αναιρετήριο κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. 2.
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές διαπιστώσεις, οι παραδοχές, δηλαδή, της ελάσσονος πρότασης, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, β) η έννομη συνέπεια, που, με βάση τις παραδοχές αυτές, διαγνώστηκε, γ) ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και δ) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.
Αν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή γενικά τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, πρέπει να περιλαμβάνεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ήτοι η ιστορική τους βάση, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, καθόσον η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996).
Σύμφωνα με αυτά, ο ίδιος παραπάνω (πρώτος) λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, που, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 157 ΑΚ, όπως και ο τρίτος λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 147 και 149 ΑΚ, είναι απορριπτέοι, πρωτίστως, ως αόριστοι, διότι, πλην των ανωτέρω άρθρων του ΑΚ, που φέρονται ότι εσφαλμένα ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας, ουδέν άλλο από τα παραπάνω, αναγκαία, για το ορισμένο των λόγων αυτών αναίρεσης στοιχεία παρατίθεται, προεχόντως δε, ενόψει του προαναφερθέντος αντικειμένου της δίκης, δεν παρατίθενται ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, τον οποίο, λόγω των αποδιδομένων πλημμελειών, εσφαλμένα δεν απέρριψε το δικαστήριο της ουσίας, ούτε οι σχετικές παραδοχές του Δικαστηρίου αυτού, τι, δηλαδή, δέχτηκε ως προς τον παραπάνω ισχυρισμό και σε τι συνίσταται το σφάλμα του ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των παραπάνω άρθρων του ΑΚ.
Σε κάθε περίπτωση και με την εκδοχή ότι με τους παραπάνω λόγους εννοείται ως ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης που εσφαλμένα δεν απορρίφθηκε, η ανωτέρω ένσταση αυτής που έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ερευνώμενοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, σύμφωνα με την παραπάνω στον πρώτο λόγο αναίρεσης σκέψη, ότι οι αναιρεσείουσες είχαν προτείνει στο Εφετείο τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τους λόγους τους αυτούς, ούτε επικαλούνται με το αναιρετήριο κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. 3.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό της, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 24/1992).
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά το νόμο, για τη στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης, περιστατικά, όχι, όμως, και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 38/2012, ΑΠ 1703/2009).
Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο ισχυρισμό παρουσιάζεται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της έλλειψης αυτής, ενώ, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ώστε να είναι αυτή πλήρης ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΟλΑΠ 32/1996).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή μας με αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, δεν αναφέρει και δεν αιτιολογεί με ποιο τρόπο κάθε ένας εξ ημών εξαπάτησε την αντίδικο, ποια ήταν η δική μας υπεροχή από άποψη γνώσεων, εμπειριών ή ικανοτήτων και ποια της αντιδίκου. Δεν αναφέρει, αν η αντίδικος είχε εμπειρία, γνώσεις, ικανότητες ή μη με την παράθεση πραγματικών περιστατικών, που θα μπορούσε να δεχτεί κανείς ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αιτιολογίες, με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την παραπάνω αγωγή, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να διαπιστωθεί, αν οι αιτιολογίες αυτές είναι, όντως, ελλιπείς και αντιφατικές, όπως διατείνονται οι αναιρεσείουσες.
Επίσης, δεν αναφέρεται ο λόγος, για τον οποίο απορρίφθηκε η παραπάνω αγωγή και, αν αυτή απορρίφθηκε κατά παραδοχή κάποιας ένστασης της αναιρεσίβλητης, ποια είναι η ένσταση αυτή και ποιες είναι οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εν λόγω ένσταση, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν οι αιτιολογίες αυτές είναι ελλιπείς ή αντιφατικές και, σε περίπτωση ελλιπών αιτιολογιών, αν, για τη συμπλήρωση αυτών, απαιτούνται τα παραπάνω στοιχεία που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ως αναγκαία για την πληρότητά τους.
4. Επίσης, με τον ίδιο παραπάνω (δεύτερο) λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον: α) "ενώ δέχεται (η προσβαλλόμενη απόφαση) ότι κατά την κατάρτιση του επίμαχου συμβολαίου παραστάθηκε για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης η δικηγόρος Ε. Π., εν τούτοις, αναφέρει ότι στο σώμα του συμβολαίου δεν αναγράφεται ότι παραστάθηκε η δικηγόρος αυτή, αλλά η δικηγόρος Ε.
Π.", β) "αν και δέχεται ότι υπογράφηκε από την αναιρεσίβλητη η από 29-7-2010 εξοφλητική απόδειξη, εν τούτοις, δεν την έλαβε υπόψη της, διότι δήθεν τη συνέταξε ο Μ. Σ.", γ) "ενώ δέχεται ότι με την .../14-7-2011 πράξη εξοφλήσεως εξοφλήθηκε πλήρως το ποσό των 106.531,49 ευρώ, εν τούτοις, δεν την έλαβε υπόψη της, διότι δεν επισυνάπτεται σ' αυτή η εξοφλητική απόδειξη που προανέφεραν (οι αναιρεσείουσες)" και δ) "καίτοι αναφέρει την εξοφλητική πράξη του πιστωθέντος τιμήματος, σε άλλο κεφάλαιο αυτής δέχεται ότι οι αναιρεσείουσες κατέβαλαν στην αναιρεσίβλητη μόνο το ποσό των 15.000 ευρώ".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με το περιεχόμενό του, στην πρώτη παραπάνω περίπτωση, οι επικαλούμενες αντιφάσεις δεν αναφέρονται μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μεταξύ της απόφασης αυτής αφενός και του συμβολαίου αγοραπωλησίας αφετέρου, ενώ, στις υπόλοιπές περιπτώσεις, δεν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, αφού το ποιος υπέγραψε την από 29-7-2010 εξοφλητική απόδειξη είναι διαφορετικό από το ποιος συνέταξε την απόδειξη αυτή, όπως διαφορετικό είναι το ότι, σύμφωνα με την .../2011 πράξη εξόφλησης, εξοφλήθηκε το ποσό που αναφέρεται σε αυτή, από το ότι δεν έχει επισυναφθεί στην εν λόγω πράξη η παραπάνω από 29-7-2010 απόδειξη.
Τέλος, διαφορετικό είναι το ότι γίνεται αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση της παραπάνω πράξης εξόφλησης, από την παραδοχή ότι οι αναιρεσείουσες κατέβαλαν στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 15.000 ευρώ και όχι το ποσό της παραπάνω πράξης εξόφλησης, την οποία απλώς αναφέρει, κατά τον ερευνώμενο λόγο, το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς και να υιοθετεί το περιεχόμενό της.
5. Επίσης, ο ίδιος παραπάνω (δεύτερος) λόγος αναίρεσης, ότι "η πληττόμενη απόφαση "στερείται επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και όλως αντιφατικά αποφαίνεται ότι οι αναιρεσείουσες εκδήλωσαν απατηλή συμπεριφορά σε βάρος της αναιρεσίβλητης, παρουσία της συμβολαιογράφου που συνέταξε το συμβόλαιο, παρουσία της νομικού αυτής συμπαραστάτου και παρουσία της ίδιας της αναιρεσίβλητης, που, σημειωτέον, είναι ενήλικας, απόφοιτη Λυκείου, με μεγάλη εμπειρία στις συναλλαγές", είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένες αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε οι επιπλέον αιτιολογίες, που απαιτούνται, κατά τις αναιρεσείουσες, ώστε να θεωρηθούν επαρκείς, αλλά, αντίθετα, υπό την επίκληση των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, πλήττεται με τον ερευνώμενο λόγο η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των παραπάνω πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). 6.
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν και ποιον από τους περιοριστικούς λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ανεύρεση, βάσει αυτών, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του.
Διδάγματα δε της κοινής πείρας, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, είναι οι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα.
Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου, για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή δεν χρησιμοποιήθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε στον κανόνα αυτό από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα, είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 225/2009, ΑΠ 1097/2008, ΑΠ 737/2008).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 147 και 149 ΑΚ, λόγω μη εφαρμογής, κατά την ερμηνεία τους, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά τα οποία "ένας άνθρωπος, όπως ήταν η αντίδικος, κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης αγοραπωλησίας, με μόρφωση απολυτηρίου Λυκείου, με προϋπηρεσία δεκαετιών σε αντικείμενο εργασιών συναφή με τη λήψη δανείων και την εν γένει παροχή τραπεζικών υπηρεσιών, δεν είναι δυνατόν να παρασυρθεί στην πώληση ακινήτου.
Χωρίς να δύναται η ίδια να αντιληφθεί την συνέπεια της πράξης της, όταν μάλιστα συνοδεύεται από την δικηγόρο της που συνυπογράφει την αγοραπωλησία. Όταν μάλιστα η σύναψη της σύμβασης γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου που διαβάζει το συμβόλαιο παρουσία όλων των μερών και εν συνεχεία υπογράφεται ενώπιόν της.
Ειδικότερα η αντίδικος ήταν υπάλληλος επί 25 έτη στην εθνική ασφαλιστική και παράλληλα τα τελευταία έτη ήταν και ασφαλιστική πράκτορας, αντικείμενο που είχε άμεση σχέση με τίτλους ακινήτων. Είναι βέβαιο ότι αν λάμβανε η προσβαλλόμενη απόφαση τα διδάγματα αυτά της κοινής πείρας, τότε θα μπορούσε να ερμηνεύσει ορθώς τις διατάξεις των άρθρων 147 και 149 ΑΚ και να αχθεί στην ασφαλή και δίκαιη κρίση ότι η αντίδικος δεν εξαπατήθηκε στη δήλωση βουλήσεώς της να μεταβιβάσει σε μας το επίδικο ακίνητο".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα παραπάνω, αναγκαία για την πληρότητά του, στοιχεία και, ειδικότερα, η έννοια που προσδόθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση στις παραπάνω διατάξεις του ΑΚ, η ορθή, κατά την άποψη των αναιρεσειουσών, έννοια των διατάξεων αυτών, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας και την οποία θα προσέδιδε στις εν λόγω διατάξεις το Δικαστήριο της ουσίας, αν χρησιμοποιούσε τα εν λόγω διδάγματα, τα οποία φέρεται, ότι παρέλειψε, να χρησιμοποιήσει.
Απορριπτέος, επίσης, ως αόριστος είναι και ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για "εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 147 και 149 ΑΚ", πρωτίστως, διότι δεν αναφέρονται τα διδάγματα αυτά. 7. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).
Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο, από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του την .../2011 συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης του τιμήματος της επίδικης πώλησης και την από 29-7-2010 εξοφλητική απόδειξη καταβολής ολοκλήρου του τιμήματος της πώλησης αυτής. Ο λόγος αυτός, ο οποίος, ενόψει της αιτίασης που αποδίδεται κατά τα παραπάνω, στηρίζεται, όχι στον αριθ. 12 που αναφέρεται, αλλά στον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του και "τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, στην οποία διεξοδικά και αναλυτικά γίνεται αναφορά και αξιολόγηση των ανωτέρω εγγράφων, χωρίς, όμως, για τους λόγους που αναφέρονται, να πεισθεί το Δικαστήριο της ουσίας για τα όσα παραπάνω βεβαιώνονται με τα έγγραφα αυτά, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα.
8. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012). Δεν ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, πλην τον απέρριψε, ρητά ή σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 50/2015).
Εν προκειμένω, με τον έκτο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν από τις αναιρεσείουσες και, συγκεκριμένα, την ανωτέρω .../2011 πράξη εξόφλησης και τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης με τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, το περιεχόμενο των οποίων παρατίθεται. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι τα όσα παραπάνω φέρεται, ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, δεν συνιστούν "πράγματα" με την έννοια του όρου που προεκτέθηκε.
9. Επίσης, για το ορισμένο του παραπάνω, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Και στις δύο δε περιπτώσεις (της παρά το νόμο λήψης ή μη λήψης υπόψη πραγμάτων) πρέπει να αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσε ο ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 748/2013).
Εν προκειμένω, με τον ίδιο παραπάνω (έκτο) λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη της ότι "όπως προκύπτει από την από 23-10-2014 περίληψη καταχώρησης της ένδικης αγωγής του προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου Νέας Σμύρνης, σε σχέση με την .../2014 απόδειξη του Υποθηκοφύλακα Ν. Σμύρνης, αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής μεταγράψαμε (οι αναιρεσείουσες) στο ως άνω κτηματολογικό γραφείο στις 23-10-2014, η οποία αγωγή καταχωρήθηκε στο τηρούμενο κτηματολογικό φύλλο με ΚΑΕΚ ... Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ποια επίδραση και γιατί ασκούσε ο παραπάνω ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης, ήτοι γιατί πρόκειται για ουσιώδη, με την ανωτέρω έννοια, ισχυρισμό. Και με την εκδοχή, όμως, ότι ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην παραδοχή του Εφετείου για μη εγγραφή της αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, όπως, κατά τα εκτιθέμενα στον πρώτο λόγο αναίρεσης, απαιτείται, ότι είχαν προταθεί στο Εφετείο τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το λόγο αυτό, ούτε επικαλούνται οι αναιρεσείουσες με το αναιρετήριο κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
10. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε τη σχετική απόδειξη (ΑΠ 247/2012).
Συνεπώς, για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της απόφασης.
Εν προκειμένω, με τον ίδιο παραπάνω (έκτο) λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση, κατ' ορθή εκτίμησή του, του αριθ. 10 και όχι του αριθ. 11β, που αναφέρεται, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχτηκε χωρίς απόδειξη τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης: α) ότι πληροφορήθηκε ότι έπρεπε να αποδώσει στις αναιρεσείουσες ολόκληρο το τίμημα των 106.531,49 ευρώ της επίδικης πώλησης, όταν τους απέστειλε το από 4-7-2011 εξώδικό της, β) ότι η πρώτη αναιρεσείουσα θα κατέβαλε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, για ένα χρόνο, τις δόσεις του στεγαστικού δανείου της αναιρεσίβλητης τριακοσίων (300) ευρώ το μήνα και, επιπλέον, θα κατέβαλε στην ίδια το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και γ) ότι τη δικηγόρο Ε. Π., με την οποία παραστάθηκε η αναιρεσίβλητη κατά τη σύνταξη του συμβολαίου της επίδικης πώλησης, της υπέδειξε ο Μ. Σ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ποια επίδραση και γιατί άσκησαν οι παραπάνω ισχυρισμοί στην έκβαση της δίκης, γιατί, δηλαδή, ήταν ουσιώδεις, με την έννοια που προεκτέθηκε.
11. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.
Εν προκειμένω, με τον έβδομο, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου της .../2011 πράξης εξόφλησης που προαναφέρθηκε, επειδή "θεώρησε το εν λόγω έγγραφο ανίσχυρο". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αιτίαση ότι το Εφετείο "θεώρησε ανίσχυρο" το παραπάνω έγγραφο, που προβάλλεται με τον ερευνώμενο λόγο δεν συνιστά παραμόρφωση του περιεχομένου του με την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη.
Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-4-2018 αίτηση των Ζ. Κ. Κ. και Σ. Π. Ψ., για αναίρεση της 653/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ