Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite specific factual assumptions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding an employment dispute. The appellant argued the lower court lacked a legal basis and used insufficient reasoning to reject the claim that he was hired as a salesman rather than an office clerk. The court found the appeal inadmissible because the appellant failed to specify the critical factual assumptions underlying the lower court's rejection of his employment status.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 para. g C.P.D.; Art. 559 no. 19 C.P.D.: An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the critical factual assumptions of the challenged decision or to detail the specific deficiencies in the reasoning, rendering the grounds for review vague and unreviewable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 231 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 231/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Η. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Σοφίας Ανδριοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Μονοπρόσωπης Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Μαργέλη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1814/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3759/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά, ανέγνωσε την από 21-9-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Επομένως πράγμα υπό την έννοια αυτή είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003) αλλά και αν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
Α.Π. 11/1996,271/2017). 2. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. γ Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη κατά την εκ νέου εκδίκαση της αγωγής ,κατόπιν παραδοχής λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης,τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι προσλήφθηκε και απασχολήθηκε στην αναιρεσίβλητη ως πωλητής, ότι είχε συμφωνηθεί ως αμοιβή του, πέραν του μηνιαίου από 500 ευρώ μισθού, και πρόσθετη παροχή σε ποσοστά επί της αξίας των παραγγελιών στις οποίες αυτός θα προέβαινε ως πωλητής.
Από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη : " Ότι ο αναιρεσείων προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος γραφείου στην αναιρεσίβλητη και απασχολήθηκε με την ειδικότητα αυτή μέχρι την 30-6-2008 ,οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.Ότι δεν εργάσθηκε ως πωλητής καθώς και ότι ουδέποτε είχε συμφωνηθεί πρόσθετη αμοιβή σε ποσοστά επί των πωλήσεων." Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο αφού δέχθηκε το λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης ,εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη που είχε κρίνει αντίθετα ,δίκασε εκ νέου την αγωγή του αναιρεσείοντος και την απέρριψε κατ'ουσίαν.Με τα προαναφερόμενα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια διότι, κατά την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη τους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς όμως τους απέρριψε κατ' ουσίαν.
Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αρ.8γ ΚΠολΔ λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. 3. Κατά την έννοια του άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων προς απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, απ` αυτά δε παρέπεται ότι για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει τ` αποδεικτικά μέσα να είναι χρήσιμα για την απόδειξη των γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, που επιδρά δηλ.
στο διατακτικό της απόφασης. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα και τις άλλες αποδείξεις που αναφέρονται εκεί και που ο αναιρεσείων είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιόν του, από τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικνύεται ότι απασχολήθηκε ως πωλητής στην αναιρεσίβλητη εναγομένη.
Όμως από την διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από το περιεχόμενο αυτής με ρητή μνεία στα μετ'επικλήσεως από τον αναιρεσείοντα έγγραφα ήτοι δελτία παραγγελίας της αναιρεσίβλητης και μηχανογραφημένες καταστάσεις πελατών της καθώς και ειδική αναφορά στις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, και τις αιτιολογίες της απόφασης σχετικά με τα προβαλλόμενα με τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης ζητήματα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσης και του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.11περ.γ ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
4. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα η παραβίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας. (ΑΠ319/2017) 5.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.19 άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχεται ότι ο αναιρεσείων προσλήφθηκε και απασχολήθηκε από την αναιρεσίβλητη ως υπάλληλος γραφείου, και όχι ως πωλητής.
Με το περιεχόμενο αυτό ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος, διότι στην αίτηση δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος ως αβάσιμης),ούτε εκτίθεται σε τι συνίσταται η παραβίαση ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης,έτσι ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Ειδικότερα ο αναιρεσείων περιορίζεται να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως αυτό αναγράφεται στην αρχή της παρούσας σκέψης, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.
Συνεπώς ο λόγος αυτός ελέγχεται απαράδεκτος. 6. Με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2015 αίτηση περί αναιρέσεως της 3759/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ