Legislator Case Law & Legislation
231/2017 AI generated

231/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 231/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

231/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 5-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής.

Keywords

AI generated
allocation of family home right to determine residence agreement on devolved inheritance shares division of property domicile agent termination of residential lease
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 231 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 231/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ν. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αναστάσιο Φράγκο

Των αναιρεσιβλήτων:1)Θ.-Β. Σ. του Α., 2)Χ. Γ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο Γεώργιο Παπαδημητρίου

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2005 αγωγή της δικαιοπαρόχου, Ά. χας Ν. Κ., του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10565/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 673/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-7-2015 αίτησή του και τους από 11-11-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 5-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1871, 1872, 1882 και 962 Α.Κ. προκύπτει ότι ο κληρονόμος δικαιούται με την περί κλήρου αγωγή να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενα της κληρονομίας, την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομίας ή κάποιου αντικειμένου της.

Ως αντικείμενα δε της κληρονομίας, των οποίων, κατά τα ανωτέρω, την απόδοση δικαιούται να απαιτήσει ο κληρονόμος με την περί κλήρου αγωγή, θεωρούνται και εκείνα επί των οποίων ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε την κυριότητα ή τη νομή ή και απλά την κατοχή, καθετί που ο νομέας της κληρονομίας απέκτησε με δικαιοπραξία χρησιμοποιώντας κληρονομικά μέσα, καθώς και ανάλογη μερίδα από τους καρπούς και γενικά τα ωφελήματα από τα κληρονομιαία (Α.Π. 400/2009).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με τη με αριθμό κατάθεσης .../2005 ένδικη περί κλήρου αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Ά. χήρας Ν. Κ., το γένος Α. Σ., μετά το θάνατο (4-3-2009) της οποίας υπεισήλθε στη δικονομική της θέση, ως μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, ο ήδη αναιρεσείων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Στις 20-11-1972 απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη ο Α.

Σ. του Α., που ήταν πατέρας της αρχικώς ενάγουσας, της πρώτης εναγομένης και παππούς της δεύτερης. 0 αποβιώσας, κατά το χρόνο του θανάτου του, είχε στη συγκυριότητά του, μεταξύ άλλων ακινήτων ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου μίας πολυώροφης οικοδομής που έχει χαρακτηρισθεί ήδη διατηρητέα και βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ...

Η οικοδομή κατασκευάστηκε το έτος 1928 επί οικοπέδου εκτάσεως 491 τ.μ. , από τα οποία καλύπτονται τα 291 τ.μ. και αποτελείται από : α) ημιυπόγειο όροφο συγκείμενο από δύο καταστήματα, β) ισόγειο όροφο συγκείμενο από δύο καταστήματα με πατάρι και υπόγειο, γ) πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο όροφο υπέρ το ισόγειο, καθένας από τους οποίους αποτελείται από δύο διαμερίσματα , δ)πέμπτο υπέρ το ισόγειο σε εσοχή όροφο, αποτελούμενο από δύο διαμερίσματα και ε) ένα διαμέρισμα στο ακάλυπτο πίσω τμήμα του οικοπέδου.

To υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου (1/2) της οικοδομής ανήκε στην Ο. Θ., αδελφή του Α. Σ.. Οι προαναφερόμενοι, αρχικοί συγκύριοι της πολυώροφης οικοδομής δεν προέβησαν στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας , αλλά στις 14-4-1961 καθόρισαν τη χρήση αυτής και υπέγραψαν το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο ο Α.

Σ. διαχειριζόταν και εκμεταλλευόταν για δικό του λογαριασμό την αριστερή πτέρυγα της οικοδομής, η οποία περιελάμβανε το κατάστημα του ισογείου με το υπόγειο και τους ορόφους πάνω από αυτό μέχρι της οροφής, με εξαίρεση το διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, το οποίο ιδιοκατοικείτο από τη συνιδιοκτήτρια αδελφή του Ο.

Θ., καθώς και το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, το οποίο κείται στη δεξιά πτέρυγα της πολυκατοικίας. Η διάρκεια της συμφωνίας ορίσθηκε για είκοσι χρόνια αρχομένη από 14-4-1961 και παρατεινομένη αυτοδικαίως κατά τη λήξη της για ίσο χρονικό διάστημα , εφόσον δεν ήθελε καταγγελθεί από κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Πριν το θάνατό του ο Α. Σ. συνέταξε την υπ’ αριθμό .../1968 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χρήστου Αντωνίου, η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθμό 58/1973 πρακτικά του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης . Με τη διαθήκη κατέλιπε στη σύζυγό του Δ. Δ. Σ., μεταξύ άλλων ακινήτων , το ιδανικό μερίδιό του (1/2) επί της προαναφερόμενης οικοδομής, με το δικαίωμα της καθ’ ύψος επέκτασης αυτής, η οποία αποδέχθηκε την κληρονομία με την υπ’ αριθμό .../1973 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σωτηρίου Μάγκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τόμος ...) .

Στις 26-8-1985 απεβίωσε η Δ. Δ. Σ., η οποία κατέλιπε την από 15-5-1975 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθμό 990/1985 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκη και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθμό 1053/1985 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Με την ανωτέρω διαθήκη η αποβιώσασα μητέρα και γιαγιά των διαδίκων κατέλειπε:

α) στην αρχικώς ενάγουσα θυγατέρα της "ένα διαμέρισμα του τελευταίου ορόφου της εν Θεσσαλονίκη και επί της οδού ... οικοδομής μετά του αναλογούντος ποσοστού οικοπέδου και της καθ’ ύψος επεκτάσεως", β) στη δεύτερη εναγόμενη -εγγονή της, το 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας της ως άνω οικοδομής και κατά πλήρη κυριότητα το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ...

και 3) στην πρώτη εναγόμενη, θυγατέρα της, την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και την επικαρπία της ως άνω οικοδομής κατά το ιδανικό της μερίδιο, μετ’ αφαίρεση του ανήκοντος στην αρχικώς ενάγουσα ποσοστού εξ αδιαιρέτου, καθώς και ολόκληρη την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία της. Η διαθέτιδα Δ.

Δ. χήρα Α. Σ. κατά το χρόνο του θανάτου της είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της ποσοστό 36% εξ αδιαιρέτου της επίδικης πολυώροφης οικοδομής, καθόσον πριν το θάνατό της, κατά διάφορα χρονικά διαστήματα είχε μεταβιβάσει ποσοστό 14% εξ αδιαιρέτου σε τρίτους. Όπως παραπάνω αναφέρεται, δεν είχε γίνει σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας της οικοδομής από τους αρχικούς συγκυρίους , αλλά ούτε και η διαθέτιδα με την ιδιόγραφη διαθήκη μπορούσε να συστήσει οριζόντια ιδιοκτησία κατ’ άρθρο 1002 ΑΚ, αφού δεν ήταν κυρία του όλου ακινήτου, αλλά μόνο του εναπομείναντος μετά τις μεταβιβάσεις ποσοστού 36% εξ αδιαιρέτου.

Συνεπώς, η διάταξη της διαθήκης με την οποία η κληρονομουμένη κατέλειπε στην αρχικώς ενάγουσα θυγατέρα της το διαμέρισμα του τελευταίου ορόφου είναι άκυρη, με έννομη συνέπεια να αποκτήσει η τελευταία με τη διαθήκη ανάλογο ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί της όλης οικοδομής, που αντιστοιχεί στην αξία του διαμερίσματος.

Μετά το θάνατο της διαθέτιδος, οι εναγόμενες προέβησαν στη σύνταξη της υπ’ αριθμό .../1989 αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κυρ. Ελευθεριάδη, με την οποία δήλωσαν ότι το διαμέρισμα του τελευταίου ορόφου, που κατέλιπε η αποβιώσασα μητέρα και γιαγιά τους στην αρχικώς ενάγουσα αντιστοιχεί σε ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου της οικοδομής.

Το υπόλοιπο εξ αδιαιρέτου ποσοστό που απομένει ανέρχεται σε 31% και αυτό περιήλθε στις εναγόμενες με τη διαθήκη και ειδικότερα η κληρονομουμένη στην πρώτη εναγόμενη - θυγατέρα της- κατέλειπε τα 15,50% εξ αδιαιρέτου της οικοδομής κατά πλήρη κυριότητα και τα υπόλοιπα 15,50% κατά επικαρπία στην πρώτη εναγομένη και κατά ψιλή κυριότητα στη δεύτερη εναγομένη -εγγονή της.

Οι εναγόμενες με την προαναφερόμενη αποδοχή κληρονομίας δήλωσαν ότι αποδέχονται την κληρονομία που κατέλειπε η αποβιώσασα μητέρα και γιαγιά τους κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου (15,50%) η κάθε μία, προσδιορίζοντας και αναγνωρίζοντας ότι το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου της οικοδομής (5%) περιήλθε στη συγκληρονόμο -αρχικώς ενάγουσα - αδελφή της πρώτης και θεία της δεύτερης.

To εξ αδιαιρέτου αυτό ποσοστό της κληρονομίας (5%) της αρχικώς ενάγουσας επί της επίδικης οικοδομής, που προσδιόρισαν και αναγνώρισαν οι εναγόμενες με την προαναφερόμενη δήλωση αποδοχής κληρονομίας αποδέχθηκε και η ίδια η ενάγουσα, η οποία με την ένδικη αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση ζητεί να αναγνωρισθεί συγκληρονόμος σε ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου, ενώ μεταγενέστερα από την άσκηση της αγωγής συντάχθηκε η υπ’ αριθμό .../2008 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμάτη Καταπόδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών των υποθηκοφυλακείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, με βάση την οποία αποδέχθηκε το προαναφερόμενο κληρονομικό μερίδιο και στη συνέχεια ο γιός της Α.

Κ., που υπεισήλθε μετά το θάνατό της στη δικονομική της θέση ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, προέβη στη σύνταξη της υπ’ αριθμό .../2008 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου,, που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία αποδέχθηκε και αυτός την επαχθείσα κληρονομία της αποβιωσάσης μητέρας του Ά.

Κ., στην οποία περιλαμβάνονταν μεταξύ των άλλων το ως άνω ιδανικό μερίδιο επί της επίδικης οικοδομής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις της αρχικώς ενάγουσας με τους αποβιώσαντες γονείς της, όσο ζούσαν και το ευρύτερο συγγενικό της περιβάλλον ήταν διαταραγμένες, λόγω του γάμου που τέλεσε με τον Ν. Κ.

παρά τις αντιρρήσεις τους, με αποτέλεσμα να έχει ενσκήψει σφοδρότατη αντιδικία, εκτός της προκείμενης, για περιουσιακής και οικογενειακής φύσεως θέματα, η δίκη δε αφορούσε την ακύρωση του γάμου των γονέων της κατέληξε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (βλ. νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ’ αριθμό 1810/1986 απόφαση της Ολομελείας και την 1491/1987 απόφαση του Γ’ πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου).

Στα πλαίσια της αντιδικίας η αρχικώς ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τη με αριθμό κατάθεσης .../1974 αγωγή κατά της μητέρας της Δ. Σ. και της αδελφής της Θ. Σ. (πρώτη εναγομένη) με την οποία ζητούσε για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της επί της κληρονομιαίας περιουσίας τoυ αποβιώσαντος το έτος 1972 πατέρα της Α.

Σ. . Μετά το θάνατο της μητέρας της το έτος 1985, η δίκη διακόπηκε και συνεχίσθηκε με τις κληρονόμους εκ διαθήκης της αποβιωσάσης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 7982/1998 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με βάση την οποία έγινε μερικά δεκτή η αγωγή. Κατά της απόφασης ασκήθηκαν από όλους τους διαδίκους εφέσεις, οι οποίες συζητήθηκαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 16-2-2000 και ενώ ακόμη δεν είχαν εκδοθεί αποφάσεις επί των εφέσεων η αρχικώς ενάγουσα παραιτήθηκε οριστικά και αμετάκλητα από το δικόγραφο της προαναφερόμενης περί κλήρου και συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας, γεγονός που αποδέχθηκαν οι εναγόμενες και συντάχθηκε η με αριθμό ...16-2-2000 πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Μπαλτά- Λασκαρίδου, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες- εφεσίβλητες.

Επίσης παραιτήθηκε οριστικά και αμετάκλητα από το δικαίωμα της ασκήσεως αγωγής συμπληρώσεως νομίμου μοίρας κατά των εναγομένων, αναφορικά με την κληρονομιαία περιουσία της αποβιωσάσης μητέρας της Δ. Σ. και συντάχθηκε για το σκοπό αυτό η υπ’ αριθμό .../16-2-2000 πράξη της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου.

Με την τελευταία συμβολαιογραφική πράξη η αρχικώς ενάγουσα παραιτήθηκε οριστικά και αμετάκλητα και από το δικαίωμα να αξιώσει καρπούς (μισθώματα) από την κληρονομία της μητέρας της μέχρι 16-2-2000 και έλαβε το ποσό των 190.000.000 δραχμών από τις συγκληρονόμους της, προκειμένου να επιτευχθεί ο συμβιβασμός και να παύσουν οι μεταξύ τους εκκρεμείς δίκες για τις κληρονομικές διαφορές που ανέκυψαν μετά το θάνατο των γονέων τους, όπως προκύπτει από το νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με ημερομηνία 16-2-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Από το θάνατο της διαθέτιδος Δ. Σ. οι εναγόμενες κατέχουν με την ιδιότητά τους ως συγκληρονόμων την επίδικη πολυώροφη οικοδομή, αντιποιούμενοι το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας, το οποίο ανέρχεται σε 5% εξ αδιαιρέτου, όπως παραπάνω αναφέρεται. Ειδικότερα η πρώτη εναγόμενη, η οποία έχει αποκτήσει την επικαρπία, εκμισθώνει σε τρίτους και εισπράττει τα μισθώματα του ισόγειου καταστήματος, που βρίσκεται στην αριστερή πτέρυγα της οικοδομής από το θάνατο της διαθέτιδος μητέρας της και εφεξής και δεν αποδίδει τους καρπούς, που αντιστοιχούν στο κληρονομικό της μερίδιο (5%), ενώ και οι δύο εναγόμενες γνωρίζουν ότι δεν είναι οι μοναδικές συγκληρονόμοι του ιδανικού μεριδίου (36%) που κατέλιπε με τη διαθήκη η κληρονομουμένη, αλλά ποσοστό 5% από αυτό ανήκει στην ενάγουσα.

Το ανωτέρω κατάστημα, που αποτελείται από ισόγειο όροφο, υπόγειο και πατάρι, είναι μισθωμένο από 16-2-2000 μέχρι 15-6-2005, δηλαδή επί 64 μήνες, αντί μηνιαίου μισθώματος 5.870,00 ευρώ.

Συνεπώς η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 18.784,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στα μισθώματα του κληρονομικού της μεριδίου (5.870 ευρώ Χ 64 μήνες = 375.680 ήτοι τριακόσια εβδομήντα πέντε εξακόσια ογδόντα Χ5%). Στο σημείο αυτό πρέπει να ειπωθεί ότι από το περιεχόμενο του από 16-2-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού - συμβιβασμού και της υπ’ αριθμό .../16-2-2000 πράξεως της συμβολαιογράφου Μαρίας Μπαλτά - Λασκαρίδου, προκύπτει σαφώς ότι η αρχικώς ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας και από το δικαίωμα να αξιώσει τους καρπούς (μισθώματα) από την κληρονομία της αποβιωσάσης μητέρας της για χρονικό διάστημα από το θάνατό της μέχρι την ημέρα που επετεύχθη ο συμβιβασμός, δηλαδή μέχρι 16-2-2000 και όχι για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, στο ποσό δε των 190.000.000 δραχμών που έλαβε συμπεριλαμβάνονταν το μερίδιο που αναλογούσε σε αυτήν επί των πολιτικών καρπών του ισόγειου καταστήματος μέχρι την επιτευχθείσα συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς.

Συνεπώς, για το επίδικο χρονικό διάστημα που επακολούθησε από 16-2-2000 μέχρι 15-6-2005 η ενάγουσα ως εκ διαθήκης συγκληρονόμος δικαιούται το προαναφερόμενο ποσό των 18.784,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κληρονομικό της μερίδιο και η αξίωσή της αυτή δεν είναι καταχρηστική, ούτε προηγήθηκε συμπεριφορά εκ μέρους της, εξαιτίας της οποίας δημιουργήθηκε η πεποίθηση στις εναγόμενες ότι δεν θα αξιώσει την καταβολή των πολιτικών καρπών, αφού όπως παραπάνω αναφέρεται υπήρξε χρόνια αντιδικία για περιουσιακής φύσεως θέματα που κατέληξε στο ως άνω συμβιβασμό και υπήρξε ρητή αναφορά των αξιώσεων από τις οποίες παραιτήθηκε και του χρονικού διαστήματος που αφορούν.

Συνεπώς η επίδικη αξίωσή της δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενες, προτείνοντας την ένταση του άρθρου 281 ΑΚ . To πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την περί κλήρου αγωγή αναγνωρίζοντας ότι το ποσοστό του κληρονομικού μεριδίου της ενάγουσας ανέρχεται σε ποσοστό 5% επί της επίδικης οικοδομής, απορριπτομένου του αντίθετου περί τούτου ισχυρισμού των εναγομένων - εκκαλουσών, ούτε κρίνεται αναγκαίο να διαταχθεί η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με την αξία του κληρονομικού της μεριδίου κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομίας, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματός των, διότι αποδείχθηκε ότι με την ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομίας προσδιόρισαν οι ίδιες το δικό τους κληρονομικό μερίδιο σε ποσοστό 31% και της ενάγουσας σε 5%, το οποίο η τελευταία αποδέχθηκε, όπως παραπάνω αναφέρεται.

Έσφαλε όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων καθόσον έκρινε ότι η αξίωση της ενάγουσας να επιδιώξει την απόδοση των πολιτικών καρπών του κληρονομιαίου ακινήτου για το επίδικο χρονικό διάστημα είναι καταχρηστική και απέρριψε με την αιτιολογία αυτή τη σωρευόμενη αγωγή απόδοσης των ωφελημάτων , ενώ έπρεπε να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την προταθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και να δεχθεί εν μέρει την αγωγή, όπως παραπάνω αναφέρεται".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αίτηση της ένδικης αγωγής για επιδίκαση στην αρχικώς ενάγουσα των ως άνω μισθωμάτων, επιδικάσασα σε αυτήν, υπό την ιδιότητά της ως συγκυρίας του ανωτέρω καταστήματος σε ποσοστό 5%, ισόποσο ποσοστό (5%) των μισθωμάτων αυτού, για την προαναφερόμενη χρονική περίοδο, και έκανε δεκτή την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, που υπεισήλθε στη δικονομική θέση της αρχικής διαδίκου, εξαφανίζοντας, κατά τούτο, την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αίτηση περί απόδοσης των ωφελημάτων, κρίνοντας ότι η εν λόγω αξίωση είναι καταχρηστική, κατ’ ουσιαστική αποδοχή της προταθείσας από τις ήδη αναιρεσίβλητες ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710, 1871 και 1872 Α.Κ., ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Περαιτέρω, το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν με τις σαφείς παραδοχές ότι το κληρονομικό δικαίωμα της αρχικής ενάγουσας ανέρχεται σε ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου της επίδικης πολυώροφης οικοδομής και με βάση το ποσοστό αυτό επιδίκασε σε αυτήν και ακολούθως στον ήδη αναιρεσείοντα, που υπεισήλθε στη δικονομική της θέση ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, τα αντίστοιχα ωφελήματα του τμήματος της αριστερής πτέρυγας της άνω οικοδομής, το οποίο (τμήμα) περιλάμβανε το εν λόγω ισόγειο κατάστημα, εφαρμόζοντας τη συμφωνία των δύο αρχικών συνιδιοκτητών (Α.

Σ. και Ο. Θ.) αυτής, που περιλαμβανόταν στο με ημερομηνία 14-4-1961 ιδιωτικό συμφωνητικό, ως προς τη χρήση του μείζονος ακινήτου.

Συνεπώς, οι πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 και τέταρτος λόγος αυτής και ο συναφής δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητες, η αρχική ενάγουσα και ο αναιρεσείων, υπό την άνω ιδιότητά του, τυγχάνουν απώτεροι καθολικοί διάδοχοι του Α.

Σ., καθολικοί διάδοχοι της κληρονόμου αυτού Δ. Σ. και ως τέτοιοι έχουν υπεισέλθει στα εκ του ανωτέρου ιδιωτικού συμφωνητικού δικαιώματα και υποχρεώσεις, και ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη από το θάνατο της διαθέτιδος μητέρας της απέκτησε την επικαρπία ολόκληρου του ανωτέρω καταστήματος, είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, στην οποία εσφαλμένα κατέληξε κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτούς. - Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.

Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι νομικές αναλύσεις καθώς και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π.14/2004). Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.Α.Π.25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ., ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ισχυρισμό της αρχικής ενάγουσας ότι οι εναγόμενες έπρεπε, βάσει του προταθέντος αγωγικού ισχυρισμού ότι η συνιδιοκτησία της εφ’ όλης της επίδικης πολυώροφης οικοδομής μεταφράζεται σε ποσοστό 10% επί των μισθωμάτων της ημίσειας οικοδομής, να της καταβάλουν το ποσό των 37.565 ευρώ, το Δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε μόνο το ήμισυ, ήτοι 18.748 ευρώ, καθορίζοντας έτσι εσφαλμένα με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εν λόγω ποσοστό σε 5%.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό, αφού δέχθηκε ότι η αρχική ενάγουσα δικαιούται ωφελήματα, αλλά όχι στην έκταση που τα ζήτησε, το ύψος των οποίων στην προκειμένη περίπτωση καθόρισε στο παραπάνω ποσό, διότι προέκυψε από τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη της, ότι το ποσοστό που δικαιούται είναι 5%.

Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ., πλήττεται η κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., ανελέγκτως αναιρετικώς εκτίμηση περί πραγματικών γεγονότων του Εφετείου. Περαιτέρω, με αιτιάσεις του πρώτου πρόσθετου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 περ.

α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο έλαβε υπόψη του, χωρίς τούτο να έχει προταθεί, "ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη έχει αποκτήσει την επικαρπία του ανωτέρω καταστήματος σε ποσοστό 95% και όχι σε ποσοστό 31% όπως ορθώς δέχεται σε άλλη σκέψη της ". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), ο παραπάνω ισχυρισμός αποτελούσε περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, στην οποία κατά λέξη αναφέρεται ότι "κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδος αυτή είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της τα 36% εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω οικοδομής, άλλως τα 31 % εξ αδιαιρέτου αυτής, διότι φέρεται ότι είχε προσυμφωνήσει, ολίγο προ του θανάτου της, την πώληση ποσοστού 5% αυτής εις τρίτους", ανεξαρτήτως του ότι είναι απορριπτέες ως ερειδόμενες επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνεται παραδοχή ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη έχει αποκτήσει την εν λόγω επικαρπία σε ποσοστό 95 %, αλλά ότι η τελευταία, η οποία έχει αποκτήσει την επικαρπία επί του ως άνω καταστήματος, δεν αποδίδει στην αρχική ενάγουσα τους καρπούς που αντιστοιχούν στο κληρονομικό της μερίδιο (5%), το οποίο και δέχθηκε ότι της ανήκει.- Ο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, δεν ιδρύεται αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η αίτηση εξετάστηκε και απορρίφθηκε. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, επειδή κατά τα εκτιθέμενα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν εξέτασε την αίτηση της ένδικης αγωγής περί επιδικάσεως υπέρ της αρχικώς ενάγουσας ποσοστό 10% επί των εισπραχθέντων από το πιο πάνω κατάστημα μισθωμάτων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε την εν λόγω αίτηση και έκρινε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκόμισαν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, η αρχικώς ενάγουσα δικαιούται ωφελήματα ποσού 18.784 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κληρονομικό της μερίδιο και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι αβάσιμος.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Από τη διατύπωσή της προκύπτει ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφα, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ., και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως η αγωγή. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ’ έφεση δίκη διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση ή μη ανάγνωση ενός μέρους του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό και όχι όταν το εκτίμησε αποδεικτικά εσφαλμένα, δηλαδή, όταν υφίσταται διαγνωστικό και όχι εκτιμητικό σφάλμα (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).

Από δε την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και επανάληψη των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση που προαναφέρθηκε σε προηγούμενες σκέψεις και να απορρίψει τον σχετικό αγωγικό ισχυρισμό της αρχικώς ενάγουσας, ότι ενώ έλαβε υπόψη το από 14-4-1961 ιδιωτικό συμφωνητικό εν τούτοις υποπίπτοντας σε εσφαλμένη ανάγνωση εκλαμβάνει ως περιεχόμενο του εγγράφου αυτού περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και το από 14-4-1961 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Υπ’ αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθόσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ούτε και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ο εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ.

πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τέλος, δεν θεμελιώνεται ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ενόψει του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται διαστολή από ποια έγγραφα προέκυψε άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, ώστε να κριθεί εάν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη της δικαστικής ή της εξώδικης ομολογίας των αναιρεσίβλητων.

Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι από 11-11-2015 πρόσθετοι επ’ αυτής λόγοι να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2015 αίτηση και τους από 11-11-2015 πρόσθετους επ’ αυτής λόγους του Α. Ν. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 673/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ